Άρθρα Μουσικής

loogoo

David Eugene Edwards – Ένας μουσικός ιερέας

 
afierdee   Υπάρχουν πολλών ειδών μουσικοί. Άλλοι θα πουλήσουν εκατομμύρια και θα βγάλουν εκατομμύρια, άλλοι πάλι θα βγάλουν ένα δίσκο και θα εξαφανιστούν. Κάποιοι θα συνεχίσουν να γράφουν επειδή τους το επιβάλλει η δισκογραφική εταιρεία τους ή έχουν οικονομική ανάγκη και κάποιοι θα γράφουν μέχρι να πεθάνουν ή θα πεθάνουν γράφοντας, επειδή αυτό έκαναν μια ζωή. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα για όλες τις περιπτώσεις, σίγουρα διάφορα ονόματα εμφανίστηκαν στο μυαλό σας. Ένα απ’ αυτά είναι ο David Eugene Edwards, που με τα μέχρι τώρα δεδομένα ανήκει στην τελευταία κατηγορία χωρίς καμία αμφιβολία.
 
   Μπορεί ο DEE να είναι ο «πρωταγωνιστής» του συγκεκριμένου κειμένου, δε θα είναι όμως το μοναδικό τιμώμενο πρόσωπο. Θα αναφερθούν αρκετά ακόμη ονόματα και ιστορίες, ώστε να συνοψιστεί όσο το δυνατόν πληρέστερα η ιστορία των 16 Horsepower και των Wovenhand. Ίσως βέβαια ο πρωταγωνιστής να έπρεπε να είναι, όπως και στα περισσότερα τραγούδια του, ο Ιησούς. Πώς να μην είναι, άλλωστε; Γεννημένος στο Colorado, πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας περιοδεύοντας με τον Ναζαρηνό παππού του, κηρύγματα του οποίου παρακολουθούσε αρκετά συχνά. Ζώντας μ’ αυτόν τον τρόπο από παιδί, παντρεύτηκε νωρίς, στα δεκαεφτά του, και έφυγε απ’ την εκκλησία του παππού του, παίρνοντας βέβαια μαζί του όλες τις «κατάρες» περί «αιώνιας καταδίκης», προς αναζήτηση της προσωπικής του εκδοχής του χριστιανισμού και όχι μόνο.
 
afierdee2   Η αρχή του, ενδεχομένως, σπουδαιότερου επιτεύγματός του ως σήμερα, οι 16 Horsepower, έγινε το 1992 στην Καλιφόρνια. Εκεί, σχημάτισε το συγκρότημα μαζί με τους συναδέλφους του, Pascal Humbert και Jean-Yves Tola, στα στούντιο του σκηνοθέτη και παραγωγού Roger Corman όπου εργάζονταν. Πρόλαβαν να παίξουν μία φορά ζωντανά, πριν ο Eugene μετακομίσει στο Denver, όπου λίγα χρόνια πριν συμμετείχε στους Denver Gentlemen, μαζί με τον Jeffrey-Paul Norlander. Με τον ίδιο είχε μπλεχτεί και σε παλιότερες, πολύ μικρότερες, δουλειές του, όπως στους Pavilion Steps και τους Bloodflower, συγκροτήματα που είχαν σχετικά μικρή διάρκεια ζωής και περιορισμένες κυκλοφορίες. Λίγο αργότερα τον ακολουθεί στο Denver ο drummer Jean-Yves Tola και την κενή θέση στο μπάσο που άφησε ο Humbert καλύπτει ο Keven Soll, τον οποίο είχε συναντήσει ο DEE αρκετά χρόνια πριν σε μια συναυλία των Echo & The Bunnymen.
 
   Αυτή είναι στην ουσία η πρώτη επίσημη σύνθεση του συγκροτήματος, με το όνομα Horsepower. Οι συσχετισμοί που γίνονται με τη χρήση ηρωίνης, που στην καθομιλουμένη αναφέρεται συχνά ως «horse», προσθέτουν το ‘16’ που πηγάζει από ένα αμερικάνικο, παραδοσιακό τραγούδι. Πρόκειται για έναν άντρα που τραγουδάει για το θάνατο τις γυναίκας του, της οποίας το φέρετρο κουβαλάνε δεκαέξι μαύρα άλογα. Μακάβριο και σκοτεινό όσο και αρκετά απ’ τα μετέπειτα τραγούδια τους.
 
Λινάτσα, στάχτες και μια μαύρη εκκλησιαστική χορωδία
 
   Το 1994 κυκλοφορούν ένα 7” single με τίτλο ‘Shametown’ στη Ricochet Records, τραγούδι που θα βρίσκεται και στο επώνυμο ντεμπούτο EP που θα κυκλοφορήσει ένα χρόνο αργότερα. Περιοδεύουν συνέχεια, δημιουργώντας και ενισχύοντας τη φήμη των ιδιαίτερων και γεμάτων ένταση συναυλιών τους, με αποτέλεσμα η ιστορική A&M Records να τους βάλει στο μάτι και τελικά να τους προσφέρει συμβόλαιο. Σ’ αυτήν θα ηχογραφήσουν το πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ (‘Sackcloth ‘n’ Ashes’, 1996) το οποίο θα γίνει δεκτό με ανάμικτες, αλλά κυρίως θετικές εντυπώσεις από κόσμο και κριτικούς. Ο χαρακτήρας και το φόντο στο οποίο μεγάλωσε ο DEE είναι κραυγαλέο σ’ όλο το δίσκο, που, όπως οι περισσότεροί τους, πραγματεύεται την πίστη, τη μετάνοια και διάφορα άλλα θέματα που σχετίζονται με τη θρησκεία. Τραγούδι που ίσως ξεχωρίζει είναι το ‘Black Soul Choir’ που έχει ένα ζωντανό, αλλά ταυτόχρονα σκοτεινό ρυθμό.
   Μόλις ένα χρόνο αργότερα κυκλοφορούν το ‘Low Estate’, ύστερα από μικρές ανακατατάξεις. Ο Keven Soll θα αποχωρήσει διαφωνώντας στη μουσική πορεία του συγκροτήματος (μερικά χρόνια αργότερα θα εμφανιστεί με τους The Kalamath Brothers). Ο Humbert έχει ήδη επιστρέψει σα δεύτερος κιθαρίστας και τη θέση στο μπάσο αναλαμβάνει, προσωρινά, ο Rod Redick, που αργότερα θα γίνει μέλος των Candlebox (οι οποίοι το 2012 κυκλοφόρησαν τον πέμπτο τους δίσκο). Στο ‘Low Estate’ χρέη μπασίστα εκτελεί και πάλι ο Pascal Humbert και στην παρέα πλέον θα είναι και ο Jeffrey-Paul Norlander, ενισχύοντας το folk άρωμα με το τσέλο και το βιολί του. Όλα αυτά συμβαίνουν καθώς οι 16 Horsepower περιοδεύουν σχεδόν ακατάπαυστα, κάτι που οδηγεί σε ακόμα περισσότερες αλλαγές στη σύνθεση με το βασικό πυρήνα των Eugene, Tola και Humbert να μένει σταθερός. Ο «κατάλογος» με τα μέλη, τις συνεργασίες και τα διάφορα παράπλευρα συγκροτήματα είναι πολύ μεγάλος. Άξιοι αναφοράς είναι οι Lilium του Pascal Humbert που κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ το 2000.
 
afierdee3   Λίγο πριν την αυγή της νέας χιλιετίας η A&M θα σταματήσει να υφίσταται και το συγκρότημα ξεκινάει τη συνεργασία τους με την Glitterhouse στην Ευρώπη και την Razor & Tie στις Η.Π.Α.. Όλα αυτά τα χρόνια ο ήχος τους είναι κάτι διαφορετικό απ’ την πλειάδα των συγκροτημάτων που υπάρχουν, χωρίς να είναι κάτι πρωτοποριακό. Το αντίθετο μάλιστα. Βασιζόμενοι στις επιρροές τους, συγκροτήματα όπως Joy Division και The Gun Club ή καλλιτέχνες όπως ο Nick Cave, βουτάνε τα «πινέλα» τους σε λίγο από παραδοσιακή μουσική, λίγο από gospel και μια σταλιά από την punk που μεσουρανούσε όταν μεγάλωναν και «ζωγραφίζουν» το χριστιανισμό σαν άλλοι Dirk Bouts ή Hieronymous Bosch. Ο, πρωταγωνιστής, DEE άλλοτε είναι σεμνός κι άλλοτε χοροπηδάει με το μπάντσο ή το ακορντεόν στα χέρια του και λίγο αργότερα ιδρώνει πάνω απ’ την κιθάρα του σαν τους άλλους «rock star», πάντα τραγουδώντας κάτι του τύπου «Jesus above all».
 
   Στην αρχή του 2000 κυκλοφορούν δύο άλμπουμ σε διάστημα μερικών μηνών, τα ‘Secret South’ και το ζωντανά ηχογραφημένο ‘Hoarse’. Υπάρχει μια ανεπαίσθητη αλλαγή στη μουσική τους, που ίσως να οφείλεται στο ποιοι απ’ αυτούς που ήδη αναφέρθηκαν – μαζί με μερικούς επιπλέον καινούριους – ήταν στο συγκρότημα εκείνο τον καιρό. Ο ήχος και η αίσθηση που προκαλεί ο τίτλος ‘Brimstone Rock’ (τραγούδι στο ‘Low Estate’) πλέον έχει γίνει πιο ήπιος και τα ρυθμικά, πιο δυνατά ακούσματα έχουν δώσει τη θέση τους σε πιο μελωδικά ή και καταθλιπτικά τραγούδια. Κάπως έτσι είναι η διασκευή στο παραδοσιακό ‘Wayfaring Stranger’, ενώ ξεχωρίζει μία ακόμα διασκευή το ‘Bad Moon Rising’ όπως ερμηνεύεται ζωντανά στο ‘Hoarse’.

   Η ευρωπαϊκή περιοδεία που είχε κανονιστεί για το 2001 δεν έγινε ποτέ, κατά πάσα πιθανότητα εξαιτίας προβλημάτων ανάμεσα στα μέλη του συγκροτήματος. Μερικοί, όπως ο Humbert και ο DEE ήδη δούλευαν σε άλλες, πιο προσωπικές τους δουλειές, όπως οι Lilium και οι Wovenhand αντίστοιχα. Όλα αυτά φανέρωναν πως το τέλος είχε έρθει για τους 16 Horsepower, κάτι που όμως άργησε μερικά χρόνια να συμβεί. Ήταν το 2005 όταν ανακοίνωσαν τη διάλυσή τους, επικαλούμενοι κυρίως πολιτικές διαφορές. Μέχρι τότε είχε κυκλοφορήσει το τέταρτο άλμπουμ τους (‘Folklore’, 2002) και μία συλλογή (‘Olden’, 2003). Στο ‘Folklore’ το επικείμενο τέλος είναι εμφανές. Έξι από τα δέκα τραγούδια είναι διασκευές παραδοσιακών τραγουδιών (πιο χαρακτηριστικό το ‘Sinnerman’) και, όπως και οι δικές τους συνθέσεις, δεν έχουν το κάτι ιδιαίτερο να προσθέσουν στις παλιότερες επιτυχίες τους. Κάτι τέτοιο συμβαίνει αρκετά συχνά σε πολλούς, αλλά εδώ δε φταίει το ότι τα μέλη στερούνται της έμπνευσης τους. Απλά τη διοχετεύουν αλλού. Συγκεκριμένα, ο «πρωταγωνιστής μας» αφιερώνει τον εαυτό του στους Wovenhand που το 2002 κυκλοφορούν τον πρώτο τους δίσκο.
 
Wovenhand
 
afierdee4   «Ακριβώς το ίδιο πράμα, με άλλο όνομα. Θα μπορούσα να μην αλλάξω το όνομα και να κρατήσω πολλούς οπαδούς. Αλλά μικρή σημασία έχει.» είχε δηλώσει ο David Eugene Edwards. Εξάλλου οι Wovenhand συνυπήρχαν με τους 16 Horsepower για περίπου τρία χρόνια. Το 2002 μάλιστα κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ για κάθε συγκρότημα και η έμπνευση και δημιουργικότητα που φαίνεται να λείπει απ’ το ‘Folklore’ των 16 HP υπάρχει σε αφθονία στο πρώτο, ομώνυμο, άλμπουμ των Wovenhand. Η βασική διαφορά των δύο συγκροτημάτων, ειδικά στα χρόνια της κοινής δράσης τους (περίπου 2002 με 2005), είναι πως πλέον οι Wovenhand είναι μια πολύ πιο προσωπική δουλειά. Ο DEE δεν επηρεάζεται τόσο, ούτε ίσως εμποδίζεται, απ’ το «συναδελφικό» περίγυρό του, ο οποίος έχει μικρύνει σημαντικά. Στο συγκεκριμένο δίσκο συμμετέχουν μόλις δύο ακόμα άτομα, οι μουσικοί Daniel McMahon και ο Stephen Taylor, συνοδεύοντας τον David όπου χρειάζεται όσο ο ίδιος «αλωνίζει» με τους στίχους και την ερμηνεία του.
 
   Πιθανότατα είναι το πιο περιεκτικό άλμπουμ του, αν και δε γνώρισε αμέσως την ίδια επιτυχία που γνώρισαν οι δουλειές του με τους 16 Horsepower. Τι να ξεχωρίσει κανείς; Το ‘Arrowhead’ που τόσο όμορφα θυμίζει μεσαιωνικές – ευρωπαϊκές – μουσικές που έχουμε στο νου μας κυρίως από ταινίες, το μαγευτικό και ταξιδιάρικο ‘Wooden Brother’ ή τη διασκευή στο κλασικό ‘Ain’t No Sunshine’; Αν η αρχική εκδοχή του Bill Withers προκαλεί μια μουντάδα, τότε η συγκεκριμένη αφαιρεί κάθε ίχνος φωτός και αισιοδοξίας στο άκουσμα της.
 
   Αφήνοντας πίσω για πολύ λίγο όλα αυτά, μεταφερόμαστε προσωρινά στο Βέλγιο και συγκεκριμένα σ’ ένα απ’ τα πιο γνωστά συγκροτήματα που έχει βγάλει η μικρή αυτή χώρα, τους Deus. Το rock συγκρότημα αυτό είχε εμφανιστεί αρκετές φορές με τους 16 Horsepower και ο ηγέτης τους Tom Barman ήξερε τον David. Ο Tom πέρα από μουσικός είναι και σκηνοθέτης και όταν ο γνωστός του Wim Vandekeybus του είπε πως αναζητούσε «μία βαθιά, χρωματιστή φωνή» για να επενδύσει μία απ’ τις χορογραφίες του, ήξερε αμέσως ποιον να προτείνει. Η συμφωνία δεν άργησε να γίνει και έτσι το 2003 κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ των Wovenhand με τίτλο ‘Blush’, τίτλο της παράστασης χορού που σκηνοθέτησε ο Wim. Περιέχει διάφορες, καινούριες ηχογραφήσεις τραγουδιών που υπάρχουν στο πρώτο άλμπουμ, αλλά και μερικές καινούριες συνθέσεις του DEE βασισμένες στην περίσταση. Απ’ τη συγκεκριμένη κυκλοφορία ξεχωρίζει το ‘White Bird’ απ’ τα καινούρια τραγούδια, ενώ αξίζει σημειωθεί πως μουσικοί και χορευτές δώσανε μερικές παραστάσεις-συναυλίες μαζί τη χρονιά που ακολούθησε.

   Τον ίδιο μήνα με το ‘Blush’ κυκλοφόρησε και το δεύτερο άλμπουμ των Lilium, που πλέον είναι στην ουσία οι εναπομείναντες 16 Horsepower (Humber και Tola), με τίτλο ‘Short Stories’. Συμμετέχουν φιλικά πολλοί μουσικοί, μεταξύ αυτών ο Tom Barman, αλλά και ο David, ο οποίος δείχνει ακούραστος. Αναλαμβάνει εγχειρήματα όπως το ‘Blush’, συμμετέχει σε ταινίες (‘Searching For The Wrong-Eyed Jesus’), περιοδεύει σχεδόν ασταμάτητα και κυκλοφορεί καινούριο υλικό κάθε δύο χρόνια. Το επόμενο έχει πάρει τον τίτλο του, ‘Consider The Birds’, από μία απ’ τις παραβολές του Ιησού.
 
afierdee5   Αρχίζει μ’ ένα απ’ τα πιο γνωστά του τραγούδια, το ‘Sparrow Falls’, και πέρα απ’ τις κλασικές, πλέον, αναφορές του σε ιστορίες αμαρτιών, μεταμέλειας, πίστης ή ό,τι άλλο κατεβάσει ο νους του, υπάρχουν και μερικές μικρές, όμορφες και διαφορετικές λεπτομέρειες. Ανέκαθεν υπήρχαν βέβαια αν έψαχνε κανείς αναλυτικά τους στίχους του, αλλά για παράδειγμα το “Stars rise on the face of water, quiet comes on the wing of a lark”, δύσκολα το προσπερνάει κανείς χωρίς να προσπαθήσει να συνθέσει την εικόνα. Όλος ο δίσκος είναι στο γνωστό του, ακουστικό ύφος, με μικρές πινελιές απ’ το πιάνο, το μπάντσο ή το ακορντεόν να σπάνε ή άλλοτε να ενισχύουν προσωρινά το σκοτάδι της ερμηνείας και της γενικότερης ενορχήστρωσης.
 
Closer than the others
Closer than a brother
Closer than you own breath
Quicker than the hands of death
 
   Το 2005 πλέον οι 16 Horsepower ανήκουν και επίσημα στο παρελθόν, ανακοινώνοντας τη διάλυσή τους, αναφέροντας κυρίως πολιτικούς και πνευματικούς λόγους. Την ίδια χρονιά ο David θα συνεργαστεί εκ νέου με την εταιρεία παραγωγής Ultima Vez που είχε κάνει το ‘Blush’ και το δημιούργημα αυτή τη φορά θα είναι η παράσταση ‘Puur’ και το ομώνυμο άλμπουμ με τη μουσική του. Επόμενες κυκλοφορίες είναι το ‘Ten Stones’ (2008) και το κάπως πιο γρήγορο ‘The Thresingfloor’ του 2010. Οι στίχοι πάντα στο ίδιο μοτίβο, η φωνή βαθιά και επιβλητική, κάτι που θα γίνει ακόμα εντονότερο όσο περνάν τα χρόνια, και το μόνο που αλλάζει είναι η μουσική επένδυση. Στο ‘Ten Stones’, πέρα από τη διασκευή στο ‘Quiet Nights Of Quite Stars’ που έχει ερμηνεύσει και ο Frank Sinatra, τα περισσότερα τραγούδια έχουν χάσει σημαντικό μέρος του αμιγώς folk χαρακτήρα τους καθώς το μπάντσο ουσιαστικά είναι απών, όχι όμως και την ομορφιά τους. Η κιθάρα και τα τύμπανα έχουν αρκετά πιο σημαντικό ρόλο και το ακορντεόν, όπως πάντα, κάνει τη δουλειά του. Χαρακτηριστικό το ‘White Knuckle Grip’ που είναι απ’ τα καλύτερα του δίσκου. Ο Pascal Humbert συμμετέχει και στα δύο προαναφερθέντα άλμπουμ κυρίως με το μπάσο του, αλλά αναφέρεται και ως συνθέτης μερικών τραγουδιών, όπως στο ‘Singing Grass’ απ’ το ‘The Thresingfloor’.
 
afierdee6   Το 2010 όταν και κυκλοφόρησε το έβδομο άλμπουμ τους, είχαν αλλάξει πολλά. Όχι τόσο στο περιβάλλον του συγκροτήματος, όσο στον κόσμο της μουσικής. Η από χρόνια έξαρση της indie rock σκηνής και η επιστροφή της folk σε πρωταγωνιστικό ρόλο (το 2009 οι Mumford & Sons κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο) είναι σχεδόν στο απόγειο τους. Παράλληλα, ο DEE κινείται στις πιο σκοτεινές γειτονιές της folk, εξαιρετικό δείγμα είναι το ομώνυμο τραγούδι, με το ακορντεόν να χρησιμοποιείται πολύ πιο συχνά απ’ το μπάντσο. Τα χρόνια έχουν περάσει όμως ο ίδιος δεν ξεχνά τις επιρροές του. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Οι Joy Division έγιναν New Order μετά την αυτοκτονία του Ian Curtis και εδώ υπάρχει μια ενδιαφέρουσα διασκευή στο ‘Truth’ που κυκλοφόρησαν οι τελευταίοι.
 
   Όλα αυτά τα χρόνια, και με τους 16 Horsepower και μετέπειτα με τους Wovenhand, ένα είναι το κύριο σημείο που θα πρόσεχε κανείς στον David Eugene Edwards και δεν είναι άλλο απ’ τους στίχους του και τη σχέση τους με τη θρησκεία. Σ’ έναν κόσμο που απομακρύνεται με σταθερό ρυθμό από οτιδήποτε έχει να κάνει με θεούς και δαίμονες, ο ίδιος συνεχίζει ακάθεκτος και βασίζεται σ’ αυτό που τόσοι «πολεμάνε». Δεν είναι σκοπός του να πείσει το ακροατήριό του να πιστέψουν στο θεό και αρνείται κάθε σχέση με όσους εμπορεύονται τέτοιες έννοιες. Γράφει απλά γι’ αυτά που έχει μέσα του και για τον εαυτό του, και αυτό συνήθως είναι το καλύτερο που μπορεί να κάνει κάθε καλλιτέχνης. Αρκετά κόντρα στον καιρό, έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα σταθερό κοινό, κυρίως μακριά απ’ τον τόπο γέννησης του και να γίνει αποδεκτός απ’ τους σκληρούς κριτικούς που εύκολα θα μπορούσαν να γράψουν κάτι του τύπου «το πολύ το κύριε-ελέησον το βαριέται κι ο παπάς». Δείγμα της αναγνώρισης αυτής που χαίρει έρχεται κι απ’ την «απέναντι μεριά», από ένα σπουδαίο συγκρότημα της black metal σκηνής, τους Marduk, οι οποίοι κυκλοφόρησαν μια διασκευή τους στο ‘Oil On Panel’ του ‘Consider The Birds’, ό,τι κι αν μπορεί να σημαίνει αυτό.
 
afierdee7   Τελευταίο του «πόνημα» είναι το ‘Laughing Stalk’ (2012), ο γελαστός βλαστός, σταθερά με τους Wovenhand, που ακολούθησε ένα ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ (‘Live At Roepan’, 2012) και μια best-of συλλογή το 2011 με τίτλο ‘Black Of The Ink’. Έχοντας συμπληρώσει μία δεκαετία με το «καινούριο» συγκρότημα που πλέον έχει το δικό του κοινό, συνεχίζει, αλλάζει και προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα. Το συγκεκριμένο είναι αρκετά σκοτεινό όπως πάντα και κάπως πιο βαρύ απ’ τις πιο πρόσφατες δουλειές του, ακούστε το ‘King O King’ για παράδειγμα. Το ‘In The Temple’ είναι πιθανότατα ό,τι πιο μοντέρνο έχει δημιουργήσει και γενικά το ‘Laughing Stalk’ είναι ακόμα ένα αξιόλογο άλμπουμ.
 
   Τι αποτέλεσμα θα είχε ένας δίσκος στον οποίο θα έγραφε για κάτι τελείως διαφορετικό; Για πολιτική, για τον έρωτα, για την καθημερινή ζωή ή για οτιδήποτε άλλο. Αν τραγουδώντας “I am nothing without his ghost within, and all your wooden eyes cannot see the good hand upon me” (στο ‘The Good Hand’ απ’ το ‘Wovenhand’), ή κάτι άλλο παρεμφερές, καταφέρνει να πείθει τόσο κόσμο είτε πιστούς, είτε «αδιάφορους», είτε άθεους, τι θα γινόταν στην υποθετική παραπάνω περίπτωση; Θα είχαμε έναν άλλο Nick Cave, απ’ τον οποίο τόσο έχει επηρεαστεί ή μια αμερικάνικη εκδοχή του Sivert Hoyem (με μαλλιά); Μπορεί να μη μάθουμε ποτέ, μπορεί να το επιχειρήσει στο μέλλον, ποιος ξέρει; Ας κάνει ό,τι τον φωτίσει ο θεός (του). Μέχρι τότε θα συνεχίσει αυτό που κάνει, με το δικό του όμορφο και μοναδικό τρόπο, με τους Wovenhand, με τους οποίους τίποτε δε φαίνεται να μπορεί να πάει στραβά. Είναι η δική του, αποκλειστικά δική του, «φωλιά», το μέρος και το όνομα με το οποίο θα δημιουργεί και θα εκφράζει για αρκετό καιρό ακόμα όσα έχει μέσα του. Το καλό είναι πως έχει σημειώσει κάποια επιτυχία και στη χώρα μας, την οποία δε χάνει την ευκαιρία να επισκέπτεται συχνά. Το ίδιο θα κάνει και τις πρώτες μέρες του Μάρτη που έρχεται. Όσοι «πιστοί» -ή άπιστοι – προσέλθετε!

Δημήτρης Όρλης
 
*Οι Wovenhand εμφανίζονται το Σάββατο 2 Μαρτίου 2013 στο Block 33 και τα εισιτήρια κοστίζουν 20 ευρώ.

Άρθρα Μουσικής

Facebook Comments