Άρθρα Μουσικής

loogoo

Πενήντα χρόνια Judas Priest

 
Αντί προλόγου: Thanks for the words, George!

   Νομίζω ότι στο Kernel One, που διδασκόμαστε στο σχολείο, στο μάθημα των αγγλικών (τρίτη γυμνασίου), υπήρχε ένα δισέλιδο, στο οποίο «φύονταν» διάφορες αφίσες, σε τοίχο στο Camden. Μία από αυτές τις αφίσες αναφέρεται στους Priest και σε κάποιο Live τους εκείνη την εποχή ή κάτι παρεμφερές. Δεν είχα ιδέα, δεν ήξερα τίποτα, δεν-δεν-ΔΕΝ! Μερικά χρόνια μετά, ανακαλύπτοντας και τον ιερέα του Ιούδα, έκανα μία γκριμάτσα απογοήτευσης. Έχοντας από νωρίς αγκαλιάσει το αντίπαλο κτήνος και σε πλήρη συνάρτηση με την άγνοια και την έλλειψη γνώσεων, πολύ εύκολα και χωρίς δεύτερη σκέψη, ενέταξα τους Priest σε μία wannabe Rock/παρά-κάτι-Μέταλ κατηγορία και γελούσα με μερικά από τα (όντως για γέλια) βίντεο που είχαν κάνει μέχρι τότε. Έκατσα και διάβασα, έκατσα κι άκουσα, προσπάθησα να ξεστραβωθώ και ξεχώρισα το “Defenders Of The Faith”. Το δεύτερο πιο αγαπημένο μου άλμπουμ από Priest. Το πρώτο θα έβγαινε λίγους μήνες μετά. Το “Painkiller” ισοπέδωσε τα πάντα. Δεν έχει ψεγάδι, δεν έχει ούτε ένα εκατομμυριοστό από μείον και φιλοξενεί το αρχίνημα του κορυφαίου ίσως ντράμερ στο Μέταλ με την εν λόγω στρατιά. Από τότε μέχρι σήμερα θαυμάζω, στηρίζω, ακούω, μαζεύω και προσπαθώ να ξεχάσω πόσο ηλίθιος ήμουν τότε. Ίσως γιατί παραμένω το ίδιο ηλίθιος σήμερα…

   Ο Γιώργος έγραψε τέσσερις χιλιάδες λέξεις! Έγραψε για όλους και για όλα και φιλοτέχνησε ένα κομψοτέχνημα για τούτη την υπέροχη μπάντα. Στήνοντας το άρθρο για τη δημοσίευση, ταξίδεψα κι εγώ στην Αγγλία του ’70 και τον κόσμο, όπως τον άλλαξαν μουσικά οι Priest αυτές τις πέντε δεκαετίες. Ταξίδεψα μαζί σας σε τραγούδια, δίσκους, ανηφοριές και κατηφοριές στην ιστορία του συγκροτήματος και κατέληξα στο ίδιο σημείο με σας. Στην ενδοχώρα του “Firepower”, που μας ξετρέλανε όλους, στους JP τελευταίας εσοδείας, που συνθέτουν θαυμαστά πράγματα, σε ένα σχήμα που σέβεται τόσο πολύ την ιστορία του, που αυτός ο σεβασμός μπορεί να συγκριθεί μόνο με εκείνο που έχει για τους οπαδούς του. Γιώργο μου, σε ευχαριστώ από καρδιάς για τον κόπο και την αγάπη σου!

Κώστας Κούλης
 
jp2017
50 Years of Priest
 
Προπομπός
   Έτος 1969. Μεσοδυτική Αγγλία. Ο δεκαοκτάχρονος Kenny K.K. Downing κάνει οντισιόν για να ενταχθεί σε μια μπάντα, η οποία ήταν στα σπάργανά της. Ο τραγουδιστής Al Atkins και ο μπασίστας Brian "Bruno" Stapenhill, με το ντράμερ John "Fezza" Partridge αποφασίζουν να απορρίψουν τον Kenny για να πάρουν τον πολύ-οργανίστα Ernest Chataway, ο οποίος έπαιζε σε μία μπάντα από το Birmingham με το όνομα Earth... Μπορεί να μη σας λέει κάτι το όνομα, αλλά μπορεί και να σας λέει. Ναι, πήραν ένα από τα αρχικά μέλη των Black Sabbath. Ο Stapenhill ονόμασε τη μπάντα JUDAS PRIEST, από το κομμάτι του Bob Dylan “The Ballad Of Frankie Lee And Judas Priest”. Το συγκρότημα υπέγραψε συμβόλαιο για τρεις δίσκους μετά από μια πετυχημένη συναυλία στο Walshall, αν και κανένα από τα αρχικά μέλη δεν συμμετείχε στη δισκογραφία των Priest. Βέβαια στα δύο πρώτα album υπάρχουν τραγούδια στα οποία έχει συμμετάσχει συνθετικά και ο Atkins.

   Δυστυχώς, η εταιρεία με την οποία είχαν υπογράψει, καταστράφηκε οικονομικά και έκλεισε. Έτσι η μπάντα διαλύθηκε (;) το 1970 (καλή χρονιά Κώστα Κούλη, ναι; - Εξαιρετική χρονιά! Διαλύθηκαν οι Beatles, πέθανε ο Jimi Hendrix, πέθανε η Janis Joplin. Ακόμα κι ο ντε Γκωλ πέθανε τότε! Πάλι καλά που βγήκε ο πρώτος Sabbath εκείνη τη χρονιά)…

   Ο Atkins συνέχισε να έχει το «μικρόβιο» της μουσικής και έτσι, κρατώντας το όνομα Judas Priest, βρίσκει τον K.K. και μαζί με τον παιδικό φίλο του τελευταίου, Ian “Skull” Hill στο μπάσο και τον John Ellis στα τύμπανα, αρχίζουν να προβάρουν. Η πρώτη πετυχημένη συναυλία του σχήματος με αυτή τη μορφή γίνεται στις 6 Μαρτίου του 1971. Ο Ellis εγκαταλείπει τη μπάντα και αντικαθίσταται από τον Alan Moore. Στις πρώτες συναυλίες η μπάντα έπαιζε διασκευές και το 1972 άρχισαν να εντάσσουν και δικό τους υλικό στα σετ, με τα "Never Satisfied", "Winter" και το "Caviar And Meths", με το οποίο έκλειναν τις συναυλίες τους.
 
jp2028

   Το 1972 βρίσκει τους Priest σε αναζήτηση νέου drummer, αφού ο Moore φεύγει. Η μπάντα επιλέγει τον Chris Campbell για να συνεχίσει στα τύμπανα και εκείνη την περίοδο έρχεται μια νέα σύνθεση του Atkins με τίτλο “Whiskey Woman” (θα τα πούμε και παρακάτω). Ο Atkins αναγκάζεται να αποχωρήσει από τη μπάντα για οικονομικούς λόγους το Δεκέμβριο του 1972 και λίγο αργότερα αποχωρεί και ο Campbell. Τη θέση του τραγουδιστή αναλαμβάνει ο Rob Halford, αδελφός της κοπέλας του Hill και τα τύμπανα ο John Hinch. Και οι δύο ήταν πρώην μέλη της μπάντας Hiroshima. Έρχεται το 1974, στις αρχές του οποίου οι Priest περιοδεύουν στην Ευρώπη. Επιστρέφοντας στη Γηραιά Αλβιώνα υπογράφουν συμβόλαιο με τη Gull Records. Η εταιρεία επέμεινε στο να εντάξουν και δεύτερο κιθαρίστα στο line-up και αυτός δεν ήταν άλλος από το Glenn Tipton.

1974 – 1979
   Έχοντας υπογράψει με την εταιρεία management του Tony Iommi (Iommi Management Agency) και με τον παραγωγό των Black Sabbath Rodger Bain πίσω από την κονσόλα, ξεκινάνε οι ηχογραφήσεις για τον πρώτο δίσκο, ο οποίος είχε τον τίτλο “Rocka Rolla” και κυκλοφόρησε στις 6 Σεπτεμβρίου του 1974 από την Gull. Δυστυχώς, η παραγωγή του συγκεκριμένου άλμπουμ δεν ήταν καθόλου καλή, λόγω τεχνικών προβλημάτων. Επίσης, ο Bain πήρε κάποιες αποφάσεις, με τις οποίες η μπάντα διαφωνούσε κάθετα. Έτσι το “Caviar And Meths” κατέληξε να κυκλοφορήσει στο δίσκο ως δίλεπτο ορχηστρικό κομμάτι και όχι ως η δεκάλεπτη σύνθεση των Priest. Επίσης άφησε εκτός δίσκου τα "Tyrant", "Genocide" και "The Ripper", τα οποία είχαν τρομερή αποδοχή από το κοινό στις συναυλίες.

   Ο δίσκος αυτός δεν είχε την επιτυχία που αναμενόταν, όπως και η περιοδεία στη βόρεια Ευρώπη, όπου οι κριτικές του Tύπου ήταν κάκιστες. Τα οικονομικά προβλήματα ξεκίνησαν και η μπάντα προσπάθησε να ζητήσει συμβόλαιο για να πληρώνονται πενήντα λίρες το μήνα (ναι, καλά διαβάσατε, πενήντα λίρες το μήνα στα 70’s ήταν πολλά χρήματα). Όπως ήταν αναμενόμενο, η εταιρεία αρνήθηκε, καθώς αντιμετώπιζε και εκείνη οικονομικά προβλήματα.

   Το 1975 βρίσκει τους Priest ξανά χωρίς ντράμερ, αφού ο Hinch φεύγει για αγνώστους λόγους. Επιστρέφει πίσω από τα τύμπανα ο Alan Moore τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς. Η μπάντα ήταν «στρυμωγμένη» οικονομικά και έτσι, περιορίζοντας τα ημερήσια γεύματα σε ένα και κάνοντας part-time δουλειές, κατάφεραν να μαζέψουν τις δύο χιλιάδες λίρες που χρειάζονταν για τις ηχογραφήσεις του δεύτερου δίσκου. Οι δύο τελευταίοι μήνες του 1975 βρίσκουν τη μπάντα στα Rockwell Studios στην Ουαλία, αυτή τη φορά με παραγωγούς την ίδια τη μπάντα και τους Jeffery Calvert και Max West και τεχνικό ήχου τον Chris Tsangarides (R.I.P.), να ηχογραφούν το δίσκο, ο οποίος έμελλε να είναι αυτός που θα έκανε τη διαφορά και θα εκτόξευε τη μπάντα. Ο τίτλος αυτού “Sad Wings Of Destiny”. Ο δίσκος κυκλοφορεί στις 23 Μαρτίου του 1976 (ήμουν μόλις έξι ημερών) με πρώτο single το “The Ripper”. Ο δίσκος είναι αρκετά πιο progressive από το “Rocka Rolla” και περιλαμβάνει, εκτός του προαναφερθέντος “The Ripper”, τα “Dreamer Deceiver”, “Deceiver”, “Prelude”, “Tyrant”, “Genocide”, “Island Of Domination” και το εναρκτήριο οκτάλεπτο έπος “Victim Of Changes”. Το συγκεκριμένο κομμάτι είναι βασισμένο πάνω στο “Whiskey Woman”, για το οποίο μιλήσαμε παραπάνω και το "Red Light Lady" της μπάντας Hiroshima του Halford, τα οποία ενώθηκαν για να γίνουν ένα τραγούδι.
 
jp2012
   Δυστυχώς η έκρηξη της πανκ σκηνής επηρέασε την εμπορικότητα του άλμπουμ, το οποίο δεν είχε τις αναμενόμενες πωλήσεις. Έφτασε μέχρι το Νο. 48 των βρετανικών charts. Από την άλλη μεριά πήρε θετικές κριτικές από τον Τύπο και ειδικά από το Rolling Stone. Οι κριτικοί έχουν αναφέρει το “Sad Wings…” ως το δίσκο που καθόρισε τον ήχο και το στυλ τον Judas Priest. Να σημειώσουμε εδώ ότι στο εξαιρετικό εξώφυλλο του δίσκου εμφανίζεται για πρώτη φορά ο τριπλός σταυρός (three-pronged cross), ο οποίος καθιερώθηκε σαν το σήμα/σύμβολο των Priest.

   Η μπάντα, δυσαρεστημένη από τη Gull, αποφασίζει να αναζητήσει νέα εταιρεία. Ο Moore αποχωρεί για δεύτερη και τελευταία φορά από τη μπάντα, μετά από μια τρίμηνη headline περιοδεία στη Μεγάλη Βρετανία, από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο του 1976. Με νέο μάνατζερ το David Hemmings και αρωγό τις πολύ καλές κριτικές, έρχεται η CBS να προσφέρει δισκογραφικό συμβόλαιο και 60.000 λίρες budget για τον επόμενο δίσκο. Η Gull, εκμεταλλευόμενη το «διαζύγιο» της με τους Priest, κρατάει τα δικαιώματα για τα δύο πρώτα άλμπουμ, τα οποία και επανακυκλοφορεί κατά περιόδους.

   Το συμβόλαιο υπογράφεται στις αρχές του 1977 και η μπάντα μπαίνει στα Ramport Studios των The Who, με παραγωγό τον Roger Glover (Deep Purple) και τα τύμπανα για τις ηχογραφήσεις αναλαμβάνει ο session ντράμερ Simon Phillips (μετέπειτα ντράμερ των Toto για χρόνια). Το “Sin After Sin” κυκλοφορεί στις 8 Απριλίου του 1977 και περιλαμβάνει τα hits “Sinner”, “Dissident Aggressor” και την heavy metal διασκευή του “Diamonds & Rust” της Joan Baez. Στο δίσκο αυτό χρησιμοποιούν για πρώτη φορά δίκαση στα τύμπανα, στα δύο από τα τρία προαναφερθέντα τραγούδια. Ο Phillips αρνήθηκε να συμμετάσχει στην περιοδεία για την προώθηση του άλμπουμ και έτσι η μπάντα προσέλαβε το Les Binks, μετά από πρόταση του Glover. Το άλμπουμ αυτό είναι το πρώτο από τα ένδεκα σερί χρυσά της μπάντας.

   Με το πενταμελές αυτό σχήμα, και με παραγωγό τον Dennis MacKay, ηχογραφούν τους δύο επόμενους δίσκους. Δύο κυκλοφορίες λοιπόν από τους Judas Priest το 1978. Στις 10 Φεβρουαρίου κυκλοφορεί ο τέταρτος δίσκος της μπάντας, με τίτλο “Stained Class”. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα “Exiter”, τη διασκευή του “Better By You, Better Than Me" των Spooky Tooth (το οποίο ήταν προσθήκη της τελευταίας στιγμής στο δίσκο) και το επικό “Beyond The Realms Of Death”, το οποίο είναι η πρώτη σύνθεση του Les Binks, σε συνεργασία με το Halford και θεωρείται ένα από τα πλέον κλασσικά αριστουργήματα της μπάντας. Μετά την περιοδεία για την προώθηση του “Stained Class” έρχεται η κυκλοφορία του “Killing Machine” στις 9 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Εδώ να σημειώσουμε ότι το συγκεκριμένο άλμπουμ κυκλοφόρησε στις Η.Π.Α. με τον τίτλο “Hell Bent For Leather”, διότι ο τίτλος θεωρήθηκε ότι ενέχει «δολοφονικές επιπτώσεις» (murderous implications).
 
jp2008
   Το “Killing Machine” ήταν ο δίσκος που καθιέρωσε το ντύσιμο της μπάντας επί σκηνής με δερμάτινα. Περιλαμβάνει, εκτός του “Hell Bent For Leather” τα hits “Delivering the Goods”, “Burnin’ Up”, την εξαιρετική μπαλάντα “Before The Dawn” και τη διασκευή του "The Green Manalishi (With the Two-Pronged Crown)" των Fleetwood Mac, η οποία αρχικά υπήρχε μόνο στην αμερικάνικη έκδοση του δίσκου. Trivia: ο δίσκος περιλαμβάνει και το κομμάτι “Running Wild”, το οποίο ενέπνευσε το Rolf Kasparek, ώστε να ονοματίσει έτσι τη γερμανική Power Metal μπάντα του.

   Φτάνουμε αισίως στο 1979, όπου οι Άγγλοι θα κυκλοφορήσουν το πρώτο τους live άλμπουμ. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας για το “Killing Machine” ηχογραφούν κάποια από τα live τους στο Τόκυο και έρχεται η κυκλοφορία του “Unleashed In The East” στις 17 Σεπτεμβρίου. Ο δίσκος περιλαμβάνει τραγούδια από όλα τους τα άλμπουμ, εκτός του “Rocka Rolla”. Στα τέλη του ’79, ο Mike Dolan, τότε μάνατζερ της μπάντας, παίρνει την απόφαση να μη πληρώσει το Les Binks για τη συμμετοχή του στο live άλμπουμ. Έτσι η μπάντα βρίσκεται για ακόμα μία φορά σε αναζήτηση ντράμερ. Τη θέση του Binks παίρνει ο Dave Holland, πρώην ντράμερ των Trapeze. Με αυτή τη σύνθεση η μπάντα μπαίνει στη δεκαετία του ‘80 και ηχογραφεί χωρίς αλλαγές έξι δίσκους.

1980 – 1989
   Το 1980 και συγκεκριμένα στις 14 Απριλίου, κυκλοφορεί ο δίσκος με τον τίτλο “British Steel”, ο οποίος ξεκίνησε να ηχογραφείται στα Startling Studios, στο δυτικό Λονδίνο, με παραγωγό τον Tom Allom. Λόγω αποτυχημένων προσπαθειών, η μπάντα μεταφέρθηκε στο Tittenhurst Park, στο σπίτι του Ringo Starr. To σχήμα χρησιμοποίησε ηχογραφημένα σπασίματα μπουκαλιών και σειρήνες για την τεράστια επιτυχία, με τίτλο “Breaking The Law”, που ξεκινούσε την αμερικάνικη έκδοση του δίσκου. Άλλες επιτυχίες που βγήκαν από το “British Steel” ήταν τα “Metal Gods”, “United” και “Living After Midnight”. Το περιοδικό Rolling Stone έχει κατατάξει το άλμπουμ αυτό στο Νο. 3 στη λίστα με τα εκατό καλύτερα Μέταλ άλμπουμ όλων των εποχών. Ο δίσκος αυτός θεωρείται από πολλούς (μαζί με το “Killing Machine”) η καθιέρωση των Judas Priest, απέναντι στο τότε «φαινόμενο» New Wave Of British Heavy Metal (NWOBHM).
 
jp2018
   Μετά το τέλος της περιοδείας για το “British Steel”, οι Priest ξαναμπαίνουν στούντιο και στις 26 Φεβρουαρίου του 1981 κυκλοφορεί το έβδομο άλμπουμ τους, με τίτλο “Point Of Entry”. Ηχογραφημένο στην Ίμπιζα και πάλι με παραγωγό τον Tom Allom. Εδώ οι Βρετανοί παίρνουν την απόφαση να συνθέσουν λίγο πιο «ραδιοφωνικά» τραγούδια. Με singles τα “Heading Out To The Highway”, “Hot Rockin’” και “Don’t Go” και με το εξαιρετικό “Desert Plains” να κλείνει την πρώτη πλευρά του δίσκου. Οι γνώμες για το συγκεκριμένο δίσκο μοιράζονται. Κάποιοι το θεώρησαν εξαιρετικό και κάποιοι όχι καλό. Για τις κριτικές του κόσμου ο K.K. Downing είχε δηλώσει τότε ότι «ο κόσμος δεν αντιλαμβάνεται την πίεση που δεχόμαστε από την εταιρεία να γράψουμε hits ή να κάνουμε διασκευές. Με το συγκεκριμένο άλμπουμ θεωρούμε ότι δώσαμε στον κόσμο αυτό που θέλει». Ο Ian Hill επέμενε ότι δεν ήταν και τόσο εμπορικός, όσο θεωρούσε ο κόσμος. Η ταπεινή μου άποψη (δεν είναι από τους αγαπημένους μου Priest δίσκους) είναι ότι κάπως έτσι ξεκίνησε το “Priest Invasion” (κλεμμένο από το British Invasion των The Beatles) στην aμερικάνικη αγορά.

   1982… κυκλοφορεί το πρώτο τους (δις) πλατινένιο άλμπουμ στις Η.Π.Α. και στον Καναδά. Ο τίτλος αυτού “Screaming For Vengeance”. Ηχογραφήθηκε στην Ίμπιζα και το Μαϊάμι, ξανά από τον Tom Allom. Για πρώτη φορά είχαν τον ίδιο ντράμερ σε τρία συνεχόμενα άλμπουμ! Η ακριβής ημερομηνία κυκλοφορίας του δίσκου ήταν 17 Ιουλίου 1982. Περιλαμβάνει τις επιτυχίες “You’ve Got Another Thing Coming”, “Bloodstone”, καθώς και τα “The Hellion” / “Electric Eye” που ανοίγουν το δίσκο. Η περιοδεία για το “Screaming…” ξεκίνησε με ένα τεράστιο αμερικάνικο tour και τις συναυλίες άνοιγαν οι Iron Maiden, οι Krokus και κάποιες οι Uriah Heep! Το Μάιο του 1983 συμμετέχουν στη Heavy Metal ημέρα του US Festival στο San Bernardino της Καλιφόρνια, μαζί με τους Quiet Riot, Mötley Crüe, Ozzy Osbourne, Triumph, Scorpions και Van Halen. Το Δεκέμβριο του 1983 ξεκίνησε το Ευρωπαϊκό μέρος της περιοδείας World Vengeance Tour. Ο δίσκος έφτασε στο Νο. 11 στα βρετανικά charts και στο Νο. 17 στο Billboard. Κατέχει στη λίστα του Rolling Stone για τα εκατό καλύτερα Heavy Metal άλμπουμ τη θέση No. 12. Όπως ανέφερα προηγουμένως, το “Point Of Entry” μπορεί να έκανε την αρχή της «εισβολής» των Priest στην αμερικάνικη αγορά, αλλά το “Screaming…” ήταν αυτό που τους καθιέρωσε εκεί.

   Λίγο πριν παίξουν στην Ευρώπη για τη World Vengeance Tour, μπαίνουν ξανά στο στούντιο στην Ίμπιζα τον Οκτώβριο του 1983 και ηχογραφούν το ένατο άλμπουμ τους, το οποίο κυκλοφορεί στις 4 Ιανουαρίου 1984, με τίτλο “Defenders Of The Faith”. Πίσω από την κονσόλα βρίσκεται και πάλι ο Tom Allom. Περιλαμβάνει τραγούδια όπως τα “Freewheel Burning”, “Jawbreaker”, “Love Bites” και “Eat Me Alive”, καθώς και ένα από τα προσωπικά αγαπημένα μου, το “Night Comes Down”. Το “Defenders…” είναι (στο μεγαλύτερο βαθμό του) αρκετά πιο «σκοτεινό» σε σχέση με τα προηγούμενα άλμπουμ της μπάντας και μουσικά, αλλά και στιχουργικά. Κάποιοι αναφέρονται στο συγκεκριμένο δίσκο, ονομάζοντάς τον “Screaming For Vengeance II”, εξαιτίας της μουσικής του ομοιότητας με τον προηγούμενο.
 
jp2019
   Στις 13 Ιουλίου 1985 η μπάντα συμμετέχει στο φιλανθρωπικό φεστιβάλ Live Aid, όπου και παίζει τα "Living After Midnight", "The Green Manalishi (With The Two-Pronged Crown)" και "(You've Got) Another Thing Comin'". Αν και βρετανική μπάντα, οι Priest δεν έπαιξαν στο Wembley, αλλά στο JFK Stadium στη Φιλαδέλφεια.

   Τον Ιούνιο του 1985 μπήκαν στο στούντιο για τις ηχογραφήσεις του δέκατου στουντιακού τους δίσκου. Μετά από επτά μήνες, το Φεβρουάριο του 1986 τελείωσαν τις ηχογραφήσεις και την παραγωγή του “Turbo”, για ακόμα μια φορά με τον Tom Allom στην κονσόλα (ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει). Ο δίσκος κυκλοφορεί στις 14 Απριλίου 1986 και αποτελεί τον πρώτο δίσκο στον οποίο η μπάντα χρησιμοποιεί αρκετά guitar synths, σε τέτοιο βαθμό που ο δίσκος χαρακτηρίζεται Glam Metal από πολλούς! Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων (γι’ αυτό και η καθυστέρηση) ο Halford αντιμετώπιζε προβλήματα λόγω κατάχρησης ουσιών και είχε γίνει βίαιος απέναντι στον ερωτικό του σύντροφο, ο οποίος αυτοκτόνησε μπροστά στον τραγουδιστή της μπάντας. Εκεί αποφάσισε να μπει σε κέντρο αποτοξίνωσης τον Δεκέμβριο του 1985, όπου και επανάκαμψε μέσα σε έναν μήνα και επέστρεψε κάνοντας μια από τις καλύτερες περιοδείες της καριέρας του. Το “Turbo” έγινε πλατινένιο στις Η.Π.Α. και έφτασε στο Νο. 17 του Billboard. Περιλαμβάνει τις επιτυχίες “Turbo Lover”, “Locked In”, “Out In The Cold”, καθώς και το “Parental Guidance”, το οποίο έχει γραφτεί για την επίθεση στη μπάντα (και το heavy metal γενικότερα) από την Tipper Gore, σύζυγο του μετέπειτα αντιπροέδρου των Η.Π.Α. Al Gore. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας για το δίσκο αυτόν, η μπάντα ηχογραφεί το δεύτερο live άλμπουμ της. Στις 28 Μαΐου 1987 κυκλοφορεί το “Priest… Live!”, ηχογραφημένο στην Ατλάντα και το Ντάλας. Κυκλοφόρησε σε διπλό LP.

   Το Δεκέμβριο του 1987 οι Priest και ο Tom Allom κλείνονται στο στούντιο στην Ίμπιζα για τις ηχογραφήσεις και την παραγωγή του επόμενου δίσκου. Το Μάρτιο του 1988 τελειώνουν και το “Ram It Down” κυκλοφορεί στις 17 Μαΐου του ίδιου έτους. Οι προθέσεις της μπάντας ήταν – αρχικά το 1986 – να κυκλοφορήσει ένα διπλό δίσκο με τίτλο “Twin Turbos”, ο οποίος θα ήταν κατά το ήμισυ μελωδικός και πιο εμπορικός hard rock δίσκος (βλ. “Turbo”) και ο υπόλοιπος πιο heavy metal και με λιγότερα, έως καθόλου, synths. Η Columbia (πρώην CBS) αρνήθηκε και έτσι το project έσπασε στα δύο με το “Turbo” να κυκλοφορεί το ’86 και το “Ram It Down” το ’88. Ο δίσκος αυτός περιέχει την εξαιρετική διασκευή στο “Johnny B. Goode” του Chuck Berry, καθώς και τα “Ram It Down”, “Heavy Metal”, “Love You To Death”, καθώς και το έπος (κατ’ εμέ) “Blood Red Skies”. Για το συγκεκριμένο δίσκο υπάρχει κόσμος, ο οποίος θεωρεί ότι έχει μέχρι και thrash πινελιές… Το συγκεκριμένο άλμπουμ ήταν και το τελευταίο με τη σταθερότερη (μέχρι τότε) σύνθεση της μπάντας, αφού ο Dave Holland φεύγει από το σχήμα στα τέλη του 1989.
 
jp2020
 
1990 – 1999
   Έρχεται η δεκαετία του ‘90 και βρίσκει τους Priest με νέο ντράμερ και νέο παραγωγό. Ο Scott Travis (πρώην Racer X) αναλαμβάνει τα τύμπανα και ο Chris Tsangarides (ναι, τον αναφέραμε και πιο πάνω) αναλαμβάνει την παραγωγή του δίσκου, ο οποίος έμελλε να αλλάξει άρδην την πορεία της μπάντας. Σε ένα δίμηνο (Ιανουάριο με Μάρτιο) έκαναν τις ηχογραφήσεις στη Γαλλία και την Ολλανδία και στις 3 Σεπτεμβρίου του 1990 κυκλοφορεί το “Painkiller”. Δίσκος για δέκα με τόνο! Ξεκινάει με το ομότιτλο κομμάτι και ακολουθούν τα “Hell Patrol”, “All Guns Blazing”, “Leather Rebel”, “Metal Meltdown”, “Night Crawler”, “Between The Hammer And The Anvil”, “A Touch Of Evil”, το ορχηστρικό “Battle Hymn” και το “One Shot At Glory”. Χωρίς synthesizers, οι Priest επιστρέφουν στον αμιγώς μεταλλικό ήχο και αφήνουν τον πλανήτη χωρίς λόγια! Η περιοδεία για το “Painkiller” περιλάμβανε support μπάντες όπως οι Annihilator, οι Megadeth, οι Pantera, οι Sepultura και οι Testament. Όπως φαίνεται και από τις μπάντες που διάλεξαν για να ανοίγουν τις συναυλίες τους, οι Judas Priest είχαν βαρύνει άρδην τον ήχο τους. Στην περιοδεία αυτή ο Halford ξεκίνησε να βγαίνει με μία Harley-Davidson για το “Hell Bent For Leather” και τον Αύγουστο του 1991, σε ένα show στο Τορόντο, τραυματίστηκε σοβαρότατα έχοντας συγκρουστεί με το drum riser, λόγω του καπνού ξηρού πάγου που του περιόριζε την ορατότητα. Κι όμως, κατάφερε να τελειώσει το σετ, προτού το μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ο Halford ανακοινώνει τις προθέσεις του να αποχωρήσει από τους Judas Priest. ΣΟΚ! Έμεινε στην μπάντα μέχρι τον Μάιο του 1992 και στη συνέχεια σχημάτισε τους Fight και αργότερα τους Halford. Η τελευταία (;) του συνεργασία με τη μπάντα ήταν για τη συλλογή “Metal Works ’73 – ‘93”, για την συμπλήρωση 20 χρόνων του γκρουπ.

   Ακολούθησε μια τριετής παύση (1993-1996) στα δρόμενά τους, μέχρι τη στιγμή που ανακοινώθηκε η πρόσληψη του Tim “Ripper” Owens (μέλος της Judas Priest tribute μπάντας British Steel) στα φωνητικά και με νέα εταιρεία, την SPV. Η νέα πεντάδα μπαίνει στο στούντιο, ο Glenn Tipton αναλαμβάνει και την παραγωγή του άλμπουμ και έτσι δημιουργείται ο δέκατος τρίτος δίσκος, με τίτλο “Jugulator”. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στα Silvermere Studios, στο Surrey. Οι στίχοι είναι αποκλειστικά του Tipton, ενώ τη μουσική την έχουν γράψει μαζί με τον Downing. Τα “Death Row”, “Burn in Hell” και “Bullet Train” ήταν τα κομμάτια που ξεχώρισαν. Αρκετά αδικημένος δίσκος, κατά την άποψή μου, όπως και ο επόμενος.

   Το 1998 ο Halford αποκαλύπτει στο MTV ότι είναι gay, σπάζοντας τα «στεγανά» του «Στο Μέταλ δεν υπάρχουν ομοφυλόφιλοι». Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί το live άλμπουμ “98 Live Meltdown”, το οποίο περιλαμβάνει ένα σετ από best of από όλη την καριέρα της μπάντας και μια αδιανόητη ερμηνεία του Ripper στο “Diamonds and Rust”.
 
jp2021
 
2000 – 2009
   Η είσοδος της νέας χιλιετίας βρίσκει τους Priest στο στούντιο να ετοιμάζουν το δέκατο τέταρτο άλμπουμ τους, το οποίο έμελλε να είναι και το τελευταίο στούντιο άλμπουμ με το Ripper στα φωνητικά. Στο ίδιο στούντιο, με τον Tipton και σε ρόλο παραγωγού, ηχογραφείται το “Demolition” (αυτό κι αν είναι αδικημένο). Κυκλοφορεί στις 16 Ιουλίου 2001. Τα κομμάτια που ξεχωρίζω στο δίσκο αυτό είναι τα “Machine Man”, “Hell Is Home” και “Cyberface”. Η περιοδεία για το “Demolition” περιλάμβανε για πρώτη φορά τη χώρα μας, όπου και οι Judas Priest έπαιξαν headliners στο Rockwave του 2001, το οποίο έγινε στους βοηθητικούς χώρους του ΟΑΚΑ. Trivia: Πλήκτρα στο άλμπουμ αυτό παίζει ο Don Airey.

   Μετά από αυτή την περιοδεία και ύστερα από περίπου έναν χρόνο ξεκούρασης, έρχεται ο Ιούλιος του 2003, όπου και ανακοινώνεται η επιστροφή του Rob Halford, ο οποίος είχε δηλώσει αποχωρώντας ότι δεν υπήρχε περίπτωση επιστροφής. Κι όμως επέστρεψε (σ.υ.υ.: είναι ΠΟΛΛΑ τα λεφτά, Γιώργο). Η επιστροφή αυτή συνδυάστηκε με την κυκλοφορία του box set “Metalogy” και οι Priest βγήκαν στο δρόμο με μια περιοδεία best of και επέστρεψαν πάλι στην Ελλάδα και το Rockwave του 2004, στο Terra Vibe. Χαρακτηριστική σκήνη από τη συναυλία αυτή ήταν η εμφάνιση του Halford με την ελληνική σημαία, δίνοντας συγχαρητήρια στην Εθνική ποδοσφαίρου για την πρόκρισή της στους 8 του Euro 2004 και με την ευχή να αποκλείσουμε τη Γαλλία… Όλοι ξέρουμε που κατέληξε αυτό!

   Την πρώτη Μαρτίου 2005 κυκλοφορεί ο δίσκος “Angel Of Retribution” από τη Sony με πολύ μεγάλη επιτυχία! Από πολλούς θεωρείται ο κορυφαίος δίσκος reunion, μαζί με το “Brave New World” των Iron Maiden. Άντε να τους δούμε επιτέλους σε αυτό το co-headline tour, που ακούμε τόσα χρόνια ότι θέλουν να κάνουν! Τα κομμάτια που ξεχωρίζουν από το άλμπουμ αυτό είναι “Judas Rising”, “Worth Fighting For”, “Angel”, “Hellrider” και το επικό “Lochness” που κλείνει το δίσκο. Η ηχογραφήσεις έγιναν στην Αγγλία και στην Καλιφόρνια, με παραγωγό το Roy Z (Halford, Bruce Dickinson, Hellowen κtλ.). Και πάλι πλήκτρα παίζει ο Don Airey. Στις 25 Μαΐου 2006 οι Judas Priest, οι Queen, οι KISS και οι Def Leppard εισάγονται στο VH1 Rock Honors.

   Τον Ιούνιο του 2006 ο Halford αποκαλύπτει ότι η μπάντα σκοπεύει να γράψει ένα concept album με θέμα το Νοστράδαμο. Η μπάντα μπήκε στο στούντιο στα τέλη του 2006 και μέσα σε μερικούς μήνες δημιούργησε το δέκατο έκτο «παιδί» της. Το album κυκλοφορεί με τον τίτλο “Nostradamus” στις 16 Ιουνίου 2008. Για πρώτη φορά η μπάντα κινήθηκε και σε λίγο πιο συμφωνικό ήχο, με τη χρήση χορωδίας και ορχήστρας. Ο δίσκος έφτασε στο No. 11 του Billboard και ήταν ο πιο πετυχημένος στα charts μέχρι τότε. Ακολούθησε περιοδεία, η οποία έκανε και πάλι το πέρασμά της από το Rockwave 2008 και το Terra Vibe. “Shadows In The Flame”, “Pestilence And Plague”, “Revelations” και το ομότιτλο είναι τα τραγούδια που ξεχωρίζουν από το “Nostradamus”.
 
2010 – 2019
   Φτάνουμε λοιπόν στην τελευταία δεκαετία που πέρασε και έχουμε την ανακοίνωση του Halford στις 7 Δεκεμβρίου 2010 ότι η μπάντα θα βγει στο δρόμο για δύο χρόνια με την Epitaph World Tour, η οποία θα είναι και η τελευταία τους (μπα…). 27 Ιανουαρίου του 2011 ανακοινώνει ο Tipton ότι η μπάντα δουλεύει πάνω σε νέο υλικό, ακυρώνοντας τη δήλωση του Halford. Στις 20 Απριλίου του ίδιου έτους ανακοινώνεται ότι ο K.K. Downing φεύγει από τη μπάντα και δεν θα συνεχίσει το tour. Την θέση του καταλαμβάνει ο Richie Faulkner (πρώην κιθαρίστας της Lauren Harris). Το ίδιο έτος και στη συγκεκριμένη περιοδεία, εμφανίζονται στην Πλατεία Νερού στο Π. Φάληρο, με τους Whitesnake και τους Firewind. Στις 11 Οκτωβρίου του 2011 κυκλοφορεί η συλλογή “The Chosen Few”, με επιλογές από διάσημους καλλιτέχνες του χώρου.
 
jp2023
 
   Η μπάντα μπαίνει ξανά στο στούντιο το 2013 για να ηχογραφήσει το νέο άλμπουμ. Το “Redeemer Of Souls” κυκλοφορεί στις 8 Ιουλίου του 2014 και λίγο αργότερα μας επισκέπτονται στα πλαίσια του Rockwave 2014 στο Terra Vibe. Ο δίσκος φτάνει στο Νο. 6 του Billboard και αποτελεί τη μεγαλύτερη επιτυχία τους! Κομμάτια όπως το “Halls Of Valhalla”, “Sword Of Damocles”, “Down In Flames” και “Battle Cry” ξεχωρίζουν από το δίσκο. Ο αρκετά νεαρότερος Faulkner φάνηκε να δίνει φρέσκο αέρα στη μπάντα, αν και στο συγκεκριμένο άλμπουμ δεν συμμετείχε αρκετά συνθετικά.

   Κατά τη διάρκεια της περιοδείας για το παραπάνω άλμπουμ, ηχογραφούν live την εμφάνισή τους στο Wacken το 2015 και κυκλοφορούν το έκτο τους live album, με τίτλο “Battle Cry”, στις 25 Μαρτίου 2016.
 
jp2022

   Το δεύτερο τρίμηνο του 2017 μπαίνουν στο στούντιο επιστρατεύοντας και πάλι τον Tom Allom, αλλά με την προσθήκη του Andy Sneap στην παραγωγή. Ο Faulkner είναι πλέον συνθέτης σε όλα τα τραγούδια του δίσκου, μαζί με τον Halford και τον Tipton και στις 9 Μαρτίου 2018 κυκλοφορεί το “Firepower”, το οποίο θεωρείται από τον περισσότερο κόσμο του χώρου, το καλύτερο metal album του 2018 και όχι άδικα. Κομμάτια όπως τα “Firepower”, “Never The Heroes”, “No Surrender” και το αριστούργημα “Guardians” / “Rising From Ruins”, είναι αυτά που ξεχωρίζουν, αλλά θεωρώ ότι και αυτός ο δίσκος είναι ένα δεκάρι άχαστο. Υπήρξαμε πολύ τυχεροί στο Rockwave 2018, όπου την πρώτη ημέρα οι Priest ήταν headliners, μοιραζόμενοι τη σκηνή με τους Accept και τους Saxon! Δυστυχώς, στην περιοδεία για το “Firepower”, ο Glenn Tipton συμμετείχε επιλεκτικά σε κάποια shows και μόνο για δύο-τρία τραγούδια, λόγω του Parkinson’s, από το οποίο νοσεί δέκα και πλέον χρόνια και δεν του ήταν δυνατό να ανταπεξέλθει στα live. Τη θέση του, στα δεξιά της σκηνής και δίπλα στο στυλοβάτη Ian Hill, πήρε για την περιοδεία ο Andy Sneap, ο οποίος εκτός από καταπληκτικός παραγωγός είναι και εξαιρετικός κιθαρίστας.

   Στις αρχές του 2019 οι Judas Priest ανακοίνωσαν ότι δουλεύουν σε νέο υλικό για επικείμενο δίσκο. Ελέω covid-19 βρισκόμαστε σε αναμονή για νέα πράγματα από την Priest-άρα!

Γιώργος “Dr. P” Παπαντώνης
 
jp2024
 

Άρθρα Μουσικής