Άρθρα Μουσικής

loogoo

Jay Jay Johanson: Ο πιο μελαγχολικός δανδής της Σουηδίας

205180372 640
«Είμαι κάποιος με βαθιά μελαγχολία και τάση χρόνιας κατάθλιψης. Είναι ένα συναίσθημα
για το οποίο δεν νιώθω περήφανος, αλλά είναι πάντα εκεί. Το μόνο θετικό για όλα αυτά
είναι ότι με βοηθά να συνθέτω μουσική. Όταν αισθάνομαι ευτυχής, δεν μπορώ να γράψω
μια γραμμή ή μελωδία σωστή. Το γράψιμο για μένα είναι ένα είδος θεραπείας, ένας
τρόπος να συμφιλιωθώ με τα προβλήματα μου. Εντάξει, η ζωή μου σαπίζει, αλλά
τουλάχιστον μου δίνει σε αντάλλαγμα καλά τραγούδια»
[Jay-Jay Johanson, 1997, γαλλικό περιοδικό Les Inrockuptibles]

   «Πριν από μερικούς μήνες κανένας δεν είχε ακούσει να μιλάει γι’ αυτόν τον γαλλόφιλο Σουηδό με τις μελαγχολικές τάσεις που θυμίζουν τις ταινίες του Ingmar Bergman», έγραφαν τα γαλλικά περιοδικά το 1997, φιλοξενώντας στις σελίδες τους σαλόνια με συνεντεύξεις και μεστά λόγια για τη ζωή και το καλλιτεχνικό έργο του Jay Jay (Jaje) Johanson. Τρεις λέξεις (γαλλόφιλος, μελαγχολικός, Bergman) ήταν αρκετές για να πειστούν πολλοί ότι βρίσκονταν μπροστά σε μια νέα καλλιτεχνική αποκάλυψη, που ήταν έτοιμη να αποδράσει από την μελαγχολία της Σουηδίας και να λάμψει στις λιγότερες σκοτεινές χώρες, που ήδη ζούσαν την άνθιση του ευρωπαϊκού πολιτισμού! Έτσι κι έγινε. Πλούσια δισκογραφία σχεδόν κάθε δυο χρόνια, live εμφανίσεις σε Ευρώπη, Βόρεια και Νότια Αμερική, όπου η μουσική του ακολουθεί τις ψυχολογικές του μεταπτώσεις, από το ναδίρ στο ζενίθ, από την μελαγχολική jazz στην electro dance. Πρώτοι τον ανακαλύπτουν οι Γάλλοι, αλλά και οι πιο Λατίνοι λαοί αποδέχονται μονομιάς το νοσταλγικό του ύφος, τον ρομαντισμό και τα τραγούδια αγάπης. Εντάξει, το παράξενο «ξωτικό» από την Σουηδία δεν ζει όλα αυτά τα χρόνια με το πιστόλι στον κρόταφο, αλλά η μικρή βιβλιοθήκη στο σπίτι του φιλοξενεί τίτλους, όπως: Sylvia Plath, Samuel Beckett, Rimbaud, Eluard… αν αυτό σας λέει κάτι.
 
   zzjay-jay-johansonΟ JAY JAY JOHANSON έπαιξε πιάνο σε ηλικία 7 ετών, φλάουτο και κλαρινέτο σε ηλικία 10 ετών. Μεταπήδησε στο σαξόφωνο όταν ήταν 14 ετών και κάπου εκεί δημιούργησε με τους φίλους τους την πρώτη του punk band με το όνομα Nej Tack, που στα σουηδικά σημαίνει «Όχι Ευχαριστώ», με χαρακτήρα ριζοσπαστικό και αντικυβερνητικό για εκείνη την εποχή. Η μεγαλύτερή τους επιτυχία ήταν ένα τραγούδι που μιλούσε για το πώς να φτιάξεις μια πετυχημένη πίτα, όπου ο J.J.Johanson τραγουδούσε στίχους με υλικά, δοσολογίες και την θερμοκρασία του ψησίματος. Ένα από τα αγαπημένα του φιλμ στην παιδική του ηλικία ήταν του Walt Disney το «Τhe Jungle Book», στο οποίο λάτρεψε την μουσική του, γραμμένη από τους Γερμανούς αδερφούς Sherman. Η αγάπη του για τον γαλλικό πολιτισμό φούντωσε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν στην Σουηδία ξεκίνησαν να προβάλλονται οι πρώτες γαλλικές ταινίες. Μέσα από αυτές γνώρισε αξιόλογους μουσικούς και συνθέτες, όπως ο Serge Gainsbourg, ο Francis Lai, ο Michel Legrand και η Francoise Hardy. Χαρακτηρισμούς που του απέδωσαν: Ο ξανθός άνδρας με τις μαύρες σκέψεις, με φωνή που ακροβατεί ανάμεσα στην λάγνα jazz και την trip hop. O τραγουδιστής της γοητευτικής εκδοχής του Ikea. Έχει ποτιστεί με την μελαγχολία της Στοκχόλμης, γι’ αυτό και μετατρέπει τα σύντομα ποιήματα που σημειώνει σε πρόχειρα χαρτάκια σε μελωδικούς ρυθμούς. Η μουσική του έχει καταφέρει να φέρει στο κοινό την πολυτέλεια, αλλά και να ενώσει τους ροκάδες με τους φαν του Chet Baker και του Johny Hartman.
 
«Τα τραγούδια μου μιλούν για την μοναξιά. Δε μπορώ να πω ότι μ’ αρέσει αυτό αλλά τελικά ίσως και να μ’ αρέσει γιατί με αυτόν τον τρόπο γίνομαι δημιουργικός και τελικά χαρούμενος με την μοναξιά μου».
 
Whiskey (1996): Ντεμπούτο άλμπουμ και διθυραμβικές κριτικές. Η trip hop συναντά την jazz και την film noir αισθητική. Υπάρχουν στιγμές (Extended Beats) που η μουσική του γίνεται κινηματογραφική και με πρωταγωνιστές το σαξόφωνο και τα drum machines, είναι σα να περιμένεις να δεις τα καρέ του I. Bergman,του Lars Von Trier ή του Hal Hartley. Τον ανακαλύπτουν οι Γάλλοι και δηλώνουν τρελοί και παλαβοί για τη μουσική του. Το τραγούδι «So Tell The Girls That I’ M Back In Town» αποτελεί το πιο διάσημο κομμάτι του δίσκου που κάνει τον γύρο του κόσμου, σε ραδιόφωνα και τηλεοπτικές εκπομπές. Ακόμη και τις μανιέρες του Frank Sinatra εντοπίζουν στο ρεφρέν του συγκεκριμένου τραγουδιού. Η φήμη του εξαπλώνεται σύντομα στην Ευρώπη, στη Βόρεια και Νότια Αμερική και όλοι θέλουν να γνωρίσουν αυτόν τον ιδιαίτερο καλλιτέχνη, που αποτελεί μια εξωτική φιγούρα. Παρόλο αυτά, ο ίδιος παραδέχεται ότι δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε να τραγουδήσει τα τραγούδια του, θα προτιμούσε ίσως μια γυναικεία φωνή. Άρα, αυτός ο δίσκος είναι ένα πρώτο πείραμα, για το αν μπορεί να τραγουδήσει.
zz2a0b2d2c-b58e-4b52-93a3-e8862cb15b63Tattoo (1998): Ο μουσικός Τύπος εντοπίζει σε αυτό το δεύτερο album jazz μπαλάντες και πιο dizzy- listening ακούσματα, που έρχονται λίγο σε αντίθεση με την εμμονή του στους Portishead, που είχε εκδηλώσει στον πρώτο δίσκο. Το τραγούδι «Jay Jay Johanson» ήθελε να αποτελεί ένα ντουέτο με την Vanessa Paradis, αλλά η Γαλλίδα τραγουδίστρια έσπασε το χέρι της στο σκι και χρειάστηκε να νοσηλευτεί για πολύ καιρό στο νοσοκομείο.
 
Poison (2000): Είναι η εποχή που ο Jaje αρχίζει να ψάχνεται σε άλλα μουσικά μονοπάτια, αλλά η trip hop και η jazzy lounge τον απασχολούν ακόμη, όπως και η μουσική για ταινίες. Την ίδια χρονιά έγραψε τη μουσική στο «La Confusion des Genres», ένα φιλμ του γάλλου σκηνοθέτη Ilan Duran Cohen, ενώ την αμέσως επόμενη χρονιά έστησε την «Cosmodrome», μία έκθεση με έργα του για ήχο και εικόνα, στην πόλη της Dijon. Ένας αμιγώς «Παριζιάνος» στην αισθητική του. Με διαρκείς αλλαγές στην εμφάνιση και ατελείωτους πειραματισμούς στη μουσική, καταφέρνει έως τώρα να συνδυάζει με μοναδικό τρόπο την trip hop και την electroclash.
 
antenna lp jj johansonAntenna (2002): Ο δίσκος φλερτάρει με την dance και τους elecropop ήχους. Συνεργάτες του ήταν οι Funkstorung, ειδικοί σε εναλλακτικούς ηλεκτρονικούς ρυθμούς, και ο Naid, πρώην συνεργάτης των A-ha. Το «On The Radio» είναι το πρώτο track του album. Είναι η εποχή που το συγκεκριμένο τραγούδι όχι μόνο ακούστηκε στα ερτζιανά ραδιόφωνα της εποχής, αλλά το video clip του παίχτηκε αρκετά στην τηλεόραση του MTV και μάλιστα ο Σουηδός μελαγχολικός μουσικός εντυπωσιάζει με την αλλαγή της εμφάνισής του. Οι ξανθιές του τούφες μετατρέπονται σ’ ένα κοκκινωπό space χτένισμα, αποτελώντας για την εποχή εκείνη μια στιλιστικά extreme persona που κάποιοι βιάστηκαν να τoν χαρακτηρίσουν «το gremlin της μουσικής show biz». Κι όμως, αυτή η space εμφάνιση έγινε μόνο για τις ανάγκες φωτογράφησης του εξώφυλλου του album, και μάλιστα o Jay-Jay χρειάστηκε κάποιες εβδομάδες για να ξεπλύνει το χρώμα από τα μαλλιά του. Όσον αφορά την ηχογράφηση του album και το τραγούδι «Cookie», τo αρχικό πλάνο προέβλεπε να το τραγουδήσει ντουέτο μαζί με την Beth Gibbons των Portishead. Το ήθελε κι εκείνη πολύ, αλλά τελικά το σχέδιο ναυάγησε επειδή η Beth εκείνο το χρονικό διάστημα ηχογραφούσε το προσωπικό της άλμπουμ, και δεν υπήρχε αρκετός χρόνος.
zz1259759546 jay jay johansonRush (2005): Είμαστε στην χρονιά του 2005. Ο Jay Jay φαίνεται να έχει ξεχάσει για λίγο την κατάθλιψή του και φτιάχνει ένα album σαφώς πιο ηλεκτρονικό και χορευτικό, θαρρείς και ξύπνησε μέσα του η νοσταλγία του Giorgio Moroder(!) Οι δισκοκριτικές – τουλάχιστον στην Ελλάδα- μιλούσαν για φθηνή discobeat και δεν λυπήθηκαν ούτε στιγμή τον ευαίσθητο χαρακτήρα του Σουηδού, να αποκαλέσουν με ευκολία τη μουσική του «εύπεπτες συνθέσεις που ταιριάζουν σε γυμναστήριο». Κοινώς, η κατιούσα είχε ήδη αρχίσει και τα τραγούδια του δίσκου σε τίποτα δε θύμιζαν τον μοναχικό τροβαδούρο της Στοκχόλμης. Ακόμη κι αν το κομμάτι «Teachers» θύμισε σε πολλούς την μουσική των Daft Punk, κατηγορήθηκε για απομιμήσεις παρτιτούρων και ήχων που δε συνάδουν με καμιά μουσική πρωτοτυπία. Παρά την υπερβολή των media, νομίζω ότι θα συμφωνήσω ότι δεν ήταν ένας καλός δίσκος.
 
The Long Term Physical Effects Are Not Yet Known (2006): Ο Johanson αυτός του δίσκου, απέχει πολύ από τον προηγούμενο και φαίνεται ότι ξαναβρίσκει ή φέρνει ξανά στην επιφάνεια τον παλιό μελαγχολικό εαυτό του, με τη μουσική του να μετατρέπεται σ΄ένα ηλεκτρονικό υβρίδιο, που δεν ξεχνάει τον αγαπημένο ήχο του σαξόφωνου. Όπως ο ίδιος, εξάλλου, έχει παραδεχτεί, μπορεί η ζωή του να σαπίζει, αλλά τουλάχιστον μας δίνει σε αντάλλαγμα καλά τραγούδια! Έτσι έχουμε και πάλι στο προσκήνιο 11 τραγούδια που εκφράζουν retro διαθέσεις, ερωτοχτυπημένα δράματα, μελαγχολικά στιχάκια και μια lounge- trip hop παραγωγή που μας γοητεύει. Welcome back Jay- Jay!
 
Self-Portrait (2008): Ένας θανατηφόρα μελό δίσκος με εσωτερική ενδοσκόπηση του ίδιου του καλλιτέχνη σε ένα πορτραίτο του εαυτού του. Η μελαγχολική jazz-lounge μελωδία είναι και πάλι παρούσα, χωρίς όμως ο καλλιτέχνης να έχει να πει κάτι παραπάνω, από αυτά που μας έχει διηγηθεί στις προηγούμενες δουλειές του.
 
«Είμαι πιο δημιουργικός όταν νιώθω μόνος. Αντιθέτως όταν είμαι με την οικογένεια μου ή την κοπέλα μου, μ’ αρέσει να κάνω άλλα πράγματα, όπως να μαγειρεύω ή να ακούω τους δίσκους μου».
 
Spellbound (2011): Επιστροφή στην μελωδικότητα (όχι στην βαθιά μελαγχολία), για έναν δίσκο που κυκλοφόρησε περίπου πριν ένα χρόνο, και ο οποίος περιλαμβάνει 11 τραγούδια, μεταξύ των οποίων μια διασκευή στο «Suicide Is Painless», από το σάουντρακ της ταινίας / τηλεοπτικής σειράς M*A*S*H. (Στο συγκεκριμένο τραγούδι, την μουσική έχει γράψει ο Johnny Mandel και τους στίχους ο 14χρονος Mike Altman, γιος του σκηνοθέτης της ταινίας, Robert Altman). Πρόκειται για μια παραγωγή που στηρίζεται περισσότερο στη φωνή και το πιάνο, κι όχι τόσο στα percussions και τα samplings. Εμμένει σε demo ηχογραφήσεις, ακόμη και λάθη, για να διατηρήσει την αυθεντικότητα στη μουσική. Πολλά από τα τραγούδια του album είναι επηρεασμένα από κάποιες κασέτες που βρήκε ο Johanson, με τις αρχικές ηχογραφήσεις σπουδαίων καλλιτεχνών, όπως αυτές των John Lennon - Yoko Ono. Aυτό το album είναι η απόδειξη ότι το μείγμα της μουσικής του παραμένει το ίδιο μεθυστικό, και μετά από μια (αποτυχημένη) περιπλάνηση σε πιο ηλεκτρονικά μονοπάτια επιστρέφει σε αυτό που ξέρει να κάνει καλά: μελωδική μουσική που σε συνεπαίρνει συνδυάζοντας γοητευτικά στοιχεία που τον καθιστούν ένα ξεχωριστό τροβαδούρο.
   Στις 8 Νοεμβρίου 2012, ο Jay Jay Johanson μιλώντας ο ίδιος στους θαυμαστές του μέσω της σελίδας του στο facebook ανακοινώνει ότι πρέπει να επιστρέψει στο στούντιο για τη συνέχεια των ηχογραφήσεων του νέου του album που θα κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2013. Μεταξύ άλλων, πρέπει να ετοιμαστεί για την επίσκεψή του στην Ελλάδα, όπου θα δώσει δύο συναυλίες σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα και είναι χαρούμενος, επειδή έχει καιρό να βρεθεί κοντά στο ελληνικό κοινό. Στην ίδια ηλεκτρονική σελίδα δέχεται να κάνει μια ανοιχτή συνέντευξη με το ίδιο το κοινό σε ρόλο δημοσιογράφων. Στις δεκάδες ερωτήσεις που κάνουν οι θαυμαστές του, μεταξύ άλλων διαβάσαμε ότι: ένα από τα τραγούδια με τα οποία ανατριχιάζει είναι το «Chelsea Girl» της Nico. Έχει ένα γιο που τραγουδάει υπέροχα. Αν δεν ήταν τραγουδιστής πιθανόν να ήταν ζωγράφος ή θα δούλευε σε περιοδικό, αλλά ίσως και σ΄ ένα καθαριστήριο. Ενώ, σ’ ένα από τα υποψήφια εξώφυλλα του επερχόμενου album του είναι ο ίδιος ντυμένος με κοστούμι και γραβάτα.
 
Kατερίνα Νικολακούλη
* Ο Jay Jay Johanson θα δώσει δύο live συναυλίες στο GAIA (Θεσσαλονίκη) στις 24 Νοεμβρίου 2012 και στο Tiki Bar (Αθήνα) στις 25 Νοεμβρίου 2012.

jayjayjohansonlezantamiddle

Δύο από τα αγαπημένα εξώφυλλα δίσκων του J.J. Johanson είναι το “Goo” των Sonic Youth και το ομώνυμο των KISS.

Άρθρα Μουσικής

Facebook Comments