Συνεντεύξεις

Συνέντευξη με το Γεράσιμο Ευαγγελάτο

 
   Το Noizy είχε τη χαρά να συναντηθεί με έναν υπέροχο καλλιτέχνη και άνθρωπο, πρωτοπόρο μιας γενιάς δημιουργών που ήδη έχουν αφήσει το στίγμα τους στον πολιτισμό της μετά Millenium ελληνικής πραγματικότητας. Με σημείο εκκίνησης μια εποχή αφιλτράριστης ασυδοσίας ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος εκφράζει εκείνη την πλευρά της δημιουργίας που κράτησε το κεφάλι χαμηλά, υπηρέτησε απόλυτα το σκοπό της και για αυτό ακριβώς διασώθηκε από την εποχή της μεγάλης πολιτιστικής κρίσης που κατά πολλούς διανύουμε ακόμα. Ο Γεράσιμος είναι ένα παιδί που μιλάει ψιθυριστά μέσα από την τέχνη του και χρωματίζει την αισθητική μιας ολόκληρης γενιάς καλλιτεχνών, μαζί με μια ομάδα συνεργατών που, όπως παραδέχεται ο ίδιος, ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας, που έκανε την τέχνη του αποδεκτή από τόσο κόσμο. Ο Γεράσιμος μας μιλάει για την ουσία της δημιουργίας, για το θέατρο, το μιούζικαλ στην Ελλάδα και για το Φοίβο που λατρεύει...
 
evaggelatos1955

Έχεις αγαπημένο στίχο δικό σου, κάτι που λες «Κοίτα να δεις αυτό με εκφράζει απόλυτα»;
Αυτό τον καιρό έχω δεθεί πολύ με το “Απλή μετάβαση”, έχω δεθεί με τους στίχους της παράστασης γιατί όντως εξέφρασαν ένα θέμα δικό μου, το κατά πόσο είμαστε έτοιμοι να αφήνουμε πράγματα πίσω και πόσο σίγουροι είμαστε για τα πράγματα που παίρνουμε μαζί μας. Οπότε σίγουρα θα ήταν κάποια από τα τραγούδια της "Απλής μετάβασης".

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να συνεργάζεσαι με ανθρώπους που σας συνδέει φιλία;
Αναφέρεσαι λοιπόν στα αγαπημένα μου παιδιά. Είναι πολύ δύσκολο να στο απαντήσω γιατί με τα παιδιά η φιλία και η συνεργασία αναπτύχθηκαν ταυτόχρονα. Δεν ήμασταν ούτε χρόνια συνεργάτες που αποφασίσαμε να γίνουμε φίλοι ούτε χρόνια φίλοι που αποφάσισαν να γίνουν συνεργάτες. Ήμασταν σε μία ηλικία που το να δημιουργείς τραγούδια πήγαινε παράλληλα με την προσωπική μας ζωή. Οπότε ζυμώθηκαν μαζί αυτές οι δύο ιδιότητες για αυτό και δεν μπορούμε να τις διαχωρίσουμε πάρα πολύ εύκολα. Για αυτό λοιπόν νιώθω ότι δεν επηρεάζει η μία την άλλη. Όταν είμαστε κοινωνικά φίλοι και κάνουμε παρέα είναι άλλο πράγμα από το να είμαστε συνεργάτες, αλλά την ίδια στιγμή το ένα επηρεάζει το άλλο με έναν πολύ περίεργο τρόπο. Είναι μεγάλη ευλογία όμως να έχεις δίπλα σου ανθρώπους που ξέρεις ότι όσο και αυστηροί να είναι μαζί σου στο επαγγελματικό κομμάτι, η άποψή τους πάντα θα έχει πίσω της αγάπη. Δεν υπάρχει ποτέ ένα δεύτερο επίπεδο που είναι πιο σκοτεινό ή πιο ύποπτο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι τα πράγματα έγιναν εύκολα. Έχουμε ρίξει πάρα πολύ κόπο στο να διατηρήσουμε τη φιλική μας σχέση μέσα σε αυτά τα χρόνια, γιατί δεν είναι αυτονόητες οι ανθρώπινες σχέσεις και όταν μάλιστα είμαστε τρεις τελείως διαφορετικοί άνθρωποι, αυτό θέλει περισσότερο κόπο, αλλά έχουμε βρει την ισορροπία μεταξύ μας. Ο καθένας αντιμετωπίζει τον άλλον σαν προέκταση του εαυτού του. Εγώ δηλαδή αν είχα φωνή, τα λόγια μου θα ήταν η φωνή της Νατάσας ανεξάρτητα από τη συνεργασία με άλλους ανθρώπους. Είναι σχεδόν κυτταρικός ο τρόπος με τον οποίο δημιουργούνται αυτά τα τραγούδια.

Όταν γράφεις κάποιο τραγούδι έχεις στο μυαλό σου τη μελωδία του;
Όχι, προσπαθώ όμως να τους διαβάζω φωναχτά για να είμαι σίγουρος ότι υπάρχει ένα σωστό μέτρο. Αλλιώς σκέφτεσαι τα πράγματα στο κεφάλι σου και αλλιώς βγαίνουν στο χαρτί. Μία μεγάλη διαφωνία που έχω με το Θέμη είναι ότι δεν διατηρώ πάντα σταθερό μέτρο στους στίχους μου. Πάντα υπάρχει μία έξτρα λέξη ή κάτι διαφορετικό σε σχέση με αυτό που θα θεωρούσε ο Θέμης (σ.σ. Καραμουρατίδης) βατό και φυσιολογικό. Αυτό βέβαια έχει να κάνει περισσότερο με τη σχέση που έχω με το θέατρο και τη θεατρική δομή των στίχων. Θέλω τα τραγούδια να έχουν και μία υπόσταση πρόζας μέσα τους, να μην είναι καθαρόαιμα τραγούδια. Σε αυτό έχουμε εκπαιδευτεί πάρα πολύ και οι τρεις. Εμένα μάλιστα με απελευθερώνει πάρα πολύ. Όταν έχω να γράψω ένα λαϊκότροπο τραγούδι ξέρω ότι θα πρέπει να είμαι πιο πιστός στη δομή του. Παράδειγμα είναι το “Κοίτα εγώ”, το “Μονάχα Εγώ”, που έχουμε γράψει για την Ελεονώρα και “Τα βήματα”, τώρα με την Κατερίνα Κούκα. Όταν υπάρχει ένα λαϊκό χρώμα προσπαθώ και εγώ να είμαι πιο αυστηρός στη δομή μου. Στα προσωπικά, δικά μου τραγούδια, αφήνομαι τελείως ελεύθερος και ο Θέμης με καταλαβαίνει.
 
evaggelatos1956
Προτιμάς να γράφεις ένα μιούζικαλ από την αρχή ή να αποδίδεις στίχους από ένα υπαρκτό έργο;
Εγώ αγαπάω πάρα πολύ το μιούζικαλ και δεν το κρύβω σε καμία περίπτωση. Τα μιούζικαλ που έχω κληθεί να αποδώσω είναι αυτά που αγαπάω, που τα έχω μελετήσει και η αναμέτρησή μου μαζί τους κρίνεται από έναν απόλυτο σεβασμό. Σεβασμό στους δημιουργούς και στην ιστορία τους αλλά και στο κοινό που έρχεται να απολαύσει μία παράσταση. Είτε μιλάμε για έναν άνθρωπο που δεν έχει καμία ιδέα για το μιούζικαλ, είτε είναι απόλυτος γνώστης. Προσπαθώ λοιπόν να τιμήσω και τους δύο ταυτόχρονα. Ζητούμενο σε όλο αυτό είναι να είμαι ειλικρινής, να είμαι θεατρικός και να καταφέρω να κάνω το εκάστοτε μιούζικαλ να ακούγεται σαν να γράφτηκε σε αυτή τη γλώσσα τη δικιά μας. Αυτό δεν είναι ποτέ εύκολο και θέλει πάρα πολλή δουλειά, ιδιαίτερα σε μιούζικαλ απαιτητικά, όπως ήτανε το “Cats” και απαιτείται πάρα πολύς χρόνος για τη δημιουργία αυτή. Για μένα όμως είναι μία ξεκούραστη και εν μέρει μαζοχιστική διαδικασία. Είναι η μόνη φορά που μπορώ να κάνω δουλειά γραφείου, να φτιάξω ένα καφέ και να ξέρω ότι για τις επόμενες ώρες έχω να αναμετρηθώ με ένα τραγούδι που πρέπει να έχει μία συγκεκριμένη μορφή πάνω σε μία παρτιτούρα και να προσπαθήσω να κάνω όσο πιο καλή δουλειά γίνεται. Είναι όμως ένα από τα πράγματα που με κάνουν πραγματικά χαρούμενο. Όταν με πήρανε να μου προτείνουν την απόδοση του “Cats”, τους είπα ξεκάθαρα να το ξεχάσουνε. Είναι η γιορτή των παρηχήσεων και της σημειολογίας και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να μεταφραστεί εύκολα. Πέρα από τη δυσκολία του δεν πρέπει να ξεχνάς ταυτόχρονα ότι έχεις να κάνεις με παιδικά τραγούδια. Πρέπει δηλαδή να κρατήσεις και την αθωότητα όλου αυτού του πράγματος, κάτι το οποίο το έκανε εξωφρενικά δύσκολο. Είμαι τρομερά χαρούμενος για αυτό που κατάφερα στο σύντομο χρονικό διάστημα που είχα στη διάθεσή μου για να το καταφέρω. Αφού έκανα το “Cats”, τώρα μπορείτε να μου φέρετε ό,τι πραγματικά θέλετε. Η απόδοση λοιπόν σε σχέση με τη δημιουργία ενός original έργου είναι σαφέστατα πιο ξεκούραστη. Η original δημιουργία όμως σου δίνει μία απίστευτη ελευθερία στο να δημιουργήσεις έναν ολόκληρο κόσμο αλλά και ταυτόχρονα ένα τεράστιο αίσθημα ευθύνης. Πρέπει να φτιάξεις κάτι που θα είναι πυκνό, κάτι το οποίο δεν λογοδοτεί, δεν πατάει κάπου, πρέπει να έχει ενδιαφέρον, πρέπει να χωρέσεις μέσα σε μία ώρα μία ιστορία που δεν έχει ξαναπεί κανένας άλλος, αλλά την ίδια στιγμή είναι τόσο ερεθιστικό να το κάνεις. Σαφέστατα πάντα ο χώρος μου ήτανε το θέατρο και οι σπουδές μου ήταν οι αντίστοιχες, αλλά και τα ενδιαφέροντά μου. Το τραγούδι είναι κάτι που προέκυψε πολύ αργότερα. Χάρηκα τόσο πολύ τη διαδικασία της πρωτότυπης θεατρικής δημιουργίας που σαφέστατα θα το έκανα και πάλι.

Πώς τα πηγαίνεις με τα προγράμματα και τα deadlines;
Θεωρητικά πάρα πολύ καλά... πρακτικά χάλια. Είμαι ο άνθρωπος που συνεχώς έχει εφιάλτες με τα deadlines που τελειώνουνε παρόλο που είμαι πάρα πολύ καλός στον προγραμματισμό. Δυστυχώς όμως δεν είμαι ποτέ μέσα σε αυτό το πρόγραμμα που έχω ίδιος φτιάξει. Ευτυχώς έχουμε το Θέμη, ο οποίος είναι εξαιρετικός σε αυτό και μας βάζει με τη Νατάσα σε ένα πολύ σταθερό πρόγραμμα δημιουργίας.

Θες να μας πεις δύο λόγια για την “Ουρανία” και την “Απλή μετάβαση”, που είναι αποκλειστικά δικές σου δημιουργίες;
Η “Ουρανία” είναι ένα έργο πρόζας, εκτός από ελάχιστες στιγμές τραγουδιού και ένας μονόλογος που είχα γράψει αρκετά χρόνια πριν, τον οποίο έδωσα σε έναν φίλο μου σκηνοθέτη που έψαχνε κάποιο καινούργιο έργο για να ανεβάσει. Του είπα ότι είχα αυτό το πράγμα στο συρτάρι και τον ενδιέφερε τελικά να το δει. Μπήκε στη διαδικασία να το κινήσει και βρήκαμε μία εξαιρετική νέα ηθοποιό, τη Δανάη Μπάρκα, πάνω στην οποία δημιουργήσαμε την ιστορία ενός νέου κοριτσιού, η ιστορία του οποίου πήγε πάρα πολύ καλά στη συνείδηση του κόσμου σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Η απλή μετάβαση από την άλλη είναι το πρώτο μεγάλο μιούζικαλ που κάνουμε με το Θέμη και είναι κάτι που συζητάγαμε εδώ και πάρα πολύ καιρό. Ξεκίνησε από μία πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου Ασπιώτη και της Μαρίζας Ρίζου, οι οποίοι θέλανε να κάνουνε μία πρόταση στο Εθνικό Θέατρο. Στην αρχή ψάχναμε μήπως διασκευάσουμε κάτι αλλά… πρότεινα να κάτσουμε οι δημιουργοί αυτής της γενιάς και να προσπαθήσουμε να πούμε με τον τρόπο μας ακριβώς τα όσα ζούμε μέσα στην καθημερινότητά μας. Η αφορμή για αυτό ήταν ότι παρακολουθώντας τα μιούζικαλ της τελευταίας εικοσαετίας βλέπουμε ότι υπάρχει μία στροφή στο εδώ και στο τώρα και οι παραστάσεις προσπαθούν να περιγράψουν το τι γίνεται αυτή τη στιγμή γύρω μας. Οπότε και εμείς γνωρίζοντας ότι πρόκειται να έχουμε μία μίνιμαλ παραγωγή, θεωρήσαμε ότι έχουμε μία πολύ καλή ευκαιρία για να μιλήσουμε για το τι συμβαίνει γύρω μας σε αυτή την εποχή της οικονομικής κρίσης που απασχολεί όλους. Όλοι έχουμε φίλους που έφυγαν ή που αναγκάζονται να φύγουν και είναι κρίμα να κάνουμε ότι δεν το βλέπουμε. Το μιούζικαλ είναι ο πιο ωραίος τρόπος να μιλήσεις για αυτό χωρίς να το κάνεις μίζερο, καταθλιπτικό και υπερβολικά δραματικό, γιατί μιλάμε για ένα θέμα που είναι πολύ καυτό και πάρα πολύ μελαγχολικό, αλλά νομίζω ότι με αυτό το είδος θεάτρου καταφέρνουμε να μην μας βαραίνει το στήθος και να κλείσουμε το μάτι στην ελπίδα και την αισιοδοξία. Αυτό νομίζω λοιπόν ότι είναι η μεγάλη επιτυχία της “Απλής Μετάβασης”, να έρχονται άνθρωποι οι οποίοι συγκινούνται αλλά στο τέλος φεύγουν λυτρωμένοι.
 
evaggelatos1957

Σκέφτηκες ποτέ να φύγεις εκτός συνόρων;
Εγώ δεν θα μπορούσα να φύγω έτσι κι αλλιώς. Σκέψου ότι αυτό που κάνω έχει να κάνει με τη γλώσσα, οπότε εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα έξω, δεν θα μπορούσα να εκφραστώ, να δημιουργήσω, ούτε να κάνω αυτό που ξεκίνησα να κάνω. Αν ήμουν νεότερος ή σε άλλη εποχή, με άλλο προσανατολισμό επαγγελματικό, μπορεί και να το έκανα, αλλά νομίζω ότι είμαι ένας άνθρωπος που τους ρυθμούς ζωής του εξωτερικού μπορώ να τους αντέξω και να τους ευχαριστηθώ μόνο σαν επισκέπτης ή τουρίστας, δηλαδή να ξυπνάω το πρωί ό,τι ώρα θέλω, να κάνω βόλτες στην πόλη, να πίνω τον καφέ μου και μέχρι εκεί. Οπότε νομίζω ότι δεν θα μπορούσα να ζήσω πραγματικά σε μία χώρα του εξωτερικού.

Τι είναι αυτό που σε ώθησε σε μία στιχουργική κατεύθυνση που αφορά στο συμβολισμό, σε αντίθεση με καλλιτέχνες όπως είναι ο Φοίβος που γέρνουν προς τον ωμό ρεαλισμό;
Ο Φοίβος είναι ένας καθαρά ιδιοσυγκρασιακός δημιουργός. Είναι δηλαδή ένας άνθρωπος που η τέχνη του είναι η μυθολογία του εκ των πραγμάτων. Εγώ πιστεύω ότι αντιμετωπίζω το τραγούδι μέσα από την πραγματικότητά μου και με ενδιαφέρει να αλλάζω ρόλους μέσα σε αυτό. Έχω την τύχη να έχω έναν πάρα πολύ θεατρικό συνθέτη και μία πάρα πολύ θεατρική ερμηνεύτρια, οπότε το κάνω αυτό χωρίς να αισθάνομαι ότι εκτίθεμαι κάπου. Δεν ξέρω τι θα έκανα αν είχα άλλους συνεργάτες και αν θα πήγαινα προς αυτό το δρόμο. Νομίζω όμως ότι έχει να κάνει ξεκάθαρα με το που νιώθει ο κάθε δημιουργός ασφαλής, δηλαδή εγώ είμαι ένας άνθρωπος που συγκινούμαι με ένα πολύ συγκεκριμένο τρόπο, σε μία πολύ συγκεκριμένη γλώσσα, με πολύ συγκεκριμένες αναφορές και για αυτό και δεν είμαι καθόλου καλός στα τραγούδια που είναι κατασκευασμένα με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Μπορώ μόνο να δημιουργώ όταν η δημιουργία μου προέρχεται από εμένα τον ίδιο βιωματικά. Ο τρόπος με τον οποίο γράφω τους στίχους μου λοιπόν έχει να κάνει ακριβώς με τον τρόπο που αισθάνομαι ασφαλής μέσα στη δημιουργία τους.

Εμπλέκεσαι καθόλου στο post-production μιας παράστασης την οποία έχεις δημιουργήσει;
Είμαι πάντα εκεί και αυτό δεν είναι και το καλύτερο για τον σκηνοθέτη μιας παράστασης. Υπάρχει άλλωστε η ατάκα ανάμεσα στους σκηνοθέτες ότι “Ο καλός συγγραφέας είναι ο νεκρός συγγραφέας”. Επειδή λοιπόν το γνωρίζω αυτό πολύ καλά, προσπαθώ να είμαι ιδιαίτερα διακριτικός στις πρόβες. Πιστεύω ότι από τη στιγμή που φεύγει ένα κείμενο από τα χέρια σου ανήκει στους ανθρώπους που καλούνται να το χειριστούν, είναι το δικό τους όραμα από κει και πέρα. Αρκεί το όραμά τους να μην προσβάλει και να μην στέκεται αντίθετο με αυτό που εσύ είχες οραματιστεί. Από κει και πέρα θέλω να πιστεύω ότι οι άνθρωποι που έχω για συνεργάτες ή που με επιλέγουν για συνεργάτη, είναι άνθρωποι που έχουν την ίδια αγνότητα, είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος και ξέρουμε πάνω-κάτω τι θέλει να πει ο καθένας μας. Από εκεί και πέρα συμβουλευτικά και πολύ διακριτικά και με τρομερή ευγένεια και κομψότητα είμαι στο πλευρό κάθε φορά του σκηνοθέτη όταν ζητηθεί η άποψη μου, γνωρίζοντας πάντα ότι είναι στο χέρι άλλων πλέον η ολοκλήρωση της δημιουργίας μου.
 
evaggelatos1958

Πώς θα μπορούσες να ορίσεις τον ιδανικό καλλιτέχνη;
Εξαρτάται πάντα από τον τομέα της τέχνης για τον οποίο μιλάμε. Δηλαδή για μένα, αν μιλάμε από άποψη γραφής, ένας άνθρωπος θα μπορούσε να οριστεί σαν ιδανικός καλλιτέχνης αν μπορεί να καθρεφτίζει την εποχή του χωρίς διδακτισμό, θα μπορεί να στέκεται μαζί με το κοινό στις απορίες του και στην αμηχανία του σε όλα εκείνα τα πράγματα που δεν ξέρουμε γιατί συμβαίνουν, αλλά τα βλέπουμε να συμβαίνουν γύρω μας. Θα πρέπει δηλαδή ουσιαστικά να διατυπώνει με έναν ωραίο, επίσημο και γλυκό τρόπο αυτά που θα μπορούσε να διατυπώσει οποιοσδήποτε αν είχε την έφεση στο να δημιουργήσει. Το μυστικό του υγιούς καλλιτεχνικού προτύπου είναι η ειλικρίνεια, είναι να νιώθεις ότι ο άλλος είναι δικός σου άνθρωπος, είναι η φωνή σου, είναι το χέρι σου στη γραφή, είναι η μουσική που θα μπορούσες να γράψεις αν έγραφες μουσική, είναι αυτός που θα ‘θελες να είσαι αν ήσουν και εσύ ο ίδιος καλλιτέχνης. O ιδανικός καλλιτέχνης λοιπόν είναι ο καλύτερος δέκτης της εποχής του, αυτός που δεν ζει στον κόσμο του, δεν ζει στον Όλυμπο και πρέπει να συχνοτίζει με τους ανθρώπους στο δρόμο, με τους ανθρώπους που μπαίνουν στα λεωφορεία, με τους ανθρώπους που ζουν την καθημερινότητα. Τέχνη φτιάχνουμε μόνο όταν μπορούμε να αφουγκραζόμαστε ανθρώπους που έχουν ανάγκη να εκφραστούν.

Είναι το ελληνικό κοινό σε θέση να διατηρήσει αυτή την σκηνή των μιούζικαλ στη χώρα μας;
Το μιούζικαλ, όταν δεν είναι μέρος απλά ενός μεγάλου θεάματος που δέχεται πολλούς θεατές και έχει μία μεγάλη παραγωγή, είναι ένα είδος που μπορεί να συγκινήσει τον οποιονδήποτε άνθρωπο, αρκεί ο θεατής να μπορεί να αντέξει τη σύμβαση του ότι το τραγούδι έχει μία οργανική θέση σε ό,τι συμβαίνει. Το τραγούδι στο μιούζικαλ δεν είναι πάντα ψυχαγωγικό, είναι ένας τρόπος να πεις πράγματα, που δεν θα μπορούσες να διατυπώσεις με πρόζα και θέλει ένα κοινό το οποίο θα είναι ανοιχτό σε αυτή τη συνθήκη, είτε μιλάμε για ένα μιούζικαλ οχτώ ηθοποιών και τεσσάρων μουσικών, που παίζεται σε μία μικρή σκηνή, είτε σε έναν τεράστιο χώρο. Το μιούζικαλ δεν πρέπει να είναι ένα θέμα μόδας αλλά να στέκεται μαζί με όλα τα υπόλοιπα έργα που παίζονται και κινητοποιούν συναισθηματικά και συγκινησιακά το θεατή, είτε μιλάμε για έργο πρόζας είτε μιλάμε για ένα μουσικό έργο είτε μιλάμε για οτιδήποτε.

Είναι το ελληνικό κοινό εκπαιδευμένο θεατρικά;
Εξαρτάται από το είδος του θεάτρου και το κοινό στο οποίο απευθύνεσαι. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου το κοινό για τρεις και τρεισήμισι ώρες κάθεται σιωπηλό χωρίς να μιλάει και έχω βρεθεί και σε θέατρο που τρώνε πατατάκια και δεν μπορώ να πιστέψω ότι ακόμα συμβαίνει αυτό. Δεν έχει να κάνει τόσο με το κοινό αλλά έχει να κάνει περισσότερο με το που απευθύνεται η εκάστοτε παράσταση. Νομίζω ότι υπάρχει χώρος για τα πάντα. Βλέπουμε sold out παραστάσεις άκρως καλλιτεχνικές αλλά και άκρως εμπορικές. Σημασία έχει σαν θεατής ό,τι και αν επιλέγεις να δεις να σε γεμίζει και να φεύγεις ιδιαίτερα προβληματισμένος. Δεν θεωρώ ότι υπάρχουν προ-απαιτούμενα στην τέχνη, αρκεί ο θεατής να αγαπάει αυτό που βλέπει ό,τι και αν είναι.
 
evaggelatos1959
Ποια θεωρείς ότι είναι η δικιά σου εξέλιξη σαν καλλιτέχνης από εκείνη την εποχή της Μικρής Άρκτου μέχρι τη σημερινή εποχή της “Ουρανίας” και της “Απλής μετάβασης”;
Νομίζω ότι είμαι πιο σίγουρος για τον εαυτό μου για τον τρόπο με τον οποίο θέλω να εκφράσω κάποια πράγματα. Θέλω να πιστεύω ότι δεν έχω προδώσει τις αρχές που είχα όταν ξεκινούσα γιατί θέλω πρωτίστως να συγκινούμαι εγώ πριν παραδώσω το οτιδήποτε. Προσπαθώ να νιώθω σε ένα ποσοστό ο παραλήπτης αυτού που δημιουργώ εγώ ο ίδιος και από αυτή την άποψη δεν έχω παρεκκλίνει πάρα πολύ από τα πρώτα χρόνια δημιουργίας.

Είναι η δημοσιότητα αντίβαρο ή συνθήκη έμπνευσης;
Ως δημιουργός και ως άνθρωπος που γράφει, η δημοσιότητα είναι τόση όση. Δεν περπατάω στο δρόμο και με σταματάνε, αλλά κάποιοι άνθρωποι που τους ενδιαφέρει αυτό που κάνω γνωρίζουν το όνομά μου και ίσως το πρόσωπό μου. Από αυτή την άποψη δεν θεωρώ ότι η αναγνωρισιμότητα παίζει οποιοδήποτε ρόλο στην ίδια τη δημιουργία. Κάποιες φορές που ξεχνιέμαι, πιάνω τον εαυτό μου να γράφει για έναν ιδεατό παραλήπτη, για έναν απρόσωπο κόσμο, για αυτό που ονομάζουμε κοινό. Όταν συμβαίνει αυτό προσπαθώ να μαζεύω τον εαυτό μου και να γράφω για τον ιδεατό έναν ακροατή παραλήπτη, ο οποίος μπορεί να μην έχει συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά οφείλω να του το πω ό,τι κι αν είναι αυτό σε ψιθυριστή ένταση, σαν να βρίσκεται απέναντί μου.

Υπάρχει κάποιος καλλιτέχνης που θαυμάζεις ιδιαίτερα και δεν ανήκει στον κύκλο των συνεργατών σου;
Ο Φοίβος που αναφέραμε προηγουμένως είναι τόσο σπουδαίος και ταυτόχρονα δεν έχει κανένα άγχος να φαίνεται σπουδαίος. Ο Φοίβος είναι ο κύριος εκφραστής μιας γενιάς και μιας εποχής και δεν νοιάζεται καθόλου για αυτό. Είναι αρκετά έξυπνος για να το ξέρει αλλά είναι σαν να μην το ξέρει. Αυτό που μου αρέσει πάρα πολύ σε εκείνον είναι ότι παραμένει ένα αθώο παιδί. Όταν μιλάει για τα βιβλία που αγαπάει, όταν οι συζητήσεις μαζί του αφορούν σε όλα εκείνα τα πράγματα που είναι έμπνευση για εκείνον μπορείς να καταλάβεις ότι είναι ένας άνθρωπος, που ακόμα τραγουδάει για τις γειτονιές και τα κορίτσια στο δρόμο και για όλα εκείνα τα πράγματα που αγαπάει χωρίς να ντρέπεται. Είναι τρομερά σημαντικό για εμένα το να υπάρχουν ανάμεσά μας άνθρωποι που να μπορούν ακόμη να βλέπουν με τέτοιο λυρισμό την εποχή μας, χωρίς να είναι εκτός τόπου και χρόνου. Ο Φοίβος δεν ονειρεύεται μία φανταστική πόλη αλλά ερωτεύεται και ονειρεύεται στην Αθήνα των σκουπιδιών, της κρίσης, της γκρίνιας και εξακολουθεί να είναι ποιητής.

Ποιο είναι εκείνο το σημείο στην καριέρα σου που είπες ότι μπορεί τελικά η τέχνη να είναι η βασική σου ενασχόληση;
Είναι πολύ πεζή αυτή η απάντηση αλλά είναι πολύ συγκεκριμένη. Όταν άρχισα να πληρώνομαι και να ζω από αυτό. Το να πληρωθείς το κάνει επάγγελμα και η πρώτη δικιά μου πληρωμή ήτανε από την παλαιά ΑΕΠΙ. Μέχρι να πάρω τα πρώτα λίγα λεφτά με τα οποία θα μπορούσα να ζήσω, ντρεπόμουν να πω με τι ασχολούμαι. Παρόλο που ήδη είχα δισκογραφία ντρεπόμουν να δηλώσω στιχουργός. Έλεγα ότι είμαι φοιτητής και παράλληλα γράφω κάποια πράγματα. Ξαφνικά όμως συνειδητοποίησα ότι αυτό κάνω και πληρώνομαι από αυτό. Αυτό είναι που το κάνει επάγγελμα. Κατά τα άλλα δημιουργός αισθάνομαι από τους πρώτους κιόλας στίχους που έγραψα ποτέ. Η “Ασπιρίνη”, ας πούμε, γράφτηκε όταν ήμασταν ακόμη μικρά παιδάκια.
 
evaggelatos1960

Όταν γράφεις ένα τραγούδι έχεις τον ερμηνευτή στο κεφάλι σου;
Επειδή εγώ γράφω πάντα στο πλαίσιο ενός δίσκου ή ενός project, τις περισσότερες φορές ξέρω για ποιον άνθρωπο γράφω. Πολύ λίγες φορές έχω γράψει ένα τραγούδι και δεν ξέρω τον προορισμό του. Φαίνεται άλλωστε αυτό γιατί όταν γράφω, ας πούμε για τη Νατάσα, είναι όλα προδιαγεγραμμένα γιατί ακόμα και το πιο υπερβολικό πράγμα να γράψω εκείνη μπορεί να το υποστηρίξει.

Ποια στοιχεία λοιπόν της καλλιτεχνικής σου φύσης θεωρείς ότι είναι αυτά που σε έκαναν να ξεχωρίσεις από τους υπόλοιπους ανθρώπους που γράφουν στίχους;
Σίγουρα μία καλή ομάδα μπορεί να σε κάνει να ξεχωρίσεις. Χωρίς το Θέμη και τη Νατάσα τα τραγούδια μου δεν θα είχαν ταξιδέψει με αυτό τον τρόπο που ταξίδεψαν. Είχα μία πολύ επικοινωνιακή τραγουδίστρια, τη Νατάσα, με μία φωνή εξωστρεφή και εντυπωσιακή, που θα μπορούσε να κάνει τον οποιονδήποτε στίχο να πετάξει. Εξέφρασα πράγματα τα οποία σε κάποιο σημείο με έκαναν να αισθάνομαι ότι εκτίθεμαι υπερβολικά και επειδή είμαι ένας φύσει κλειστός άνθρωπος, θεωρώ ότι ήταν μία υπέρβαση αυτή η υπερβολική μου έκθεση, αλλά θεωρώ ότι αυτό εκτιμήθηκε από κάποιους ανθρώπους με ιδιαίτερη ευαισθησία. Κατάλαβαν ότι αυτός ο άνθρωπος, που γράφει αυτά τα λόγια, αυτή τη στιγμή, εμπιστεύεται κάτι προσωπικά δικό του, που μπορεί να είναι και επώδυνο για το ευρύτερο κοινό. Έτσι λοιπόν έχουμε δύο παραμέτρους που θεωρώ ότι με βοήθησαν πάρα πολύ στην τέχνη μου. Μία επικοινωνιακή τραγουδίστρια και ειλικρίνεια από την από την πλευρά μου. Υπήρξε βέβαια και μία εταιρεία όπως ήταν η Μικρή Άρκτος, που έδωσε βήμα σε πράγματα που ήταν ψιθυριστά για τα μουσικά πράγματα εκείνης της εποχής. Ήταν σε μία εποχή που η δισκογραφία ήδη ζούσε τις τελευταίες μεγάλες μέρες της. Παράλληλα το πράγμα είχε στραφεί στα ριάλιτι και εκεί φαινόταν ότι θα δοθούν τα τελευταία μεγάλα ποσά της δισκογραφίας και μία εταιρεία με τελείως καλλιτεχνικό πρόσημο και καλλιτεχνικό αίτημα έδωσε βήμα σε νέους ανθρώπους που δεν τους ήξερε κανείς. Κατάφερε λοιπόν αυτούς τους ανθρώπους να τους κάνει να παίζουν σε κάποια λίγα ραδιόφωνα. Οπότε σίγουρα η Μικρή Άρκτος είναι μία πολύ μεγάλη υπόθεση σε αυτό που μπορεί να είμαι εγώ σήμερα.
 

Τι θα μπορούσε να δώσει φιλί της ζωής στη δισκογραφία σήμερα;
Να προστατεύσουμε το πέρασμα στην ψηφιακή εποχή με κάποιο τρόπο. Να βρεθεί μία φόρμουλα όπου θα μπορεί το διαδίκτυο να καλύπτει και τους δημιουργούς και το κοινό. Για παράδειγμα, ο κινηματογράφος περνάει πολύ πιο πετυχημένα στην ψηφιακή εποχή με τις διάφορες πλατφόρμες. Βλέπεις ότι ο κόσμος είναι διατεθειμένος να ξοδέψει λεφτά όταν υπάρχει μία λογική στις υπηρεσίες που θέλει να έχει πρόσβαση. Η δικιά μου γενιά έζησε σε μία εποχή όπου όταν ανοίγαμε το διαδίκτυο μπορούσαμε να έχουμε κατεβασμένα τα πάντα. Οι νέοι άνθρωποι βλέπουν ότι αυτό γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Αυτή τη στιγμή εγώ ο ίδιος πρέπει να δίνω πάνω από 50-60 Ευρώ στις διάφορες πλατφόρμες για να έχω πρόσβαση σε πολιτιστικά αγαθά και χαίρομαι για αυτό. Θα έδινα και περισσότερα αν μπορούσα για να έχω ακόμα περισσότερες υπηρεσίες.
 
Ποια είναι η σχέση σου με το βινύλιο;
Έχω μία πολύ ιδιαίτερη σχέση με τον κόσμο του βινυλίου. Είμαι ένας άνθρωπος που είναι τρομερά γκατζετάκιας και οτιδήποτε βγαίνει σε σχέση με την τεχνολογία, παρόλο που δεν μου φαίνεται, γιατί γενικά είμαι ένας ρετρό τύπος, είμαι από τους πρώτους που θα προσπαθήσω να το αποκτήσω. Το βινύλιο λοιπόν, έχει αυτό τον υπέροχο τρόπο να απευθύνεται στο ρετρό συλλέκτη και να δημιουργεί μία γέφυρα με την καινούργια εποχή. Οπότε μπήκα και εγώ στη διαδικασία να αγοράζω βινύλια… Έχω μία χαριτωμένη συλλογή βινυλίων, που δεν μετράει έναν τεράστιο αριθμό, αλλά μου δίνει πάρα πολύ μεγάλη χαρά. Αγοράζω δίσκους και θα σου πω αυτό το κλισέ ότι σίγουρα δεν είναι το ίδιο να ακούς έναν δίσκο βινυλίου με οποιαδήποτε άλλη μορφή αναπαραγωγής ήχου. Η αλήθεια είναι ότι τις περισσότερες φορές θα βαρεθείς να ακούσεις κάτι από το βινύλιο και θα στραφείς και πάλι στο Spotify, αλλά είναι μία πολύ ωραία ιεροτελεστία και είναι γενικά ωραίο να υπάρχει ο πολιτισμός ως προϊόν. Είτε αυτό είναι ένα δισκάκι ψηφιακό είτε είναι βινύλιο είτε είναι οτιδήποτε. Είναι πολύ όμορφο να σε καθορίζει η μουσική ή γενικότερα η τέχνη, την οποία αγαπάς. Σκέψου ότι παλαιότερα η μουσική που αγοράζαμε ήταν ένα βασικό κομμάτι της ταυτότητάς μας, ένα κομμάτι του ποιοι είμαστε.

Δημήτρης Μπάρμπας
 

Συνεντεύξεις

Facebook Comments