Μουσική Xρονομηχανή & Άλλες Ιστορίες

Κάθε τραγούδι και μια ιστορία Pt.44 (Καημό μες την καρδούλα μου)

Τεσσαρακοστή τέταρτη αναδρομή δεκαετία ΄30
Τίτλος: «Κάθε βραδάκι με γελάς» , 1938
Μουσική Στίχοι : Κώστας Σκαρβέλης (Παστουρμάς)
Ερμηνεία: Γιώργος Κάβουρας
 
Όταν κινείται η βλακεία κανείς δεν μπορεί να την σταματήσει.
(Σεφέρης)
 
mx44   Έρχομαι εδώ να κάνω μια μικρή παρέμβαση - τρομάρα μου- ότι η βλακεία όταν συνδέεται με τον ραγιαδισμό έχει ισόκυρα αποτελέσματα με την προδοσία. Μια προδοσία που είναι η επαχθής υποταγή του νεοέλληνα στα ξένα ακούσματα. Η κακή αλλοίωση του ελληνικού τραγουδιού ξεκινά, με την κακώς εννοούμενη μουσική παιδεία που αρχίζει από τα ξενόφερτα τραγούδια τα συνεπώς-συνεχώς, επηρεασμένα από την λυσσώδη υποκίνηση για ξενομανία, από όλον τον τύπο συλλήβδην. Πάντα υπήρχε ο κίνδυνος αλλοίωσης της ελληνικής ταυτότητας από τα πρώτα δάνεια των Ελλήνων -εννοώ τα οικονομικά- που δυστυχώς δεν ήρθαν μόνα τους, παρά ήρθαν συνοδευμένα μαζί με τα μουσικά δάνεια που φέραν οι ψαλιδόκωλοι Φράγκοι και οι εδώ λακέδες τους. Από τότε λοιπόν ο συνεπής- ραγιάς Έλληνας, υπέστη ανεπανόρθωτο αφελληνισμό έχοντας δυστυχώς την εγκαρδιωτική ψευδαίσθηση ότι είναι σύγχρονος. Σ’ αυτό συνέβαλε όλο το περιβάλλον υποτέλειας που καλλιεργήθηκε από τα εντός της χώρας ανδράποδα. Είναι όλα αυτά και αλλά πολλά που φέρνουν «καημό μες την καρδούλα μου». Και τι καλύτερο από το να τον εκφράσω, με ένα ρεμπέτικο, αρχαιοελληνικό απόγονο της ελληνικής μούσας. Εδώ στην καθ’ ημάς Ελλάδα που επινόησε και θεμελίωσε την μουσική τέχνη.
 
   Το απλωτό αυτό ζεμπέκικο δημιουργεί ευνόητους συνειρμούς που παραλληλίζουν τον έρωτα του ρεμπέτη με την κακιά του τύχη. Κυνηγά, ζηλεύει την γκόμενα- τύχη του, περιγράφοντας γλαφυρά την προσπάθεια του με ένα διαρκές παράπονο, όπως με τον ίδιο τρόπο κυνηγά το άπιαστο όνειρο.
 
mx442   Το τραγούδι ερμηνεύει ανεπανάληπτα ο περίφημος Κάβουρας. Ο Γιώργος Κάβουρας, το αηδόνι του ρεμπέτικου όπως χαρακτηρίζεται , έζησε μόνο 36 χρόνια και ερμήνευσε 70 περίπου τραγούδια. Το τέλος έρχεται στις 20 Φεβρουαρίου 1943, ενώ δούλευε στο μαγαζί του Στελλάκη Περπινιάδη στο Χαϊδάρι, λιποθύμησε την ώρα που τραγουδούσε. Στο νοσοκομείο της Νίκαιας, το οποίο είχαν αναλάβει οι Γερμανοί-Ιταλοί, κανείς δεν έδωσε σημασία και έτσι μετά από έξι μέρες ξεψύχησε. Ο Σκαρβέλης, σμυρνιός στην καταγωγή, ήταν από τους στυλοβάτες του σμυρναίικου ρεμπέτικου. Είχε δυστυχώς παρόμοια τύχη, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο οποίος για να επιβιώσει άσκησε το παλιό του επάγγελμα, τσαγκάρης. Όμως δεν άντεξε και άφησε την τελευταία του πνοή στις 8 Απριλίου 1942, από την πείνα...
 
   Το τραγούδι έτυχε πολλαπλών ερμηνειών, από την εποχή του μέχρι και σήμερα. Σαφώς η πρώτη είναι η συναρπαστικότερη.

   Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να περιγράψεις ένα τόσο βαθύ συναίσθημα σπαρακτικής κατατονίας, όσο μέσα από ένα παραπονιάρικο ρεμπέτικο!
 
Γκάλτσας Σπύρος

Μουσική Χρονομηχανή & Άλλες Ιστορίες