Άρθρα Μουσικής

loogoo

Τα καλύτερα Soundtrack του 2013

 
   Το 2013 πολλά κινηματογραφικά σάουντρακ στριμώχτηκαν στα ράφια των (ελάχιστων πλέον) δισκοπωλείων. Πόσα όμως άξιζαν πραγματικά, πόσα και ποια κατάφεραν να ξεχωρίσουν; Ελάτε, παρέα με εμάς, να ανακαλύψουμε τα καλά και τα κακά της χρονιάς. Ας τα πάρουμε όλα με τη σειρά.
 
00
   Οι υπέρ-ήρωες, όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος είχαν την τιμητική τους. Ο επικός Hans Zimmer, ο λατρεμένος συνθέτης του κοινού, συνέθεσε το σάουντρακ του σκοτεινού ''Man Of Steel'', απογοητεύοντας με τις άψυχες μελωδίες του. Ο Brian Tyler έγραψε τη μουσική για τα ''Iron man 3'' και ''Thor: The dark world'', καταφέρνοντας να κερδίσει το στοίχημα, να βγει νικητής. Συμπαθητικό το ''G.I. Joe: Retaliation'' του  Henry Jackman, ενώ το ''The Wolverine'' του Marco Beltrami χάθηκε στο κενό.

   Στα δραματικά σάουντρακ τώρα, η επιστροφή του κολοσσού John Williams, με το νοσταλγικό '' The Book Thief'', ήταν ό,τι καλύτερο ακούσαμε. Υπέροχα όμως και τα ''How I Live Now'' (Jon Hopkins), ''All is Lost'' (Alexander Ebert), ''Philomena'' (Alexandre Desplat), ''Night Train To Lisbon'' (Annette Focks), ''Summer In February'' (Benjamin Wallfisch), "12 Years a Slave" (Hans Zimmer), ''The Company You Keep'' (Cliff Martinez), ''Stoker'' (Clint Mansell), ''To the Wonder'' (Hanan Townshend), ''Kon-Tiki'' (Johan Sφderqvist), ''Side Effects'' (Thomas Newman) και φυσικά το αριστουργηματικό ''Romeo & Juliet'' του Abel Korzeniowski.

   Στις περιπέτειες δεν ακούσαμε καμιά έκπληξη. Τα βαρετά ''Bullet to the Head'' (Steve Mazzaro), ''The Last Stand'' (Mowg), ''A Good Day To Die Hard''(Marco Beltrami), ''The Call'' (John Debney), ''Jack Reacher'' (Joe Kramer), κούρασαν με τις δευτεροκλασάτες μελωδίες τους. Συμπαθητικά κινήθηκαν τα ''Red 2'' του αδικαιολόγητα μέτριου Alan Silvestri, ''Escape Plan'' (Alex Heffes), ''Dead Man Down'' (Jacob Groth), ''Captain Phillips'' (Henry Jackman), ''Hammer Of The Gods'' (Benjamin Wallfisch), ''Gangster Squad'' (Steve Jablonsky), ''Rush'' (Hans Zimmer) και ''World War Z'' (Marco Beltrami) Από τα καλύτερα της χρονιάς τα ''Phantom'' του ανανεωμένου Jeff Rona, το πατριωτικό ''Olympus Has Fallen'' (Trevor Morris) και τέλος το λαχταριστό '' The Lone Ranger'' (Hans Zimmer).

   Τα κλασικά, επικά αριστουργήματα, όπως ''47 Ronin'' του ταλαντούχου Ilan Eshkeri, ''The Hobbit: The Desolation Of Smaug'' (Howard Shore), ''Jack the Giant Slayer'' (John Ottman), ξεχώρισαν με διαφορά και χάρισαν μουσικό πλούτο.

   Ανούσια horror σάουντρακ όπως τα ''Mama'' (Fernando Velazquez), ''Curse of Chucky'' (Joseph LoDuca), ''Carrie'' (Marco Beltrami), πέρασαν και δεν ακούστηκαν. Αντίθετα, τα εκπληκτικά ''The Conjuring'' (Joseph Bishara) και ''Evil Dead'' (Roque Banos) προκάλεσαν ταραχή, έπαιξαν με τα νεύρα του κοινού και πέτυχαν το σκοπό τους με το παραπάνω.

   Υπερφορτωμένα σάουντρακ επιστημονικής φαντασίας όπως ''Star Trek Into Darkness'' (Michael Giacchino) και ''Pacific Rim'' (Ramin Djawadi) έκαναν φασαρία χωρίς αποτέλεσμα. Αδιάφορα κινήθηκαν τα  ''Ender's War'' (Steve Jablonsky) και ''After Earth'' του αδικαιολόγητα κουραστικού James Newton Howard. Ξεχώρισαν τα ''Elysium'' (Ryan Amon) και η φετινή έκπληξη '' Oblivion'' των Anthony Gonzales, Joseph Trapanese.
 
Ας δούμε αναλυτικά τα δέκα καλύτερα της χρονιάς.
 
1010. To The Wonder του Hanan Townshend
Ο Terrence Malick πάντα έδινε προσοχή στη μουσική και επέλεγε σπουδαίους μουσικούς για να ντύσουν τις ταινίες του. Ποτέ δε συνεργάστηκε με κάποιον δεύτερη φορά, τους άλλαζε και πειραματιζόταν, προσπαθώντας να δει με ποιον έχει χημεία, με ποιον ταιριάζει. Μετά τους μοναδικούς Ennio Morricone, "Days of Heaven" (1978), Hans Zimmer, "The Thin Red Line" (1998), James Horner, ''The New World'' (2005), Alexandre Desplat "The Tree of Life" (2011), δοκιμάζει το Hanan Townshend, ένα νεαρό ταλέντο, με όρεξη για δουλειά, που μπορεί να δαμάσει τις πιο απαιτητικές νότες. Ο Townshend γεννήθηκε στη Νέα Ζηλανδία και ξεκίνησε από το 2009 να εργάζεται σε μικρού μήκους φιλμ και ντοκιμαντέρ. Το "To The Wonder" είναι η δεύτερη σοβαρή απόπειρα στον κινηματογράφο. Ο συνθέτης γνώριζε καλά τα γούστα και τις απαιτήσεις του Terrence Malick. Οι δυο τους ξόδεψαν πολλές ώρες με κουβέντα και διαφωνίες, για το ποιο θα πρέπει να είναι το ύφος της μουσικής. Ο σκηνοθέτης θέλει τα θέματα να ακολουθούν την εικόνα, την μοναδική τεχνική του, τα μελαγχολικά/μουντά τοπία. Έτσι λοιπόν ο Hanan Townshend ξεκίνησε να γράφει μουσική βασισμένος σε διάφορα πλάνα της φύσης κι όχι σε σκηνές της ταινίας. Απελευθέρωσε από μέσα του ένα φθινοπωρινό αεράκι, μια μεθυστική ανοιξιάτικη φρεσκάδα, συνθέτοντας ένα πολύ ιδιαίτερο σάουντρακ. Ακούγοντας το δίσκο ένιωσα ποικίλα συναισθήματα, άλλοτε με παρέσερνε η μαγεία της φύσης, άλλοτε πάλι ένιωθα την ίδια μαγεία να χάνεται, καθώς η υπερβολή του Townshend να βαραίνει τις παρτιτούρες του, μπούκωνε τα όμορφα θέματα. Ο δίσκος δεν είναι κακός, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια «προέκταση» της κλασικής μουσικής, ένας μοντέρνος ήχος (και σαφώς πιο μουντός) στα χνάρια του Antonio Vivaldi. Το άλμπουμ ανοίγει με το "Awareness", ένα σπάνιο, αγέρωχο κομμάτι με ένταση, που αποκαλύπτει τη σκοτεινή πλευρά του συνθέτη. Το "Parsifal: Prelude To Act One" του Richard Wagner είναι ένα αριστούργημα και η χρήση του συγκεκριμένου, έξυπνη κίνηση. Αναμφισβήτητα το "Marina's Theme", είναι το καλύτερο απ' όλα και ο Hanan Townshend φρόντισε να του χαρίσει ζεστασιά. Δημιούργησε ένα όμορφο άρωμα, μια έντονη γλυκιά μελαγχολία που είναι ικανή να σε αγκαλιάσει και να σου περάσει μηνύματα αισιοδοξίας. Άλλο ένα αριστούργημα κλασικής μουσικής παρελαύνει με καμάρι. Το BWV No. 142 "Uns Ist Ein Kind Geboren" του Johann Sebastian Bach, είναι το στολίδι αυτού του δίσκου.
 
099. Night TrainTo Lisbon της Annette Focks
Ο χώρος της κινηματογραφική μουσικής έχει πολλούς βασιλιάδες που προσπαθούν να υποδουλώσουν ο ένας τον άλλο. Λιγότερες είναι οι βασίλισσες και ξέρουν ότι δεν μπορούν να τα «βάλουν» μαζί τους. Γι αυτό και δεν κάνουν φασαρία, ενώνουν τις δυνάμεις τους έναντι στο ανδροκρατούμενο καθεστώς, προσπαθώντας να δείξουν ότι έχουν δύναμη κι αυτές. Η Γερμανίδα Annette Focks (Night Train To Lisbon) δεν είχε την τύχη να δουλέψει σε σπουδαίες ταινίες, ωστόσο η μουσική της είναι αριστουργηματική και νιώθεις το πάθος που διοχετεύει στις παρτιτούρες της. Αρκεί να ακούσει κάποιος την εκπληκτική δουλειά που έκανε στα "Dschungelkind" (2011), "Poll" (2010), "Krabat" (2008). Δεν είναι υπερβολή να τη συγκρίνουμε με μοναδικούς συνθέτες όπως Jan A.P. Kaczmarek, Zbigniew Preisner, Javier Navarrete, Dario Marianelli, Stephen Warbeck. Λαμπρό φαίνεται το μέλλον της Focks και θα ήμουν άδικος αν δεν ανέφερα το πόσο πολύ μαγεύτηκα από τις μελωδίες της. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι έχει τεράστια μουσική παιδία, η ίδια διευθύνει και την ορχήστρα, αποδεικνύοντας ότι μια γυναίκα μπορεί!  Το "Night Train to Lisbon" είναι ένα εκπληκτικό, δραματικό σάουντρακ και η Annette Focks παίζει με ασφάλεια σε αυτό που ξέρει να χειρίζεται καλά. Νιώθεις μια γλυκιά αίσθηση πόνου ακούγοντας το άλμπουμ. Η μουσική σου δίνει εικόνα, φαντασία και θυμάσαι, φαντάζεσαι. Τη σκηνή του χωρισμού σου, τα ατελείωτα μοναχικά βράδια, το δραματικό αντίο που είπες σε κάποιον (που έφυγε άδικα πρόωρα), το μοναχικό περίπατο δίπλα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, τα δάκρυα λύπης, το τελευταίο πικρό φιλί. Σοφά χρησιμοποιεί πιάνο, χωρίς να τσιγκουνεύεται, για να περάσει συναισθήματα στον ακροατή και να τον κερδίσει. Με εκπληκτική ακρίβεια διοχετεύει σωστές δώσεις έγχορδων και δίνει μια ζεστή λυρικότητα στα θέματα της. Τα όργανα ζουν το δράμα και μπορείς να τα ακούσεις να κλαίνε με λυγμούς, καθώς η μπαγκέτα της Annette Focks τα μαλώνει με αυστηρό ύφος. Το σάουντρακ καταφέρνει να γίνει ένα μεθυστικό ντελίριο πόνου και ο ακροατής το χρησιμοποιεί ως αλκοόλ για να απαλύνει τον πόνο του.
 
088. Epic του Danny Elfman
Τα Blue Sky Studios, ιδιοκτησία της 20th Century Fox, μετά τα επιτυχημένα "Ice Age" (2002-2012) και "Rio" (2011), παρουσιάζουν μια εντυπωσιακή animation ταινία με τίτλο "Epic". Μια νεαρή κοπέλα θα βρεθεί σε ένα μαγικό κόσμο και θα προσπαθήσει να βοηθήσει τα καλοκάγαθα πλασματάκια, που μάχονται εναντία στις δυνάμεις του κακού. Ο Chris Wedge (Ice Age - 2002, Robots - 2005) σκηνοθετεί το φιλμ που βασίζεται στο παιδικό βιβλίο του William Joyce με τίτλο "The Leaf Men And The Brave Good Bugs". Ο Elfman ακροβατεί με μοναδικό τρόπο ανάμεσα στα σκοτεινά μονοπάτια του Χόλυγουντ και τη μουσική ψυχεδέλεια, που με ηδονή αφήνει να τον παρασύρει. Πρόκειται για ένα χαρισματικό μουσικό που δε «μάσαει», δοκιμάζοντας, πειραματίζοντας, σε οτιδήποτε του κάνει κέφι. Στο "Epic", ο ταλαιπωρημένος Elfman, πετά από πάνω του κάθε σκοτεινό και δυσοίωνο συναίσθημα, επιστρέφοντας πιο δυνατός από ποτέ. Όχι μόνο βρίσκει το κέφι του, αλλά συνθέτει ένα εκπληκτικό σάουντρακ που ακούγεται ευχάριστα. Το κύριο θέμα της ταινίας είναι επικό και φροντίζει να το στολίσει με παιχνιδιάρικιες, παιδικές πινελιές χαράς, χωρίς να χάνει το κύρος και τη μαγεία του. Αλλάζει προσωπείο, στυλ, διάθεση και αποδεικνύει περίτρανα ότι τελικά (όταν θέλει) μπορεί να γράψει όμορφες μελωδίες. Απαλά φωνητικά χαϊδεύουν την πλούσια ορχήστρα δημιουργώντας παραμυθένια ατμόσφαιρα και φραουλένιο άρωμα τσιχλόφουσκας. Η Sony Classics παρουσιάζει το άλμπουμ σε παραγωγή του Danny Elfman και σας υπόσχεται ένα εκπληκτικό μουσικό ταξίδι (το οποίο έκανα κι εγώ, γνωρίζοντας από κοντά μοναδικούς χαρακτήρες). Δε θα απογοητεύσει τους fans, αλλά ούτε κι αυτούς που αρέσκονται σε πλούσια, επικά score. Ο συνθέτης φρόντισε να αλλάξει τόσο πολύ το ύφος των συνθέσεών του, που είναι πολύ δύσκολο, ακόμη και για ένα έμπειρο μουσικό αυτί, να καταλάβει ότι αυτές οι μελωδίες είναι του ίδιου. Κομμάτια όπως το "In The House" φροντίζουν να προδώσουν ή και να θυμίσουν με γαργαλιστικό τρόπο, το κλασικό γόητρο του Elfman, αλλά τελικά το σύντομο μοτίβο πνίγεται μέσα στην ομορφιά του συνόλου.
 
077. Thor The Dark World του Brian Tyler
Ο σπουδαίος Patrick Doyle έγραψε τη μουσική υπόκρουση του πρώτου Thor, χωρίς να καταφέρει να παρουσιάσει κάτι ανάλογο της φήμης του. Παρ' όλα αυτά, ήταν η πρώτη επιλογή του σκηνοθέτη, ο οποίος πίστεψε στα παλιότερα θέματά του. Ο Doyle εξαρχής δέχτηκε. Λίγο καιρό αργότερα έγινε γνωστό ότι συνθέτης θα είναι τελικά ο Carter Burwell. Καλλιτεχνικές διαφορές έφεραν σύννεφα σε αυτή τη συνεργασία και τελικά η Marvel είπε να πάρει στα σοβαρά το θέμα και να προσλάβει μια σταθερή αξία, έναν έμπιστό της. Στο ''Thor: The Dark World'' ο Brian Tyler μπαίνει με τσαμπουκά στη μάχη, σηκώνει το λάβαρο της νίκης και κερδίζει το στοίχημα. Εκπληκτικό σάουντρακ, προσεγμένο και καλοδουλεμένο. Ένα χορταστικό μουσικό ταξίδι που ξεσηκώνει ψυχή και σώμα. Ο Tyler δίνει ένα καλό μάθημα σε όλους όσους νομίζουν ότι γράφουν κινηματογραφική μουσική. Χρησιμοποιεί σωστά πνευστά και χορωδία, δεν κάνει απλά φασαρία, δεν κουράζει με εύκολες μελωδίες, δεν είναι τσαπατσούλης. Στήνει άψογα την ορχήστρα και την κάνει να πολεμάει γι αυτόν. Πραγματικά είναι αυτό που περιμέναμε με λαχτάρα τα τελευταία χρόνια. Μοντέρνο, επικό, σωστά δομημένο, λυρικό, πλούσιο και με ένταση, αξίζει να κοσμεί τη συλλογή σας.  Ένα επικό ντελίριο θεμάτων, κομμένο και ραμμένο για όλα τα γούστα. Ένα υπέροχο ταξίδι ξεκινά μαζί με την ακρόαση του άλμπουμ. Ο δίσκος ανοίγει με το ''Thor: The Dark World'' και ο Brian Tyler συνθέτει ένα επικό εμβατήριο προς τιμή του ήρωα. Συμμαζεμένο και κομψό, εμβαθύνει στην προσωπικότητα του Thor και τον εξυμνεί με υπερηφάνεια. Το ''Lokasenna'' αφήνει τα απαλά φωνητικά να σαγηνέψουν τον ακροατή, να τον παρασύρουν σε ένα μαγικό κόσμο με νεράιδες και ξωτικά. Τα ''Battle Οf Vanaheim'', ''Origins'', ''Escaping Τhe Realm'', ''Untouchable'', ''Invasion Οf Asgard'', ''Battle Between Worlds '', είναι αυτό ακριβώς που φωνάζω καιρό τώρα. Ένταση της ορχήστρας δηλαδή, με σωστή χρήση των πνευστών (χωρίς να κουράζουν ή να καταντάνε βαρετά).  Κομμάτια όπως τα ''Journey Τo Asgard'', ''Vortex'', ''Deliverance'' ολοκληρώνουν άψογα το άλμπουμ, του χαρίζουν σοβαρότητα και ξεπλένουν τη βαρβατίλα του πολέμου. Ένα σάουντρακ που δεν πρόκειται να απογοητεύσει τους φίλους της επικής κινηματογραφικής μουσικής. Μόνο να θυμάστε ότι οι εποχές άλλαξαν και το επικό έγινε λιγάκι πιο χλιδάτο.
 
066. The Lone Ranger του Hans Zimmer
Ο γερόλυκος Hans Zimmer αφήνει τους υπέρ ήρωες στην ησυχία τους και συνθέτει ένα λαχταριστό score που είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του. Ενώνει τις μουσικές κουλτούρες των Πειρατών της Καραϊβικής και του ''Sherlock Holmes'', πλάθοντας ένα συμπαθητικό κράμα που ακούγεται ευχάριστα. Οι επικές φανφάρες και τα χιουμοριστικά ξεσπάσματα των εγχόρδων, λειτουργούν έξυπνα μέσα από το μοντέρνο ήχο της άγριας δύσης. Ο Zimmer κάνει τα μαγικά του και εκμεταλλεύεται το δυνατό σημείο του χωρίς να κουράζει, να γίνεται υπερβολικός (όπως τις περισσότερες φορές). Βέβαια ένας Fan του συνθέτη, θα αναγνωρίσει τα ξαναζεσταμένα θέματα, ή αυτά που περίσσεψαν από παλαιότερες δουλειές του (ειδικά από το Sherlock Holmes, κομμάτια ''Absurdity'', ''Red's Theatre of the Absurd''), αλλά αυτό φαντάζομαι είναι κάτι που δεν ενοχλεί. Ο Hans Zimmer είναι ένας δυνατός παίκτης και κανείς δεν αμφισβητεί το ταλέντο του, άσχετα που δεν μπορεί να διαβάσει μουσική. Ακολουθεί πάντα το δικό του στυλ, που έχει κτίσει με κόπο τα τελευταία χρόνια και το υπερασπίζεται με σθένος. Κρατάει ίδιο το υπόβαθρο, το σκελετό και αλλάζει ρούχα στη μουσική του για να μοιάζει καινούργια, νέα, κομψή. Άλλοτε το κάνει με επιτυχία, άλλοτε κουράζει και ενίοτε το αποτέλεσμα είναι συμπαθητικό περνώντας απαρατήρητο. Έτσι λοιπόν και στο ''The Lone Ranger'', συνέθεσε ένα ισορροπημένο σάουντρακ που καλπάζει σαν περήφανο άτι στις Αμερικανικές πεδιάδες με πάθος. Το ''Absurdity'' είναι από τα πιο νόστιμα κομμάτια του σάουντρακ και δεν μπορούμε να αντισταθούμε, δαγκώνουμε λαίμαργα το σκανταλιάρικο θέμα που συγκεντρώνει μουσική τσαχπινιά, νάζι, δράση. Το tack piano και το ηλεκτρονικό cello, απορροφούν τους κραδασμούς της ορχήστρας ομορφαίνοντας το εκπληκτικό αποτέλεσμα. Το λυρικό, κομψό, βελούδινο '' Silver'' αφηγείται με πόνο την ιστορία και ο συνθέτης εκφράζει μέσα από το βιολί την τρυφερή πλευρά του. Στο ''Ride'' προσπαθεί να τιμήσει τα σπαγγέτι γούεστερν αλείφοντας ηλεκτρικές κιθάρες πάνω στην κλασική βάση που στερέωσαν στο παρελθόν ονόματα όπως  Ennio Morricone, Luis  Bacalov, Elmer Bernstein κ.α. Το αγαπημένο μου κομμάτι με διαφορά, είναι το παρανοϊκό ''Red's Theatre of the Absurd'' και ο Zimmer (μαζί με τον Jack White) αποδεικνύει την ευφυΐα, το μεράκι, τη ζωντάνια και το χιούμορ που διαθέτει, δημιουργώντας ένα ατελείωτο σάλπισμα Αμερικανικής ιστορίας. Ο μουσικός  Pokey LaFarge και η μπάντα του, The South City Three, ερμήνευσαν το κομμάτι με περίσσια αγάπη. Θυμίζει έντονα το ''Sherlock Holmes'', που συνέθεσε πριν από λίγα χρόνια ο Zimmer. Το ''William Tell Overture'', του κλασικού συνθέτη Gioachino Rossini (σήμα κατατεθέν του Lone Ranger), που ακούστηκε στη σειρά και ταυτίστηκε με τον ήρωα, χρησιμοποιήθηκε στο ''Finale''. Με σεβασμό ο Hans Zimmer εμπιστεύτηκε στα χέρια του έμπειρου μαθητή του, Geoff Zanelli, το κλασικό θέμα, δημιουργώντας μια μοντέρνα επανεκτέλεση που ακούγεται ευχάριστα.  Πολύ καλή δουλειά από το Zimmer, που μετά από καιρό βρήκε να «φορέσει» κάτι στα μέτρα του και του πάει.
 
055. The Book Thief του John Williams
Έκπληξη αποτελεί το γεγονός ότι ο Williams θέλησε να συνθέσει μουσική για ταινία που δεν σκηνοθετεί ο κολλητός του Steven Spielberg, όπως συνηθίζει άλλωστε να κάνει τα τελευταία χρόνια.  Για την ακρίβεια, ο συνθέτης συγκινήθηκε από τη νουβέλα και εμπνεύστηκε μουσικά από αυτή. Όταν έμαθε ότι θα γυριστεί ταινία, πλησίασε την παραγωγή και ρώτησε ο ίδιος αν μπορούσε να γράψει τη μουσική υπόκρουση! Το ''The Book Thief'' είναι ένα ζεστό χάδι, ένας τρυφερός χαιρετισμός του συνθέτη, ένα ευχαριστώ σε όλους όσους τον στήριξαν τόσα χρόνια. Ακολουθεί πιστά το αδιάβροχο στυλ του και δίνει έμφαση στα απαλά χάδια της ορχήστρας. Το πιάνο έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο και ελευθερώνει όμορφα συναισθήματα υπό τις διαταγές του μαέστρου. Ένα κομψό, καλοδουλεμένο score, που επαναφέρει το βασιλιά στο θρόνο του. Η λαχτάρα του συνθέτη για κάτι νέο είναι έκδηλη, όπως επίσης και οι γερασμένες παρτιτούρες του που μετά βίας δίνουν ένα άλλοθι στο σάουντρακ. Το σάουντρακ θυμίζει παλαιότερες δουλειές του (κυρίως το "Angela's Ashes") και κινείται σε ανάλογα μονοπάτια, δίνοντας βαρύτητα στο συναίσθημα. Όπως πάντα, ο John Williams συμπληρώνει τις περιττές εικόνες με βαριά ορχηστρική μουσική. Σε σημεία το παρατραβά και γίνεται κουραστικός με την άσκοπη χρήση έγχορδων, αλλά επαναφέρει την τάξη με το κύριο θέμα, το οποίο ξεθάβει αναμνήσεις από το παρελθόν και χαρίζει μια γλυκιά νοσταλγία στον ακροατή. Γνώριμες μελωδίες μας ακολουθούν κατά την ακρόαση και χειροκροτούμε την προσπάθεια του συνθέτη να επανέλθει στην ενεργό δράση. Αυτή τη φορά η ορχήστρα είναι μικρότερη, πιο λιτή, πιο συμμαζεμένη, ωστόσο ο ήχος παραμένει το ίδιο γοητευτικός, το ίδιο λαμπερός. Ο συνθέτης μπορεί να δίνει έμφαση στο πιάνο, αλλά δεν αφήνει παραπονεμένα τα όμποε, φλάουτο, τσέλο, άρπα, τα εντάσσει δυναμικά στην ενορχήστρωση και χαρίζει ισάξιους ρόλους. Μετά από τόσα χρόνια, μετά από τόσες δουλειές, αυτό το σάουντρακ συλλέγει νότες, ωριμότητα, από το γόητρο του John Williams, μαλακώνει τους απαιτητικούς ακροατές και τους θυμίζει ότι ο χρόνος μπορεί να τα πάρει όλα, όχι όμως και το χάρισμα να αφηγείσαι ιστορίες μέσα από τη μουσική σου.

044. 47 Ronin του Ilan Eshkeri
Το ''47 Ronin'' είναι ένα εκπληκτικό σάουντρακ, ένα επικό αριστούργημα, ένα μάθημα κινηματογραφικής μουσικής για τους νεαρούς συνθέτες. Ο Ilan Eshkeri καταφέρνει να αιχμαλωτίσει εικόνες με τις παρτιτούρες του και δίνει στον ακροατή δυνατά συναισθήματα για να νιώσει τη δράση, το δράμα, την αγωνία. Ο Andy Brown διευθύνει τη London MetropoLitan Orchestra και στύβει τους μουσικούς του χωρίς οίκτο. Απαιτεί τον καλύτερό τους εαυτό και τον κερδίζει. Πλάι του, ο δεξιοτέχνης του βιολιού, David Juritz, μεγαλουργεί χωρίς φειδώ και ηγείται της ορχήστρας. Στην εκπληκτική ενορχήστρωση συναντάμε μια δυνατή ομάδα. Οι Julian Kershaw, Jessica Dannheisser, Teese Gohl ενώνουν τις δυνάμεις τους και στήνουν  ένα καλοδουλεμένο μουσικό έργο. Ο Ilan Eshkeri γράφει με πάθος επικές μελωδίες και αιχμαλωτίζει τους λάτρεις της κινηματογραφικής μουσικής, αλλά και όσους μπορούν να εκτιμήσουν το μεγαλείο της ορχήστρας. Όσο κι αν προσπαθώ να βρω ψεγάδια στο γεροδεμένο score, τόσο περισσότερο δένομαι μαζί του και βιώνω το μεγαλείο του συνθέτη. Η μοντέρνα αφήγηση, το Ιαπωνικό ταμπεραμέντο και οι έξυπνες μουσικές κινήσεις του Eshkeri, δίνουν μια ξεχωριστή μαγεία στο άλμπουμ, σχεδόν το βαφτίζουν κλασικό, πριν καν παλιώσει. Χωρίς αμφιβολία πρόκειται για ένα από τα καλύτερα του είδους που ακούσαμε τα τελευταία χρόνια. Οι απαραίτητες αναφορές στην ιαπωνική κουλτούρα, έδωσαν τη δυνατότητα στο συνθέτη να χρησιμοποιήσει μια σειρά μουσικών οργάνων που του πρόσφεραν ένα σημαντικό μάθημα. Έτσι λοιπόν, ο Joji Hirota (Ιάπωνας συνθέτης, τραγουδιστής,  οργανοπαίκτης) αναλαμβάνει το φλάουτο Shakuhachi και τα τεράστια Taiko Drums. Η επαγγελματίας Keiko Kitamura, παίζει με άνεση Koto και Shamisen, ίσως τα πιο οικεία ιαπωνικά όργανα. Ο Ilan Eshkeri οδηγεί επίτηδες τα έγχορδα σε αδιέξοδο, τα κάνει να υποφέρουν, να στριγγλίζουν από πόνο και με μαεστρία στέλνει τα πνευστά για να δώσουν τη λύτρωση.  Στις σκηνές μάχης η μουσική σκονίζεται, ματώνει, χτυπάει με μίσος στην καρδιά του εχθρού και δοξάζει την ορχήστρα, που με υπερηφάνεια αποτυπώνει την ωμή πραγματικότητα.
 
hobbit3. The Hobbit: The Desolation Of Smaug του Howard Shore
O συνθέτης Ηoward Shore επιστρέφει όπως πάντα κεφάτος και με όρεξη για χλιδάτα, νέα ακούσματα. Αυτή τη φορά όμως αφήνει την ενορχήστρωση και την εκτέλεση παραγωγής και αφοσιώνεται μόνο στη σύνθεση. Σε μια προσπάθεια να «τινάξει» από πάνω του το βάρος και τις απαιτήσεις του πρότζεκτ, συνεργάζεται με νέους και έμπειρους μουσικούς από τη Νέα Ζηλανδία. Σε αντίθεση με το επικό "The Hobbit: An Unexpected Journey" (2012), το ''The Hobbit: The Desolation of Smaug'' είναι πιο σκοτεινό, πιο ώριμο, χωρίς επικούς θριάμβους και αλλοπρόσαλλα χάδια της ορχήστρας. Εμβαθύνει ύπουλα και τα νέα θέματα αγκαλιάζουν το σύμπαν του J.R.R. Tolkien με μια διαολεμένη ευκολία, λες και ο συγγραφέας είχε κάνει μυστική συμφωνία χρόνια πριν με το συνθέτη. Δεν αρκεί να ακούσει κάποιος το άλμπουμ μια φορά για να καταλάβει το μουσικό πλούτο του, πρέπει να ακούσει ξανά και ξανά προσεκτικά, να μπει στις παρτιτούρες και να νιώσει την κλασσική και συνάμα μοντέρνα σύνθεση που περνά σε άλλο επίπεδο. Η εταιρία WaterTower κυκλοφορεί το σάουντρακ σε δυο εκδόσεις. Στην ειδική έκδοση υπάρχει ένα επιπλέον κομμάτι και πλούσιο ένθετο για του λάτρεις της ταινίας, αλλά και του Ηoward Shore. Η New Zealand Symphony Orchestra δεν επιλέχτηκε τυχαία. Με ευκολία συναγωνίζεται μεγάλες ορχήστρες και βγάζει ασπροπρόσωπο το συνθέτη. Ο Shore δούλεψε προσεκτικά τα νέα θέματά του και κατάφερε να δώσει έναν νέο ήχο στο σάουντρακ. Όλος ο δίσκος είναι πραγματικά εκπληκτικός, αλλά θα ήθελα να σταθώ κυρίως στα παρακάτω κομμάτια. ''Flies and Spiders'' (μετά το 1 : 47), με βαριά κλειστοφοβική ατμόσφαιρα η ορχήστρα βγάζει ένα σκοτεινό κράμα τρόμου και επικής μεγαλοφυΐας. Επιτίθεται και παίζει με σκοτεινές φανφάρες, ελευθερώνοντας το κλασικό θέμα του δαχτυλιδιού, επιδεικνύοντάς μας μια αριστουργηματική μουσική αφήγηση που δεν περιορίζεται με φτηνές αρπαχτές. Το '' Inside Information'' ξεκινά υποτονικά και αργά αργά αναδύεται από τα έγκατα της γης. Η μουσική ακολουθεί την εικόνα πιστά και με σθένος, ανεβάζει την αδρεναλίνη. Μετά το δίλεπτο έρχεται η μαγεία, το κρεσέντο, η αποκορύφωση, με ένα δυνατό θέμα που αποδεικνύει το ταλέντο του συνθέτη. Το ''A Liar and a Thief'' κινείται σε παρόμοια μονοπάτια, ξεφλουδίζει κάθε χαρωπή νότα και μετά το λεπτό, η μπρουτάλ γοητεία του στοιχειώνει το θεατή. Η χορωδία επεμβαίνει όταν ακριβώς χρειάζεται, για να δώσει έμφαση και δίνει ξανά στην ορχήστρα τη σκυτάλη για να αποτελειώσει το έργο της. Ο Άγγλος Ed Sheeran γράφει και ερμηνεύει το χλιαρό, αδιάφορο τραγούδι ''I See Fire'', δίνοντας μια πικρή γεύση απογοήτευσης.
 
022. Oblivion των Joseph Trapanese και Anthony Gonzalez
Ο Anthony Gonzalez της γαλλικής μπάντας M83 (Nicolas Fromageau) και ο σπουδαίος συνθέτης - ενορχηστρωτής Joseph Trapanese, ενώνουν τις δυνάμεις τους για την μουσική υπόκρουση του "Oblivion". Ο Gonzalez δεν έχει ιδιαίτερη πείρα στις κινηματογραφικές ταινίες, αφήνει τον electronic/shoegaze ήχο να κάνει την δουλειά του. Από την άλλη, ο Joseph Trapanese έχει συνθέσει μουσική για ταινίες όπως "Serbuan Maut" μαζί με το Mike Shinoda (2011), "Mamitas" (2011), "The Bannen Way" (2010), αλλά και πολλές μικρού μήκους, καθώς και τηλεοπτικές σειρές. Έχει ενορχηστρώσει και οργανώσει τα σάουντρακ των "Fast Five" (2011), "Butter" (2011) και το "TRON: Legacy" (2010) των Daft Punk. Με λίγα λόγια, αν και νέος στο χώρο, δίνει πολλά παραπάνω από τις δυνάμεις του, αποδεικνύοντας ότι είναι σπουδαίος μουσικός. Η συνεργασία του Joseph Trapanese με τους Daft Punk του έμαθε πολλά. Οι επιρροές από τους αγαπημένους φίλους του είναι εμφανείς και μαζί με τον Anthony Gonzalez, στήνουν ένα ηλεκτρονικό μουσικό όργιο, καταφέρνοντας να ξεπεράσουν το "TRON: Legacy". Πραγματικά η μουσική τους ξεφεύγει από τα τετριμμένα βαρετά σάουντρακ και δίνει στον θεατή ένα δυνατό χτύπημα που δεν το περίμενε. Ο ωμός ηλεκτρονικός ήχος πασπαλίζεται με ένταση και λυρισμό, ολοκληρώνοντας ένα μοναδικό αποτέλεσμα. Αναμφίβολα πρόκειται για το πιο μοντέρνο σάουντρακ των τελευταίων χρόνων. Με ευκολία οι συνθέτες δημιουργούν ατμόσφαιρα και οδηγούν τις παρτιτούρες τους ανάλογα με τα συναισθήματα που θέλουν να περάσουν. Άλλοτε το γκρίζο σε μελαγχολεί, το τρομακτικό μαύρο αχόρταγα τρώει κάθε ζωντανό χρώμα (στα πιο σκοτεινά θέματα) και το μεθυστικό κόκκινο συνεσταλμένα μας αγγίζει με νάζι. Το άλμπουμ ανοίγει με το "Jack's Dream", ένα απαλό κομμάτι με υπολείμματα πιάνου. Το "Waking Up" θυμίζει έντονα Daft Punk κι αυτό μας αρέσει πολύ. Εκπληκτικό και το "Earth 2077", που μας πηγαίνει μια βόλτα πάνω από τα σύννεφα. Από τα καλύτερα του δίσκου είναι και το "I'm Sending You Away", διοχετεύοντας ρομαντισμό στο θεατή. Ενδιαφέρον και το άγριο "Temples Of Our Gods", που ζωντανεύει με τη μουσική του ένα αρχαίο κακό. Νιώθουμε έντονα την τρομακτική ατμόσφαιρα και την απειλή που καραδοκεί. Εξαιρετικό! Λυτρωτικό το προτελευταίο "Undimmed By Time Unbound By Death". Το ομότιτλο τραγούδι, που ερμηνεύει η Susanne Sundfor (Νορβηγία), στέκεται επάξια στο σύνολο και μας αποχαιρετά με μια γλυκιά αγκαλιά. Το "Oblivion" είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσαμε να ακούσουμε. Είναι αυτό το κάτι διαφορετικό που αναζητούσαμε τα τελευταία «φτωχά» χρόνια. Οι Anthony Gonzalez και Joseph Trapanese δεν τσιγκουνεύτηκαν, συνέθεσαν ένα σύγχρονο αριστούργημα και μας το χάρισαν. Στο χέρι μας είναι να μην το παραδώσουμε στην λήθη.
 
011. Romeo & Juliet του Abel Korzeniowski
Ο Πολωνός Abel Korzeniowski ξεκίνησε πριν δέκα χρόνια περίπου, με μικρού μήκους ταινίες και ντοκιμαντέρ. Αν και δεν του φαίνεται, το ταλέντο του είναι μοναδικό και πλάθει «ώριμες» μελωδίες. Το 2009 συνέθεσε το "A Single Man", παρουσιάζοντας το πρώτο του αριστούργημα, το πρώτο δείγμα ευφυΐας του. Πέρασε συναισθήματα και κατάφερε να αγγίξει το κοινό με τα θέματά του. Φέτος αναλαμβάνει να γράψει το σάουντρακ του "Romeo & Juliet", ρισκάροντας να συγκριθεί με το αριστούργημα του Nino Rota (Romeo and Juliet 1968). Ο Abel Korzeniowski συνθέτει, ενορχηστρώνει και διευθύνει τη The Hollywood Studio Symphony. Δημιουργεί γέφυρες πόνου και εξυμνεί την αγάπη μέσα από δυνατά θέματα. Άλλοτε γίνεται λυρικός, άλλοτε ευαίσθητος, καταφέρνοντας να ισορροπήσει ανάμεσα σε ζωή και θάνατο, σε αγάπη και μίσος. Το πιάνο (υπό τις διαταγές του σπουδαίου Randy Kerber) ανακατεύει αρώματα από διαφορετικές εποχές και γίνεται η φωνή του καταραμένου έρωτα. Τίποτα δεν φαίνεται ακατόρθωτο για τον Korzeniowski και προχωρά με θράσος παρακάτω. Επιλέγει τη σοπράνο Tamara Bevard και εμβαθύνει. Τα φωνητικά της ανθίζουν και οι μουσικοί καρποί αποκτούν υπέροχη γεύση, μαγεία, ομορφιά. Απαλά και χωρίς να το καταλάβεις, γίνεσαι μάρτυρας ενός εκπληκτικού άλμπουμ που ήρθε από το πουθενά, που άφησε μέσα σου χαραγμένο ένα σπάνιο δώρο. Από τα καλύτερα του άλμπουμ τα "Juliet's Dream", "The Cheek of Night", "Wedding Vows", "The Crypt, Pt. 1", "Eternal Love". Συνήθως είμαι πολύ αυστηρός και δεν χαρίζομαι εύκολα, τούτο το σάουντρακ όμως κατάφερε να μαλακώσει τα συναισθήματά μου, να με παρασύρει σε ένα μακρινό ταξίδι και να μου διδάξει τι εστί αγάπη. Αναρωτιέμαι, τι είναι μεγαλύτερη επιτυχία από αυτό;
 
John Emmans
 

Άρθρα Μουσικής

Facebook Comments