Νέα

loogoo

Ένα πακέτο τσιγάρα στο κομοδίνο

 
Ένα πακέτο τσιγάρα στο κομοδίνο
Λουκάς Καρνέσης
Εκδόσεις Λυκόφως

«Δεν ξέρω κύριε… δεν ξέρω… έχω μπερδευτεί πραγματικά! Εγώ ένας απλός τροχονόμος είμαι και αν θέλετε να μάθετε, το βιβλίο είναι της γυναίκας μου και ρίχνω κι εγώ μια ματιά, όταν έχω χρόνο… Έχω μπερδευτεί, δεν μπορώ να εξηγήσω με τίποτα αυτά που διαβάζω. Πιστέψτε με! Αλλά κατά βάθος, όλα αυτά μου φαίνεται ότι δεν θα βγουν σε καλό σας… Καληνύχτα…»
 
enapaketo1922
   Ο Στάθης Καραλής είναι μορφωμένος, επαγγελματικά επιτυχημένος, έχει μια καλή οικογένεια και περνάει αλώβητος την περίοδο της κρίσης. Ο Βασίλης Αντωνίου είναι ένας συγγραφέας που προσπαθεί να γράψει ένα βιβλίο έτσι ώστε «να πουλήσει». Προσπαθεί να «τσαλακώσει» τον πρωταγωνιστή του, διότι αυτό ζητάνε οι αναγνώστες που διψούν για αίμα και δάκρυα. Οι δύο άντρες είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι από τη μοίρα, με έναν πολύ περίεργο τρόπο. Και οι ζωές τους αλληλεξαρτώνται. Με έναν τρόπο που δεν μπορείτε να φανταστείτε!

   Πώς θα νιώθατε αν σας έλεγα ότι διαβάζοντας αυτό το κείμενο μπορείτε να επηρεάσετε την εξέλιξή του; Ή ακόμα και την ίδια τη ζωή μου; Ότι θα μπορούσατε να παρέμβετε οποιαδήποτε στιγμή θέλετε για να με διορθώσετε ή να με βοηθήσετε; Φανταστικά, περίεργα ή έτοιμοι για το Δαφνί; Και πώς θα αντιδρούσα εγώ, μαθαίνοντάς το;

   Ο Λουκάς Καρνέσης μου κίνησε το ενδιαφέρον με το δεύτερο του βιβλίο «Πικρό κρασί από σταφίδα» κι έτσι έπιασα στα χέρια μου και το πρώτο του πόνημα, «Ένα πακέτο τσιγάρα στο κομοδίνο». Ομολογώ ότι ήταν ένα τυχαίο γεγονός, καθώς προσπαθώ να διαβάζω διαφορετικά πράγματα από διαφορετικούς ανθρώπους, όντας ακόμα στην αρχή της «παρουσίασης βιβλίων» και δεν θέλω να μένω κολλημένος σε ένα στυλ. Παρά ταύτα η κίνηση που έκανα δεν μου βγήκε σε κακό, καθώς το πρώτο του βιβλίο δεν έχει και μεγάλη σχέση με το επόμενο. Ναι μεν, ο λόγος του είναι το ίδιο καθαρός δίχως περιττά πράγματα και δίχως να κουράζει, αλλά αυτό που πραγματεύεται απέχει παρασάγγας από το άλλο. Η υπόθεση του «Ένα πακέτο τσιγάρα στο κομοδίνο» αγγίζει τα όρια του φανταστικού (το γράφω έτσι διότι κάποιοι πιστεύουν ότι ζούμε στο matrix, γράφω και γι’ αυτούς να ξέρετε) και γεμίζει το νου μας με πολλές μεταφυσικές απορίες. Σίγουρα και με πολλά αληθινά «αν»! Και βέβαια στηλιτεύει την εν γένει δική μας συμπεριφορά ως αναγνώστες, κυρίως δε ως ανθρώπους της κοινωνίας. Πόσο πια διψάμε για αίμα και δάκρυ; Πόσο επιζητούμε την τιμωρία του άλλου, γιατί έκανε το αποτρόπαιο σφάλμα και αμάρτημα να «πετύχει» στη ζωή του; Το τι θα συμβεί στο τέλος, σας αφήνω να το δείτε μόνοι σας. Αυτό που έχω να σας πω είναι ότι στις 158 σελίδες του καταφέρνει να μας τα παρουσιάσει όλα αυτά με ένα τρόπο άμεσο και ξεκάθαρο. Και γι’ αυτό και έκανα και την παρουσίαση του πρώτου του βιβλίου τόσο γρήγορα, αμέσως μετά το άλλο. Φοβούμενος μην δω κι εγώ κάποια φωτογραφία με ένα πακέτο τσιγάρα στο κομοδίνο… και μετά να ψάχνομαι!

   Καλοκαιράκι είναι, άστε τα κινητά και τα facebook και πιάστε κανένα βιβλίο. Τσακωνόμαστε και το φθινόπωρο με την ησυχία μας άλλωστε. Διαβάστε κάτι ωραίο. Μια πρόταση είναι και αυτό το βιβλίο.

Νάσος Κονίτσας
 
karnesis1942Ήρθα σε τούτον τον κόσμο από κάποια «απροσεξία» του πατέρα μου πριν από πενήντα οκτώ χρόνια. Καθώς ήμουν ένα κακομούτσουνο και γκρινιάρικο μωρό, του υπενθύμιζα κάθε μέρα την ανοησία που έκανε. Η μητέρα μου είπε ότι την ώρα της γέννησης ηχούσαν χαρμόσυνα οι καμπάνες της εκκλησιάς, σημάδι ότι το παιδί γεννήθηκε με χάρισμα. Αργότερα έμαθα ότι οι καμπάνες κτυπούσαν βασανιστικά, γιατί στο νησί (Σαλαμίνα) είχε ξεσπάσει μεγάλη πυρκαγιά.
 
Σπούδασα μόνο ένα έτος στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Πειραιά, δεν χρειάστηκαν τα άλλα, τα έμαθα όλα στο πρώτο, γιατί ήμουν πολύ έξυπνος, το επιβεβαιώνει και η μαμά μου. Μετά τον στρατό (που παρεμπιπτόντως είχα τη σοβαρή ειδικότητα του καταδότη θαλαμοφύλακα) γνώρισα το κορίτσι μου, μέσω των αγγελιών γνωριμιών του έγκυρου περιοδικού «Φαντάζιο». Παντρευτήκαμε αμέσως, δεν θέλαμε να χάσουμε χρόνο στα χαζά προκαταρκτικά και έκανα δυο φορές το ίδιο λάθος με τον πατέρα μου. Αποτέλεσμα; δυο αγόρια που ευτυχώς μέχρι σήμερα μου μιλούν ακόμα, στον ενικό.
 
Μπήκα σε μια τράπεζα για κάποια μικρή κατάθεση και βγήκα μετά από χρόνια, με την ίδια κατάθεση χωρίς τον παραμικρό τόκο. Στάθηκα (με τη γνωστή στάση του σώματος «χέρια στη μέση και τώρα τι κάνουμε;») στην έξοδο της τράπεζας έχοντας τα χρήματα βαθιά μέσα στην τσέπη μου, κοίταξα τον δρόμο, τους ανθρώπους, τα λεωφορεία, χάζευα τις συγκεντρώσεις, τις βιτρίνες και τα φαγάδικα, όταν ξαφνικά σταμάτησα σε μια βιτρίνα βιβλιοπωλείου. Τότε, αγαπητοί μου αναγνώστες, μια σκέψη σαν αγκίστρι ήρθε και γαντζώθηκε στο μυαλό μου (όλες οι άλλες σκέψεις που έμπαιναν έως τότε συναντούσαν ένα κενό και την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια από τα αυτιά). Τούτη εδώ όμως έκατσε για τα καλά στο κενό μου κεφάλι: Θα γίνεις συγγραφέας! Μπορείς να το κάνεις! Είναι δουλειά με χαμηλό μπάτζετ (χαρτί και μολύβι), ό,τι πρέπει τώρα που είσαι χωρίς δουλειά.
 
Μπήκα αποφασιστικά μέσα στο βιβλιοπωλείο, αγόρασα χαρτί και μολύβι και ένα βοηθητικό σύγγραμμα «πώς να γράφεις διήγημα, για αρχάριους» και άρχισα να γράφω.
 
Όταν το είπα στην οικογένειά μου όλοι χαμογέλασαν και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν σταματάνε μέχρι σήμερα να γελάνε... Τέλος πάντων, εκτιμώ τη χαρά τους.
 
Καρνέσης Λουκάς

Νέα

Facebook Comments