Άρθρα Μουσικής

loogoo

Οι 15 πιο υποτιμημένοι κιθαρίστες στην ιστορία της Rock μουσικής (Μέρος τρίτο)

 
   Κλείνοντας το αφιέρωμα αυτό (εν είδη αφιερώματος, αν θέλετε), με το τρίτο και τελευταίο μέρος του, παρουσιάζοντας την πιο «αδικημένη» πεντάδα, θα ήθελα να αναφέρω, συνολικά για όλους τους κιθαρίστες που συμπεριλήφθηκαν εδώ και στις προηγούμενες δύο συνέχειες, ότι δεν αμφισβητείται το κατά πόσον είναι γνωστοί στο ευρύτερο κοινό, είτε λιγότερο, είτε περισσότερο. Η παρουσίασή τους εδώ έγκειται στο γεγονός, ότι ποτέ δεν έλαβαν τα «εύσημα» που τους αναλογούν ή αναλογούσαν, ποτέ δεν αναγνωρίστηκε όσο οφειλόταν η αξία τους και δεν νομίζω να υπάρχουν πάρα πολλοί μουσικόφιλοι που θα συγκατέλεγαν αυτούς τους κιθαρίστες σε μια συζήτηση γύρω από τους επονομαζόμενους «guitar heroes»…
 
   Επίσης θα ήθελα να επισημάνω ότι σε αυτό το άρθρο θα είχε κερδίσει μια θέση με το «σπαθί» του και την κιθάρα του, ο δικός μας Γιάννης Σπάθας, αλλά είχα αφιερώσει πρόσφατα ένα ολόκληρο άρθρο στον Έλληνα βιρτουόζο, ένεκα της απώλειας του…
 
5. Randy California

O Randy Graig Wolfe aka «Randy California» (20-2-1951 – 2-1-1997)… R.I.P., υπήρξε κιθαρίστας, τραγουδιστής και συνθέτης, ήταν ιδρυτικό μέλος του γνωστού συγκροτήματος Spirit, το οποίο δημιουργήθηκε το 1967.
 
guitar200323
 
Η οικογένεια του Randy ασχολείτο με την μουσική, είχε ένα folk/rock club στο Λος Άντζελες, το «Ash Grove», το οποίο είχε ανοίξει ο θείος του Ed Pearl και από πολύ μικρή ηλικία πήγαινε εκεί, βρίσκοντας έτσι την ευκαιρία να μάθει να παίζει διάφορα είδη μουσικής. Το καλοκαίρι του 1966, σε ηλικία δεκαπέντε ετών, μετακομίζει με τη μητέρα του Bernice Pearl και το νέο της σύζυγο Ed Cassidy στη Νέα Υόρκη, καθώς ο πατριός του είχε μια σειρά jazz συναυλιών κλεισμένες στην πόλη. Εκείνο το καλοκαίρι γνωρίζει στο «Manny’s Music» το Jimi Hendrix και εντάσσεται στο σχήμα του εκείνη την περίοδο, τους Jimmy James And The Blue Flames, παίζοντας κιθάρα. Το καλλιτεχνικό του όνομα «Randy California» του το έδωσε ο ίδιος ο Jimi Hendrix, για να τον ξεχωρίζει από τον έτερο Randy του συγκροτήματος, τον οποίο αποκαλούσε «Randy Texas». Ο γνωστός μας Chas Chandler (παραγωγός/μάνατζερ/μπασίστας των Animals) προσκάλεσε τους δυο τους, το Jimi και το Randy, στην Αγγλία, αλλά οι γονείς του δεύτερου δεν άφησαν τον δεκαπεντάχρονο τότε Randy να φύγει, γιατί έπρεπε να τελειώσει το σχολείο.

Αποφασίζουν τότε μαζί με τον πατριό του να σχηματίσουν το δικό τους συγκρότημα, τους πολύ γνωστούς Spirit, παρέα με τους Jay Ferguson, Mark Andes & John Locke.
 
guitar200324
Όταν δημιουργήθηκε η μπάντα, ο Ed Cassidy (drums), γεννηθείς το 1923, ήταν είκοσι χρόνια μεγαλύτερος από τα υπόλοιπα μέλη και ξεχώριζε απ’ όλους τους υπόλοιπους, καθώς ήταν ντυμένος πάντα στα μαύρα και το κεφάλι του ήταν ξυρισμένο. Το παρατσούκλι του ήταν «Mr. Skin», τίτλος αργότερα τραγουδιού της μπάντας.

Από τον πρώτο κιόλας επώνυμο δίσκο τους, που κυκλοφόρησε στις 22-1-1968, ξεχωρίζει το τεράστιο ταλέντο του Randy California και μια σύνθεση του ιδίου αποτελεί μέχρι σήμερα θέμα δικαστικής διαμάχης…
 
 
Το 1968 οι Led Zeppelin άνοιγαν τις συναυλίες των Spirit στην Αμερικάνικη περιοδεία τους και θεωρείται ότι ο Jimmy Page «έκλεψε» το κιθαριστικό μέρος του τραγουδιού για να συνθέσει την μεγάλη τους επιτυχία «Stairway To Heaven» (ΣτΕ. Δεν είναι η πρώτη φορά που κατηγορούνται για κάτι τέτοιο, πάρα μα πάρα πολλά τα παραδείγματα.) Πολλά χρόνια αργότερα οι απόγονοι του Randy California κατέθεσαν αγωγή για τα πνευματικά δικαιώματα του τραγουδιού ενάντια στους Led Zeppelin και φέτος αναμένεται η τελεσίδικη απόφαση, καθώς η πρώτη απόφαση ήταν αθωωτική για τη μπάντα.

Την ίδια χρονιά, το Δεκέμβρη του 1968, κυκλοφορούν το δεύτερο δίσκο τους «The Family That Plays Together», ο οποίος τους καθιέρωσε και περιέχει τη μεγαλύτερη επιτυχία τους, σύνθεση και πάλι του Randy.
 
 
Συνολικά κυκλοφόρησαν δεκατέσσερις δίσκους, με το τελευταίο στουντιακό τους πόνημα να ονομάζεται «California Blues» (3-12-1996), ο οποίος κυκλοφόρησε έναν μήνα μετά το θάνατο του Randy California.

 
Την ημέρα του θανάτου του βρισκόταν στο σπίτι της μητέρας του στο Molokai στη Χαβάη και πνίγηκε προσπαθώντας να σώσει το δωδεκάχρονο γιο του Quinn, από ένα απότομο ξέσπασμα κυμάτων (rip current) στον Ειρηνικό Ωκεανό που τον τραβούσαν στα βαθιά, μακριά από την ακτή. Κατάφερε να σώσει τον γιο του, σπρώχνοντάς τον στην παραλία, αλλά πνίγηκε ο ίδιος σε ηλικία 45 ετών.

Το παίξιμό του στην κιθάρα ήταν κάτι το μοναδικό, έχοντας αναπτύξει μια ιδιαίτερη τεχνική, οφειλόμενη στη μουσική του παιδεία, παίζοντας τα πάντα, από rock, jazz, fusion, blues, folk μέχρι proto-metal ήχους. Υπήρξε πρωτοπόρος, καθώς ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησε το «echoplex» για να επιτύχει το ονομαζόμενο «tape delay effect», ενώ ενσωμάτωσε κάποιες από τις πρώτες εκδοχές του «theremin» (αιθερώφονο) στην κιθάρα του, αρχικά ένα ηλεκτρονικό μουσικό όργανο που παίζεται εξ’ αποστάσεως, στον «αέρα», χωρίς να το αγγίζει ο καλλιτέχνης και τροποποιήθηκε για κιθάρες.

Ο Randy California κυκλοφόρησε επίσης τέσσερα προσωπικά στούντιο άλμπουμ, με πρώτη κυκλοφορία του το «Kapt. Kopter And The (Fabulous) Twirly Birds» το 1972.
 
 
4. Danny Kirwan

Όσον κι’ αν φαίνεται παράδοξο, αυτή είναι η δεύτερη παρουσία κιθαρίστα των Fleetwood Mac στο συγκεκριμένο άρθρο, πιθανότατα γιατί όλοι επικεντρώνονται στο σπουδαίο Peter Green…
 
guitar200325
Ο Daniel David Kirwan aka «Danny Kirwan» (13-5-1950 – 8-6-2018)… R.I.P., γεννήθηκε στο Μπρίξτον του Νότιου Λονδίνου.

Η μητέρα του ήταν τραγουδίστρια και μεγάλωσε ακούγοντας jazz μουσική, ενώ υπήρξε αυτοδίδακτος κιθαρίστας, ξεκινώντας να παίζει σε ηλικία δεκαπέντε ετών, με βασικές επιρροές τους Hank Marvin (The Shadows), Django Reinhardt, Jimi Hendrix και κυρίως τον Eric Clapton την εποχή των «Bluesbreakers». Σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών δημιουργεί τη δίκη του μπάντα, τους Boilerhouse, όνομα που πήραν από το «προβάδικό» τους στο λεβητοστάσιο ενός κτιρίου.
 
 
Ο Danny συναντιέται κάποια στιγμή με το Mike Vernon, παραγωγό των Fleetwood Mac και τον πείθει να πάει να δει το συγκρότημά του σε μια πρόβα τους κι’ αυτός μένει εντυπωσιασμένος από τον κιθαρίστα. Ας δούμε όμως τι είχε δηλώσει ο ίδιος ο Mike Vernon: «Ο Danny ήταν εξαιρετικός, έπαιζε με μια σχεδόν τρομακτική ένταση, είχε ένα στυλ που δεν έμοιαζε με κανενός άλλου κιθαρίστα στην Αγγλία, δεν είχα ξανακούσει κάτι τέτοιο».

Ενημερώνει σχετικά τον Peter Green και το αποτέλεσμα ήταν οι Boilerhouse ν’ ανοίγουν τις συναυλίες των Fleetwood Mac στο «Marquee Club», στο «Nag’s Head» και αλλού, κάτι το οποίο έδωσε την δυνατότητα στους δυο κιθαρίστες να γνωριστούν αρκετά καλά μεταξύ τους και να «τζαμάρουν» ουκ ολίγες φορές. Ο χρόνος τα έφερε έτσι κι’ όταν ο Peter Green αποφάσισε ν’ αλλάξουν λίγο μουσική κατεύθυνση με τη μπάντα, o Mick Fleetwood έβαλε το όνομα του Danny Kirwan στο τραπέζι κι’ όλα πήραν τον δρόμο τους…

Το πρώτο τραγούδι που ηχογράφησε ο Danny με τη μπάντα ήταν το «Albatross» τον Οκτώβριο του 1968. Έμεινε στη μπάντα για τρία χρόνια, από το 1968-1972, κυκλοφορώντας μαζί τους επτά στούντιο δίσκους.

Το 1969 κυκλοφορούν τον τετραπλό δίσκο «Fleetwood Mac in Chicago», ο οποίος επανακυκλοφόρησε σε δυο διαφορετικές εκδόσεις, με τίτλους «Blues Jam At Chess» και «Blues Jam In Chicago Volumes One & Two». Σε αυτό τον δίσκο συμπεριλαμβάνεται μια από τις πολλές συνθέσεις του Danny Kirwan, η οποία αναδεικνύει όλο του το ταλέντο και κυριολεκτικά κλέβει την «παράσταση» στην κιθάρα, ενώ αναλαμβάνει και τα φωνητικά. (ΣτΕ στο 1:50’ σπάει μια χορδή της κιθάρας, αλλά συνεχίζει κανονικότατα χωρίς να χάσει τον ρυθμό του)
 
 
3. Tommy Bolin

Ο Thomas Richard Bolin (1-8-1951 – 4-12-1976)… R.I.P., είναι Αμερικανός κιθαρίστας και συνθέτης, από τους πιο αδικημένους στην ιστορία της rock μουσικής, γεννηθείς στο Sioux City της Αϊόβα. Πέθανε δυστυχώς σε ηλικία μόλις είκοσι πέντε χρονών, από υπερβολική χρήση ηρωίνης, παράλληλα με λήψη κοκαΐνης, βαρβιτουρικών και πόση μεγάλης ποσότητας αλκοόλ, βάσει της νεκροψίας, ενώ θα μπορούσε να προσφέρει τόσα πολλά ακόμα…
 
guitar200326
Την ημέρα του θανάτου του βρισκόταν στο Μαϊάμι, περιοδεύοντας με τους Jeff Beck και Peter Frampton. Το τελευταίο τραγούδι που έπαιξε ζωντανά ήταν το «Post Toastee» στο encore και πόζαρε για την τελευταία του φωτογραφία στα καμαρίνια, παρέα με το Jeff Beck για το περιοδικό Rolling Stone. Πριν την συναυλία αυτή έδωσε την τελευταία του συνέντευξη στο δημοσιογράφο Jon Marlowe των Miami News, ο οποίος του είπε κλείνοντας την συζήτησή τους «Να προσέχεις τον εαυτό σου» και η απάντηση του Tommy Bolin ήταν «Προσέχω τον εαυτό μου όλη μου την ζωή, μην ανησυχείς για εμένα, θα είμαι για πολύ καιρό εδώ τριγύρω». Λίγες ώρες αργότερα βρέθηκε νεκρός…

Η συνεργασία που θα όφειλε να ήταν το αποκορύφωμα της καριέρας του με την ανάλογη συνέχεια και η καταξίωσή του, αυτή με τους Deep Purple, ήταν ουσιαστικά εκείνη που μείωσε σε μεγάλο βαθμό τη δημοτικότητα του Tommy Bolin στην μεγάλη πλειοψηφία των μουσικόφιλων και τον περιόρισε σε ένα περιορισμένο κοινό που μπορούσε να καταλάβει και ν’ απολαύσει το παίξιμο του. Μετά την απομάκρυνση του Ritchie Blackmore, το συγκρότημα αποφασίζει να βρει ένα νέο κιθαρίστα, αντί να διαλυθεί όπως είχε προταθεί αρχικά και ο David Coverdale προτείνει τον Tommy Bolin, έχοντάς τον ακούσει να παίζει στον δίσκο του Billy Gobham «Spectrum». Μετά από τέσσερις ώρες «τζαμαρίσματος» με τη μπάντα, η θέση ήταν δική του και όλοι μαζί πηγαίνουν στο Μόναχο, στην Γερμανία, για την ηχογράφηση του δέκατου δίσκου των Deep Purple, του πάρα πολύ καλού «Come Taste The Band», στο οποίο ο Tommy Bolin είχε μεγάλη προσφορά, συμμετέχοντας στην σύνθεση των επτά από τα εννέα τραγούδια του δίσκου. Ο συγκεκριμένος δίσκος ήταν πολύ διαφορετικός από τις προηγούμενες δουλειές του συγκροτήματος, με πολλές και διαφορετικές μουσικές επιρροές, είναι φανερές οι funk «πινελιές» του Hughes, ο ίδιος ο Bolin πάλι είχε επίσης στοιχεία funk αλλά και jazz στο παίξιμο του, ενώ όλα τα μέλη της μπάντας, χωρίς την παρουσία του Blackmore πλέον, ένιωσαν πιο «ελεύθερα» να προσδώσουν το δικό τους προσωπικό ύφος στις συνθέσεις, κάτι που «ξένισε» πάρα πολύ τους φίλους της μπάντας και σε μεγάλο βαθμό απέδωσαν αυτή την στροφή στο νέο κιθαρίστα… Στις συναυλίες όλοι περίμεναν από το νέο κιθαρίστα της μπάντας να έχει παρόμοια σκηνική παρουσία με τον προκάτοχό του, να σολάρει συνεχώς και να επιδεικνύει το ταλέντο του, αλλά ήταν δυο εντελώς διαφορετικοί κιθαρίστες… Επίσης, ο ίδιος αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα με τα επονομαζόμενα σκληρά ναρκωτικά, ενώ το ίδιο συνέβαινε με τον εθισμό του Hughes στην κοκαΐνη, κάτι που ήταν εμφανές στις συναυλίες τους. Μια φορά στο Τόκυο ο Tommy Bolin λιποθύμησε από τη χρήση ουσιών και αποκοιμήθηκε πάνω στο αριστερό του χέρι για οχτώ ώρες, με αποτέλεσμα το βράδυ στην συναυλία να μην μπορεί να παίξει παρά ελάχιστα ακόρντα. Αυτός ήταν και ο τελευταίος δίσκος της μπάντας μέχρι την επανασύνδεσή της το 1984.
 
 
Όμως ο Tommy Bolin πρόλαβε στη σύντομης διάρκειας ζωή του να συμμετάσχει σε πολλά σχήματα και να μας προσφέρει απίστευτης ποιότητας και ικανότητας κιθαριστικές δουλειές. Μια μικρή αναφορά στην δισκογραφική του καριέρα, νομίζω θα πείσει και τον πιο δύσπιστο για το πόσο αδικημένος υπήρξε αυτός ο άνθρωπος…

Το πρώτο του μουσικό σχήμα λεγόταν American Standard, πριν ενταχθεί στους Ethereal Zephyr (από το όνομα ενός τραίνου που συνέδεε το Denver με το Colorado), πριν υπογράψουν συμβόλαιο και το μικρύνουν τελικά σε σκέτο Zephyr, με τους οποίους κυκλοφόρησε δύο δίσκους, το «Zephyr» (1969) και το «Going Back To Colorado» (1971).
 
 
Η συνέχεια της καριέρας του ήταν με τους πολύ γνωστούς James Gang, αντικαθιστώντας το Domenic Troiano, ο οποίος με την σειρά του είχε αντικαταστήσει το Joe Walsh. Μαζί τους κυκλοφόρησε επίσης δύο δίσκους, το «Bang» (1973) και το «Miami» (1974).
 
 
Ενδιάμεσα των James Gang συμμετέχει στον προσωπικό δίσκο του Billy Gobham, «Spectrum», αυτόν που άκουσε ο David Coverdale, όπως αναφέραμε παραπάνω και αποφάσισε να τον φέρει στους Deep Purple.

(ΣτΕ τι παίζει ο άνθρωπος!)
 
 
Το 1974 οι Καναδοί Moxy κυκλοφορούν το ντεμπούτο επώνυμο δίσκο τους, γνωστό επίσης και ως «The Black Album», στον οποίο ο Tommy Bolin συμμετέχει ως session μουσικός.
 
 
Στις 11 Νοεμβρίου 1975 κυκλοφορεί τον πρώτο προσωπικό του δίσκο, με τίτλο «Teaser» κι’ ένα δεύτερο το 1976, με τίτλο «Private Eyes» και οι δύο δίσκοι χαρακτηρίζονται από πολλές μουσικές επιρροές, από hard rock, blues rock, jazz, reggae μέχρι latin.
 
 
2. Mick Ronson

Ο Michael Ronson aka «Mick Ronson»… R.I.P. (26-5-1946 – 29-4-1993), γεννήθηκε στο Kingston Upon Hall, στην Αγγλία, ήταν κιθαρίστας, πολυοργανίστας, συνθέτης και παραγωγός, υπήρξε ένας πραγματικά μουσικός «εγκέφαλος». Η καταξίωσή του ήρθε από πολύ νωρίς συμμετέχοντας στο σχήμα του David Bowie. Ως session μουσικός συνεργάστηκε με καλλιτέχνες όπως οι Elton John, Ian Hunter, Bob Dylan, Morrissey, Van Morrison κ.α., ενώ κυκλοφόρησε κι’ αρκετούς προσωπικούς δίσκους.
 
guitar200327
Ξεκίνησε τις μουσικές του σπουδές από την παιδική ηλικία, μαθαίνοντας κλασικό πιάνο, φλάουτο, βιολί κι’ αργότερα μελώδειον όργανο. Αργότερα θέλησε να μάθει τσέλο, αλλά τελικά τον κέρδισε η εξάχορδη, ακούγοντας τον Αμερικανό κιθαρίστα Duane Eddy.

Σχημάτισε το πρώτο του συγκρότημα, τους The Mariners σε ηλικία δεκαεπτά ετών, ενώ παράλληλα εντάσσεται σ’ ένα ακόμη σχήμα, τους The Cretas, οι οποίοι γίνονται γνωστοί σε τοπικό επίπεδο, παίζοντας σε πολλά clubs όλη την εβδομάδα.

Το 1965 αποφασίζει για πρώτη φορά να μετακομίσει στο Λονδίνο, όπου πιάνει δουλειά ως μηχανικός και μπαίνει στο συγκρότημα των The Voice. Μετά από κάποιες εμφανίσεις εκεί, επιστρέφει στην γενέτειρά του το 1966, για να ενταχθεί στους The Rats, με τους οποίους κάνει την πρώτη του ηχογράφηση το 1967, το ψυχεδελικό single…
 
 
Εκείνη την εποχή ξεκινάει σιγά σιγά την καριέρα του ως session κιθαρίστας, δημιουργώντας σταδιακά ένα πολύ γνωστό όνομα στη σκηνή, συνεργαζόμενος την πρώτη φορά με το Michael Chapman στο δίσκο «Fully Qualified Survivor» το 1970. Το Μάρτιο του ίδιου έτους συμμετέχει στις ηχογραφήσεις του τρίτου δίσκου του Elton John, «Tumbleweed Connection», παίζοντας κιθάρα στο τραγούδι «Madman Across The Water», το οποίο τελικά δεν συμπεριλήφθηκε στο δίσκο, αλλά επανηχογραφήθηκε με τον Davey Johnston για τον επόμενο ομώνυμο δίσκο του Βρετανού μουσικού. Η αυθεντική σύνθεση κυκλοφόρησε τελικά στην συλλογή «Rare Masters» του 1992 και στην επανακυκλοφορία του δίσκου «Tumbleweed Connection» το 1995.
 
 
Εκείνη την περίοδο ο παλιός του φίλος και μουσικός συνοδοιπόρος John Cambridge επιστρέφει στο Kignston Upon Hall για να συναντήσει το Mick Ronson, καθώς είχε μια πολύ σημαντική επαγγελματική πρόταση να του κάνει, η οποία θα αποτελούσε το εφαλτήριο της τεράστιας καριέρας του. Ο John βρίσκει το Mick να τραβάει γραμμές στο τοπικό γήπεδο ράγκμπι, εργαζόμενος παράλληλα ως κηπουρός του δήμου. Η πρόταση που του κόμιζε ήταν να συμμετάσχει στο υποστηρικτικό συγκρότημα του David Bowie, «The Hype». Αρχικά ο Ronson είχε κάποιες αντιρρήσεις, λόγω των προηγούμενων εμπειριών του στο Λονδίνο, αλλά τελικά πείθεται να συναντηθεί μαζί του κι’ η ιστορία παίρνει πλέον τον δρόμο της. Η «παρθενική» εμφάνιση του Mick Ronson με το μεγάλο Βρετανό μουσικό ήταν στο «BBC Radio Show 1» του John Peel, στις 5 Φεβρουαρίου 1970 και η πρώτη τους ζωντανή εμφάνιση έγινε στις 22 Φεβρουαρίου 1970 στο «The Roundhouse», ντυμένοι όλοι τους με στολές, ο Bowie ως «Rainbowman», ο Visconti ως «Hyperman», ο Ronson ως «Gangsterman» κι’ ο Cambridge ως «Cowboyman».

Τον Απρίλιο του 1970 οι τρεις τους μπαίνουν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν τα μουσικά μέρη του τρίτου δίσκου του David Bowie, «The Man Who Sold The World», τα οποία είχαν αναλάβει κυρίως ο Mick Ronson μαζί με τον Tony Visconti. Στο δίσκο αυτό συμπεριλαμβάνεται μια από τις καλύτερες συνθέσεις στην ιστορία της rock μουσικής, ένα τραγούδι «επιτομή», παρουσιάζοντας στοιχεία απ’ όλο το φάσμα της μουσικής αυτής, ενώ το παίξιμο του Ronson είναι εκπληκτικό…
 
 
Ο Mick Ronson συνεργάστηκε με το David Bowie μέχρι το 1973, συμμετέχοντας σ’ άλλους τέσσερις δίσκους, τους «Hunky Dory» (1971), «The Rise And Fall Of Ziggy Stardust And The Spiders From Mars» (1972), «Aladdin Sane» (1973) και τέλος, την ίδια χρονιά, στο δίσκο με τις διασκευές «Pin Ups», σε πολλούς από τους οποίους συμμετείχε επίσης στην ενορχήστρωση, παίζοντας παράλληλα πολλά άλλα όργανα, πέραν της κιθάρας.

Ενδιάμεσα είχε συμμετάσχει παρέα με τον David Bowie στον πέμπτο δίσκο «All The Young Dudes» των Mott The Hoople, όπου αναπτύσσει μια πολύ καλή φιλική σχέση με τον Ian Hunter, ο οποίος τον προσκαλεί να παίξει κιθάρα ξανά στο single του 1974 «Saturday Gigs»…
 
 
Μετά την αποχώρησή του από το σχήμα του David Bowie ξεκινάει την προσωπική του δισκογραφική καριέρα, η οποία συμπεριλαμβάνει συνολικά πέντε στούντιο δίσκους και με μια ζωντανή ηχογράφηση, εκ των οποίων οι τέσσερις κυκλοφόρησαν μετά θάνατον του καλλιτέχνη. Ο πρώτος του στούντιο δίσκος κι’ ευρέως γνωστός κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 1974, με τίτλο «Slaughter On 10th Avenue», από τον οποίο εκτός της πολύ καλής διασκευής στο «Love Me Tender» του Elvis Presley, ξεχωρίζει το κάτωθι τραγούδι…
 
 
To 1974 οι αναγνώστες του μουσικού περιοδικού «Creem» από τις Η.Π.Α. σε ψηφοφορία που διοργανώθηκε για τον καλύτερο κιθαρίστα εκείνη την χρονιά, έδωσαν στο Mick Ronson τη δεύτερη θέση. Την πρώτη θέση τότε είχε λάβει ο Jimmy Page και την τρίτη ο Eric Clapton.
 
Το 1975 με την κυκλοφορία του πρώτου επώνυμου προσωπικού δίσκου του Ian Hunter, ξεκινάει μια σημαντική συνεργασία που κράτησε μέχρι το 1990 και συμπεριλαμβάνει πέντε στούντιο δίσκους. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στους τέσσερις πρώτους δίσκους την παραγωγή έχουν αναλάβει από κοινού οι Ian Hunter και Mick Ronson, ενώ από τον πρώτο κιόλας δίσκο γνώρισαν την επιτυχία, μπαίνοντας για πρώτη φορά στα βρετανικά charts με το single «Once Bitten, Twice Shy», το οποίο διασκεύασαν επιτυχώς οι Αμερικανοί Great White το 1984…
 
 
Το 1975 ο Mick Ronson εντάσσεται στην σύνθεση του μουσικού σχήματος «Guam», το οποίο συνόδευε το Bob Dylan στην περιοδεία του «The Rolling Thunder Revue», η οποία κυκλοφόρησε τελικά τον Ιούνιο του 2019 και μάλιστα μια εβδομάδα αργότερα κυκλοφόρησε από το Netflix το αντίστοιχο μουσικό ντοκιμαντέρ σε σκηνοθεσία του Martin Scorsese, ενώ συνεργάστηκε με το Bob Dylan και πάλι στην επόμενη στουντιακή του ηχογράφηση «Hard Rain» του 1976.
Όπως αναφέραμε στην αρχή, ο Mick Ronson κατά την διάρκεια της καριέρας του συνεργάστηκε με πάρα πολλούς καλλιτέχνες, είτε παίζοντας κιθάρα, είτε αναλαμβάνοντας την ενορχήστρωση ή την παραγωγή. Να αναφέρουμε ενδεικτικά μερικούς ακόμα, όπως οι David Cassidy, Roger Daltrey, Ellen Foley, John Mellencamp, Roger Mc Guinn κ.α.
 
To 1991 ανέλαβε την παραγωγή του δίσκου «Permanent Nun» των Σουηδών industrial/garage rockers The Leather Nun. Μετά την ολοκλήρωση των ηχογραφήσεων επέστρεψε στην αδελφή του στο Λονδίνο, όπου διαγνώστηκε με καρκίνο… Το 1992 κάνει την παραγωγή του δίσκου «Your Arsenal» του Morrisey κι’ η τελευταία του ζωντανή εμφάνιση ήταν στις 20 Απριλίου 1992 στο Wembley Stadium στο Λονδίνο στη φιλανθρωπική συναυλία «The Freddie Mercury Tribute Concert». Απεβίωσε σε ηλικία 46 ετών από καρκίνο του ήπατος στις 29 Απριλίου 1993, σχεδόν ένα χρόνο μετά την εμφάνισή του αυτή…
 
 
1. John Du Cann

Σίγουρα θα υπάρξουν πολλοί που θα διαφωνήσουν με την επιλογή αυτή για την πρώτη θέση, καθώς πιθανότατα δεν είναι ο καλύτερος από πολλούς προηγούμενα αναφερόμενους κιθαρίστες, αλλά σίγουρα είναι ο πιο άγνωστος και του οφείλεται μεγαλύτερη δημοσιότητα κι’ αποδοχή βάσει της γενικότερης προσφοράς του στο μουσικό στερέωμα της rock…
 
guitar200328
 
O John William Cann aka «John Du Cann» (2-6-1946 – 21-9-2011) … R.I.P., γεννήθηκε στο Leicester της Αγγλίας, υπήρξε συνθέτης, κιθαρίστας, ενώ έπαιζε επίσης τσέλο κι’ έγινε γνωστός κυρίως από την συμμετοχή του στο prog/hard rock συγκρότημα των Atomic Rooster στην δεκαετία του εβδομήντα.

Η μουσική του καριέρα ξεκίνησε με το συγκρότημα των The Sonics (ΣτΕ ουδεμία σχέση με το γνωστό μεταγενέστερο σχήμα από τις Η.Π.Α.) και στην συνέχεια εντάχθηκε στους The Attack, με τους οποίους κυκλοφόρησε το 1967 την πρώτη του δισκογραφική δουλειά, το single «Try It» b/w «We Don’t Know».
 
 
Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν το δεύτερο single τους, διασκευάζοντας το τραγούδι «Hi Ho Silver Lining», των Αμερικανών συνθετών Scott English και Larry Weiss, αλλά τους «έκλεψε» την δημοσιότητα ο Jeff Beck, καθώς το διασκεύασε κι’ εκείνος, κυκλοφορώντας το λίγες ημέρες αργότερα κι’ αμέσως ανέβηκε στα βρετανικά Charts…

Επόμενη μουσική «στάση» για τον John Du Cann υπήρξε το ψυχεδελικό ροκ συγκρότημα The Five Day Week Straw People, οι οποίοι κυκλοφόρησαν μόνο τον επώνυμο δίσκο τους το 1968, περιέχοντας δέκα τραγούδια, τα οποία αναφέρονται όλα σ’ ένα τυπικό Σαββατοκύριακο των τυπικών Βρετανών εργαζόμενων, ενώ χρήζει αναφοράς ότι ο δίσκος ηχογραφήθηκε μόλις σε τέσσερις ώρες σε μια σχολική αίθουσα στο Λονδίνο.


Το underground acid psych/prog rock συγκρότημα Andromeda υπήρχε από το 1966, αλλά κάποια στιγμή αποφάσισαν ν’ αλλάξουν σύνθεση και ζητούν από τον John Du Cann να ηγηθεί του σχήματος. Κυκλοφόρησαν ένα single το 1969 «Go Your Way» b/w «Keep Out ‘Cos I’m Dying» και μόνο έναν δίσκο, τον επώνυμο την ίδια χρονιά. Εκείνη την περίοδο opening act στις συναυλίες τους ήταν οι Black Sabbath! Όλοι μιλούσανε τότε για τον σπουδαίο κιθαρίστα John Du Cann και συνέκριναν το στυλ παιξίματος του στην Telecaster κιθάρα μ’ αυτό του Ritchie Blackmore. Το συγκρότημα διαλύθηκε όταν έφτασε η μεγάλη στιγμή για τον σπουδαίο κιθαρίστα ν’ ενταχθεί στους Atomic Rooster.

(ΣτΕ Ακούστε προσεχτικά την εισαγωγή του κάτωθι τραγουδιού, κάτι πολύ γνωστό θα σας θυμίσει…)
 
 
Οι Atomic Rooster δημιουργηθήκαν το καλοκαίρι του 1969 από δυο πρώην μέλη των The Crazy World Of Arthur Brown, τον οργανίστα Vincent Crane και το ντράμερ Carl Palmer, ενώ στην μπάντα συμμετέχει ο μπασίστας/τραγουδιστής Nick Graham και ξεκινάνε να κάνουν κάποιες ζωντανές εμφανίσεις ως τρίο και χωρίς κιθαρίστα. Η πρώτη τους headline εμφάνιση έγινε στις 29 Αυγούστου 1969 στο London Lyceum με opening act τους Deep Purple!

Το Δεκέμβριο του 1969 μπαίνουν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν τον πρώτο τους ομώνυμο δίσκο, ο οποίος κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1970. Λίγους μήνες αργότερα ο Vincent Crane αποφασίζει να προσθέσουν έναν κιθαρίστα στο συγκρότημα και προσκαλούν τον John Du Cann, αλλά παράλληλα αποχωρεί ο Nick Graham, οπότε ο John αναλαμβάνει και τα φωνητικά, ενώ οι μπασογραμμές παίζονται πλέον μέσω του Hammond organ του Crane κι’ επανακυκλοφορούν τον δίσκο τον Αύγουστο του 1970 κάνοντας overdubbing. Το πρώτο single από τον δίσκο ήταν το τραγούδι «Friday The 13th» και στην αμερικάνικη έκδοσή του στην κιθάρα και στην φωνή είναι πλέον ο John Du Cann…
 
 
Ένα μήνα αργότερα, το Σεπτέμβριο του 1970, κυκλοφορούν το δεύτερο δίσκο τους «Death Walks Behind You», με τον οποίο γίνονται ευρέως γνωστοί και στον οποίο έχει πλέον ενεργή συμμετοχή ο John Du Cann, συνθέτοντας μάλιστα το ομώνυμο τραγούδι μαζί με το Vincent Crane, ενώ άλλες τέσσερις δικές του συνθέσεις συμπεριλαμβάνονται στο δίσκο.
 
 
Τον Ιούνιο του 1971 κυκλοφορούν το single «Devil’s Answer» b/w «The Rock», το οποίο υπήρξε η μεγαλύτερη τους εμπορική επιτυχία κι’ ήταν σύνθεση του John Du Cann, έφτασε στο Νο. 4 του Βρετανικού chart και συνεισέφερε τα μέγιστα στην επιτυχία της επόμενης κυκλοφορίας τους τον Αύγουστο του ιδίου έτους, τον τρίτο δίσκο τους «In Hearing Of Atomic Rooster», στην βρετανική έκδοση του οποίου δεν συμπεριλήφθηκε το single.
 
 
Αυτή ήταν η τελευταία συμμετοχή του κιθαρίστα στο συγκρότημα, καθώς μαζί με τον Paul Hammond αποχωρούν (ΣτΕ τυπικά τον Du Cann τον απέλυσε ο Crane), διαμαρτυρόμενοι για την αλλαγή μουσικής κατεύθυνσης που θέλει να επιφέρει στο σχήμα ο Vincent Crane σε πιο funk/soul μουσικές φόρμες.
 
Οι δύο τους αποφασίζουν να συνεχίσουν παρέα και με την συμμετοχή του John Gustafson στο μπάσο, δημιουργούν τους Daemon, οι οποίοι γρήγορα μετονομάζονται σε Bullet και κυκλοφορούν ένα single το 1971, «Hobo» b/w «Sinister Minister».
 
 
Μετά την κυκλοφορία του single αναγκάζονται ν’ αλλάξουν το όνομα τους, καθώς υπήρχε ένα συγκρότημα από τις Η.Π.Α. με το ίδιο όνομα, σε Hard Stuff και κυκλοφορούν δύο δίσκους, τους «Bulletproof» (1972) και «Bolex Dementia» (1973) από την Purple Records, την εταιρία των Deep Purple και περιοδεύουν με τους Captain Beefheart. Τελικώς το σχήμα διαλύεται μετά από ένα σοβαρό αυτοκινητιστικό ατύχημα που είχε ο Paul Hammond.
 
 
Στο επόμενο χρονικό διάστημα ο John Du Cann εργάζεται ως συνθέτης για την Chappell Music, ενώ το 1974 αντικαθιστά το Gary Moore στην περιοδεία των Thin Lizzy στην Γερμανία, είναι τότε που ο μάνατζερ του τον πείθει να προσθέσει το «Du» στ’ όνομα του, για να καθιερωθεί πλέον ως «John Du Cann».

Το 1977 μπαίνει στο στούντιο για να ηχογραφήσει τον πρώτο του προσωπικό δίσκο «The World’s Not Big Enough» σε παραγωγή του Franciss Rossi (Status Quo), καθώς ανήκαν στην ίδια εταιρεία μάνατζμεντ, αλλά τελικά επίσημα κυκλοφόρησε το 1999. Το 1977 εκδόθηκαν μόνο δύο singles από την συνεργασία τους, τα «Throw Him In Jail» b/w «Street Strutter» και «Where Is The Show?» b/w «Hang Around», σε μια πιο punk μουσική προσέγγιση, μάλιστα το περιοδικό Record Collector τα χαρακτήρισε ως: «Οι Quo αναμιγνύονται με τους Sex Pistols».
 
 
Το τραγούδι «Don’t Be A Dummy» ήταν μια σύνθεση του Gary Numan, ο οποίος δεν το κυκλοφόρησε ποτέ, αλλά το ηχογράφησε για να χρησιμοποιηθεί σε τηλεοπτική διαφήμιση της εταιρίας jean παντελονιών Lee Cooper.
 

Τον Αύγουστο του 1979 το επανηχογραφεί ως single ο John Du Cann με B’ side το «If I’m Makin’» και φτάνει στο Νο. 33 των βρετανικών singles chart.
 
 
Τον Απρίλιο του 1979 αποφασίζουν από κοινού με τον Vincent Crane να επαναδραστηριοποιήσουν τους Atomic Rooster. Το 1980, επτά χρόνια μετά την τελευταία τους στουντιακή δουλειά, κυκλοφορούν τον έκτο δίσκο του συγκροτήματος με τον Preston Heyman στην θέση του ντράμερ. Ο τίτλος του δίσκου ήταν και πάλι «Atomic Rooster», πιθανότατα θέλοντας να τονίσουν τη μουσική στροφή της μπάντας, καθώς ο ήχος σ’ αυτόν τον δίσκο είναι πιο βαρύς, πιο τραχύς, επηρεασμένος κατά πολύ από το N.W.O.B.H.M. (New Wave Of British Heavy Metal), καθώς κυριαρχεί στο «νησί» εκείνη την εποχή. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που ο κιθαρίστας συνεργάζεται με τη μπάντα, η οποία έβγαλε έναν ακόμη δίσκο το 1983 πριν διαλυθεί οριστικά.
 

Η επόμενη κίνησή του ήταν να μετακομίσει στο Norwich, όπου ασχολείται πλέον με την κατασκευή θερμοκηπίων και μουσικών ωδείων. Το 1989, με αφορμή τον θάνατο του Vincent Crane, επιμελείται μαζί με τη χήρα του Jean και κάνει την παραγωγή της συλλογής «The Devil Hits Back».
 
Το 1992 συνεργάζεται με μέλη των Status Quo και κυκλοφορούν τον δίσκο «Nothing Better» ως John Du Cann & Status Quo, το σχήμα πέραν του ιδίου αποτελούν οι John McCoy (μπάσο), Pete Kircher (ντραμς), Andy Bown (πλήκτρα) & Francis Rossi (κιθάρα).
 
 
Το 1999 όπως προαναφέραμε κυκλοφορεί ο δίσκος «The World Is Not Big Enough» με περισσότερα τραγούδια, πέραν αυτών των αυθεντικών ηχογραφήσεων του 1977, καθώς στις αρχές της δεκαετίας συνεργάστηκε με την δισκογραφική εταιρία Angel Air και είχε κάνει remastering όλο το προσωπικό του αρχείο για λογαριασμό της, ώστε να κυκλοφορήσουν σε CD.

Ο John Du Cann απεβίωσε στο σπίτι του στο Norwich στις 21 Σεπτεμβρίου 2011 από καρδιακή προσβολή. Ενταφιάστηκε στο Colney και στην ταφόπλακά του επάνω είναι χαραγμένος ο πρώτος στίχος της σύνθεσής του «Devil’s Answer». «People are looking but they don’t know what to do».
 
Η προσωπική του συλλογή δημοπρατήθηκε τον Ιανουάριο του 2012, αποτελούμενη από 75 κιθάρες, 30 ενισχυτές και πάρα πολλά LP και CD, εκ των οποίων μια αυθεντική έκδοση του LP «Andromeda» έπιασε την προσφερόμενη τιμή των 800 στερλινών, ενώ η πολυχρησιμοποιημένη Fender Strat του 1963 πωλήθηκε για 6.500 στερλίνες.

Σταμάτης Μπούρδος
 

Άρθρα Μουσικής

Facebook Comments