Συναυλίες

Steven Wilson LIVE @ Badminton, 5-5-16

 
   Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα στην συγγραφή ενός κειμένου είναι η περιγραφή κάποιας αόριστης έννοιας. Κλασσικά παραδείγματα αόριστων εννοιών αποτελούν τα συναισθήματα αλλά και πολιτιστικές έννοιες όπως είναι αυτή της τέχνης. Όλα απλουστεύονται όμως όταν αναφερόμαστε σε μια σαφή υποκατηγορία των από πάνω, όπως είναι η μουσική που “εικονοποιεί” την τέχνη μέσα από τα χαρακτηριστικά εργαλεία της, με βασικό βοηθό την ακοή. Όταν βρεθείς μπροστά σε αυτή την ένωση όμως της μουσικής και των συναισθημάτων, τα πράγματα περιπλέκονται εκ νέου, διότι πλέον αυτή η μορφή τέχνης απορροφάται από αυτές τις αόριστες έννοιες των συναισθημάτων. Εδώ είναι που ο καλλιτέχνης ρυθμίζει το λεξιλόγιό του και ο αποδέκτης μετρά τις δυνάμεις του. Οι τελευταίες νότες του “The Raven That Refused to Sing” απόψε το βράδυ έσπασαν τον κανόνα. Τα πάντα έγιναν ξεκάθαρα. Απλά φοβάσαι να μοιραστείς αυτό που έζησες γιατί οι έννοιες ορίστηκαν μόνο για σένα που βρέθηκες μπροστά σε αυτό που συνέβη.
 
wilsonrev02
   Η μελαγχολία στη θέση του οδηγού σε ταξίδεψε μέσα σε μια από τις πιο ιδιόρρυθμες ιστορίες που άκουσες ποτέ. H Joyce Carol Vincent ήταν μια κοπέλα που άφησε την τελευταία της πνοή στο κέντρο μια μεγαλούπολης, αλλά κανείς δεν την αναζήτησε για τα επόμενα τρία χρόνια. Και εγένετο “Hand Cannot Erase”. O Steven Wilson παραδέχτηκε μπροστά στο Αθηναϊκό κοινό ότι μοιράζει στενοχώρια μέσα από τα τραγούδια του για να είναι ο ίδιος ευτυχισμένος (“I' m a Happy Person”). Αυτά είπε κι άρχισε να παίζει το “Routine”, ίσως το πιο έντονα συναισθηματικά φορτισμένο κομμάτι που έγραψε ποτέ. Είχε προηγηθεί η ένταξη στο πρώτο μέρος αυτής της μυσταγωγίας, η οποία θα ολοκληρωνόταν μέσα σε δώδεκα πράξεις.
 
wilsonrev03
 
   Η μπάντα πλαισιώνει την ηγετική φυσιογνωμία του Wilson με τάσεις προστατευτικότητας της ίδιας, καθώς η παρουσία του αποτελεί το μηχανισμό που κάνει αυτή την μπάντα να λειτουργεί σαν ένα ρολόι που αποτελείται μόνο από μεγάλους δείκτες, ένας θίασος γεμάτος πρωταγωνιστές που τιθασεύουν το εγώ τους μπροστά στον ξυπόλητο σκηνοθέτη τους.

   Ο Dave Kimlister (κιθάρα) κλήθηκε να «φορέσει» τα παπούτσια του Guthrie Govan. Η μελωδικότητα των φράσεών του και η σταθερότητά του θυμίζει έναν αφοσιωμένο στρατιώτη που σα να ξαναβρισκόταν πάνω στο Τείχος του Roger Waters, κάθισε κάτω από τον προβολέα και ανύψωσε το “Ancestral”, οδηγώντας προς την συνειδητοποίηση των όσων ήθελε ο Wilson να δηλώσει με το “Hand Cannot Erase”. Αποξένωση, Μοναξιά, Εγκατάλειψη, όλα δοσμένα μέσα από τα απίστευτης έμπνευσης ρυθμικά σχήματα του album, με τον Craig Blundell στα Drums να κρατάει τους πάντες πάνω σε ράγες, ακόμα κι όταν τα solo του Adam Holzman (Miles Davis) στα πλήκτρα και οι μελωδικότατες γραμμές του Nick Beggs (Steve Hackett) στο μπάσο έδιναν στις συνθέσεις του Wilson κάτι από Yes, κάτι από Rush κι όμως κάτι τόσο δικό του.
 
wilsonrev04
 
   Το δεύτερο μέρος του πολύωρου set βασίστηκε στο “4 and 1/2” και το παρελθόν του Wilson με τους Porcupine Tree. Το κατάμεστο Badminton, που μόλις είχε γυρίσει από το εικοσάλεπτο διάλειμμα, δεν είχε ακόμα συνειδητοποιήσει αυτό που είχε περάσει από μπροστά του και το “Dark Matter” (Porcupine Tree) προμήνυε ότι αυτό το βράδυ είχε ακόμα δρόμο πολύ μπροστά του. Η αναφορά στου θανόντες Bowie και Prince δεν θα μπορούσε να λείπει, καθώς ο Steven Wilson δηλώνει παντού ότι χάθηκαν φέτος δυο από τους μουσικούς του πατεράδες κι αυτό τον έχει συγκλονίσει. To tribute στο Bowie μπορεί να μην τελέστηκε μέσω κάποιου cover αλλά μέσα από τα συγκινητικά λόγια του Wilson ο οποίος όρισε την έννοια του Καλλιτέχνη, μέσα από την εικόνα του Bowie, ο οποίος, όπως και ο ίδιος, έγραφε μουσική για τον εαυτό του και δεν κοίταζε ποτέ πίσω. To “Lazarus” που ακολούθησε τυχαίνει άλλωστε να αποτελεί και τίτλο τραγουδιού του Bowie από το τελευταίο του album “Blackstar”.
 
   O Steven Wilson δεν έπαψε να ζει την κάθε νότα και την κάθε στιγμή πάνω στην σκηνή ακόμα κι όταν η είσοδος της μπάντας στο encore, σε ένα τραγούδι του έτερου καλλιτεχνικού του προτύπου (“Sign O’ Τhe Times”- Prince) τον οδήγησε να τραγουδήσει σε λάθος τόνο. Εκεί, λοιπόν, είναι που αντιλαμβάνεσαι ότι αυτή η απίστευτη εμπειρία που προσφέρει ο Wilson είναι ανθρώπινη, είναι γήινη και συγχωρείται το όποιο παραστράτημα, ακόμα κι αν οι τεχνικές απαιτήσεις του τρίωρου setlist θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν πολλά περισσότερα. Ο κόσμος πλέον είχε ήδη εγκαταλείψει τις θέσεις του και όρθιος πέρασε κι εκείνος τη στιγμή του στο πιο “catchy” ρεφρέν που έγραψε ποτέ ο Wilson, αυτό του “The Sound Of Muzak”.
 
wilsonrev05
   Πώς θα μπορούσε όμως μια βραδιά, που αποτελεί σύνοψη του Steven Wilson για το τι έχει δημιουργήσει γύρω του και μέσα του να μην κλείσει με το “The Raven That Refused To Sing”… Η Ωδή στη Ζωή που ξεκίνησε τρεις ώρες πριν με τα “First Regret” και “3 Years Older”, είχε χάσει εδώ και πολλή ώρα την πορεία της. Οι λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στη Ζωή και το Θάνατο, στην Ευτυχία και την Απόγνωση, στο Καλό και το Κακό χάνονται κάπου μέσα στην animated μορφή του γεράκου που προσπαθεί να πείσει το κοράκι να τραγουδήσει επιτέλους. O Steven Wilson μας έχει πείσει εδώ και χρόνια ότι το κοράκι αρνείται πεισματικά να ακολουθήσει τους ρυθμούς της μουσικής μας.  Αυτό δεν θα μας σταματήσει όμως ποτέ να τραγουδάμε, έστω και μελαγχολικά.
 
“Just because I'm weak
You can steal my dreams
You can reach inside my head
And you can put your song there instead” (“The Raven That Refused To Sing”)
 
Δημήτρης Μπάρμπας
 
wilsonrev01

Συναυλίες

Facebook Comments