Mindfield

Κρρρτς!

 
Κρρρτς – κρρρτς – κρρρτς...

   Δύο θέσεις παραδίπλα καθόταν ένας τύπος που έτρωγε ποπ-κορν ακατάπαυστα. Τον κοίταξε και να αναρωτήθηκε πότε προλάβαινε να τα καταπιεί, η ταχύτητά του ήταν πραγματικά αξιοθαύμαστη.

   Ξαναγύρισε τα μάτια της στην οθόνη. Παρατήρησε της μαύρες γραμμές και της κουκίδες που δημιουργούνταν στο πανί από την ταινία στο projection room. Πίεσε τον εαυτό της να συγκεντρωθεί πάλι στο σενάριο. Δεν ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε μόνη της στον κινηματογράφο, και μάλιστα σε μεταμεσονύκτια προβολή. Βεβαίως ποτέ ξανά δεν είχε επιλέξει, ή αναγκαστεί, λόγω έλλειψης ταινιών, να δει ταινία με ζόμπι που αρχικά είχαν ξεκοιλιάσει όλη την πόλη και τώρα είχαν καταλήξει να ροκανίζουν το ένα το άλλο μέχρι να ξεκάνουν και τον τελευταίο επιζώντα... Αλλά οι απελπισμένοι καιροί απαιτούν και απελπισμένα μέτρα, όπως λένε και οι φίλοι μας οι Βρετανοί.

   Μέσα στην αίθουσα ήταν συνολικά τέσσερα άτομα. Εκείνη, δύο νεαροί που φαίνονταν να διασκεδάζουν υπερβολικά με την ταινία και ο τύπος με τα ποπ-κορν. Το μυαλό της περιπλανήθηκε πάλι... άραγε αυτοί τι θα έκαναν όταν θα τελείωνε η ταινία; Θα συνέχιζαν την βραδινή τους έξοδο σε κάποιο μαγαζί; Μήπως θα γυρνούσαν στο σπίτι τους για να χωθούν στο αναπαυτικό τους κρεβατάκι; Ή μήπως θα περιφέρονταν άσκοπα εδώ κι εκεί, σαν κι αυτήν, επειδή δεν μπορούσαν να πάνε σπίτι μέχρι να ξημερώσει; Μάλλον απίθανο...
 
krrts04   Στην οθόνη, τα ζόμπι τραβούσαν τα άντερα μίας κατά τα άλλα περιποιημένης ξανθιάς, η οποία κατάφερνε να ουρλιάξει πολύ χαριτωμένα, δεδομένης της κατάστασής της... Η ταινία ήταν αισχρή... και ενώ τα ζόμπι έκαναν πάρτι με το παχύ έντερο, από τα αριστερά της, σαν μπόνους εφέ, ερχόταν το συνεχές κρρρτς – κρρρτς – κρρρτς…

   Η ταινία τελείωσε γύρω στις δύο… Έβγαλε το κινητό της, μόνο και μόνο για να δει την ώρα. Δεν περίμενε ούτε τηλέφωνο, ούτε μήνυμα… από πουθενά. Παρέμεινε στη θέση της, έκατσε σταυροπόδι και έπαιξε λίγο με τα μαλλιά της. Όχι, κοκέτα ποτέ δεν ήταν, δεν το είχε με τέτοια «θηλυκά φερσίματα», αν και περιποιούταν τον εαυτό της και πρόσεχε πάντα το ντύσιμό της. Από τις γυναίκες που γύριζες να ξανακοιτάξεις… Εύκολα κιόλας. Ξανάβαλε το κινητό στην τσάντα της. Κοίταξε γύρω της… Ο τύπος με τα ποπ-κορν καθόταν στην καρέκλα του, μασουλούσε με τον κλασσικό υπερηχητικό τρόπο του και μούγκριζε ελαφρά… Πήγε να χαμογελάσει… Του έριξε μια ματιά, από το στόμα και πάνω αυτή τη φορά. Ξεπλυμένα μπλε μάτια, σαν αυτά των Ηπειρωτών, απίστευτα άσχημο πρόσωπο, αλλά τρομερά αρρενωπή μύτη… «Τι παιχνίδια παίζει η φύση… Τι στοίχημα να έχουν χάσει οι γονείς του;» αναρωτήθηκε και πήγε να ξαναβγάλει το κινητό της.  
 

   «Τον είδες; Τον είδες»; Οι δύο νεαροί κατευθύνθηκαν προς το μέρος της. Πνιχτά γέλια και κλεφτές ματιές. Ο τύπος με τα ποπ-κορν συνέχιζε το δαιμονάρεστο έργο του, ενώ τα βογγητά του είχαν ανεβεί ελαφρά σε ένταση. Δεν γύρισε να κοιτάξει, απλά έβαλε το χέρι της μπροστά από το στόμα της. «Τι έγινε, ρε παιδιά, τρώει και μινάρει ταυτόχρονα»; Οι δύο τύποι έσκυψαν για να μην καρφωθούν από το γέλιο. «Χειρότερα! Νομίζω ότι πρώτα τελείωσε στον κουβά με τα ποπ-κορν! Και τώρα τρώει! Γκρόους»!  Εκείνη έκανε μία πίσω. Δεν γέλασε, δεν αντέδρασε «επίσημα»… Ξανακοίταξε τους νεαρούς και πήγε να σηκωθεί. Τι διάολο, ούτε στα τσοντάδικα δεν γίνονται αυτά. Έχει πάει και σε τέτοια και έχει δει ΤΑ ανωμαλιάρικα εκεί, αλλά τέτοιο κακό.. ποτέ! «Καληνύχτα παιδιά! Χάρηκα»… Το ένα της σκουλαρίκι έπεσε στη σχισμή της θέσης της. Αναστέναξε και πήγε να σκύψει να το μαζέψει, όταν άκουσε θόρυβο από βήματα και ένα περίεργο αλλά γνώριμο ήχο… τι, στην ταινία τον είχε ξανακούσει; Σήκωσε το βλέμμα της… Ο ένας από τους νεαρούς της κοιτούσε με απίστευτη απορία. Τον κοίταξε στα μάτια. «Εξοφθαλμία θρόμβωση ή…» προσπάθησε να αναρωτηθεί, όταν πρόσεξε τη λεπίδα που εξείχε στο ύψος του αφαλού και τον τύπο με τα ποπ-κορν που βρισκόταν ακριβώς πίσω του, μασουλώντας και βογκώντας. Ο άλλος νεαρός ξέσπασε με μια γυναικεία κραυγή και έφυγε τρέχοντας προς την έξοδο…
 
krrts01   Ο τύπος με τα ποπ-κορν έβγαλε έναν ακατανόητο συριχτό ήχο, της πήρε λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβει ότι αυτό που άκουγε ήταν γέλιο! Εκείνη παρέμεινε να κοιτάζει τα μάτια του νεαρού ο οποίος άρχισε να κατεβάζει το βλέμμα του προς την κοιλιά του. Όταν αντίκρισε τη λεπίδα, τα μάτια του γούρλωσαν και η απορία του φάνηκε να μεγαλώνει. Τα φώτα τρεμόπαιξαν και η ατμόσφαιρα έγινε αποπνικτική... την έπιασε ρίγος! Επιτέλους συνειδητοποίησε τι συνέβαινε, όμως δεν ήθελε να το πιστέψει. "Όχι κι εδώ, δεν μπορεί κι εδώ..." σκεφτόταν, το στομάχι της σφίχτηκε, ανατρίχιασε και, όπως κάθε φορά που ερχόταν αντιμέτωπη με αυτό, η καρδιά της έχασε έναν χτύπο και αμέσως μετά βάλθηκε να χτυπάει σαν αφρικανικά τύμπανα. Ήθελε να το βάλει στα πόδια, αλλά δεν μπορούσε να αφήσει τον νεαρό αβοήθητο... εξάλλου κατά κάποιο τρόπο, εκείνη έφταιγε.

   Μια μαύρη σκιά άρχισε να αναδύεται από το κεφάλι του τύπου με τα ποπ-κορν. Ήταν σαν να έβγαινε από τα μαλλιά του και να σηκωνόταν ψηλά, προσπαθώντας να πιάσει ταβάνι. Ο τύπος είχε σταματήσει να γελάει - για την ακρίβεια είχε σταματήσει να κάνει οτιδήποτε και είχε μείνει με μια παγωμένη έκφραση στο πρόσωπο, κάτι ανάμεσα σε χαμόγελο και πόνο. Έμεινε έτσι για δύο δευτερόλεπτα και ξαφνικά γονάτισε, τραβώντας μαζί του στο πάτωμα και τον νεαρό. Η σκιά εγκατέλειψε τον τύπο με τα ποπ-κορν, ο οποίος έπεσε λιπόθυμος στα σκαλιά της αίθουσας. Εκείνη πρόσεξε πως μέχρι τότε ο τύπος δεν είχε αφήσει καθόλου τον κουβά με τα ποπ-κορν, τα οποία τώρα έφυγαν για πρώτη φορά από τα χέρια του από την έναρξη της ταινίας και χύθηκαν «διακοσμώντας» όλη την σκάλα από την έκτη σειρά και κάτω.
 
krrts02   Τα μάτια της γύρισαν ξανά στην σκιά που τώρα αιωρούταν στο ταβάνι. Η σκιά άρχισε να στροβιλίζεται πάνω από το κεφάλι της. Άκουσε ξανά το συριχτό γέλιο, που πριν λίγα λεπτά έβγαινε από το στόμα του λιπόθυμου φουκαρά στην μέση της σκάλας. Τώρα ο ήχος ερχόταν από το ταβάνι. Ήξερε ότι αυτό ήταν ένα μήνυμα γι αυτήν, της έκανε ξεκάθαρο πως την περίμενε. Προφανώς δεν έπαιρνε άλλες αναβολές, και δεν θα μπορούσε πια να το αποφύγει μη γυρνώντας στο σπίτι. Το τίμημα ήταν πολύ μεγάλο, και το χειρότερο ήταν πως θα το πλήρωναν αθώοι άνθρωποι που απλώς είχαν την ατυχία να περνούν δίπλα της... Αμέσως μετά τα φώτα άναψαν και η σκιά χάθηκε.

   Έτρεξε στον νεαρό, ο οποίος είχε καταλήξει καθιστός στο πάτωμα με τον ώμο του να ακουμπάει στο πλάι ενός καθίσματος. Η λαβή της λεπίδας εξείχε από την μέση του, και το αίμα είχε ποτίσει παντού γύρω του. Γρήγορα έβγαλε το κινητό της για να καλέσει βοήθεια...

   Τότε ήταν που μπήκε μέσα η ταξιθέτρια. Κοίταξε πρώτα τα χυμένα ποπ-κορν, μετά τον λιπόθυμο τύπο, έπειτα το νεαρό που αιμορραγούσε και, τέλος, αυτήν. Για μια στιγμή φάνηκε πως δεν πολυκαταλάβαινε αυτό που έβλεπε. Τελικά όμως αποφάσισε πως ό,τι κι αν ήταν, μάλλον δεν μπορούσε να το διαχειριστεί... Οι στριγκλιές της αντήχησαν σε όλο το σινεμά...  
 
   "Θαυμάσια", σκέφτηκε εκείνη... Οι επόμενες ώρες κύλησαν με ρυθμό σχεδόν κινηματογραφικό. Τηλέφωνα, ασθενοφόρα, αστυνομία, καταθέσεις, πικρός καφές από το μηχάνημα στο τμήμα. Η ώρα είχε πάει δέκα το πρωί, ήταν ήδη εικοσιτέσσερις ώρες ξάγρυπνη, είχε μιλήσει με περισσότερα από δεκαπέντε άτομα και της φαινόταν πως είχε να περάσει άλλα τόσα και ακόμα περισσότερα πριν της πουν ότι μπορεί να πάει σπίτι της.
 

   Γύρω στο μεσημέρι της είπαν τα νέα… Την είχε πάρει ο ύπνος πάνω στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας. Καλό παιδί, Γιώργος από τις Σέρρες της είχε συστηθεί, καινούργιος στο σώμα και πολύ ευγενής. «Καθίστε εδώ, προσπαθήστε να κοιμηθείτε λιγάκι. Σύντομα θα φύγετε»… Καλά, δεν το έκοβε εκείνη ότι το εννοούσε κιόλας, αλλά ήταν κάτι. Αισθάνθηκε ένα ελαφρύ χτύπημα στον ώμο. Σήκωσε το κεφάλι της, ανοιγόκλεισε τα μάτια της, έβγαλε αυτό το κλασσικά αγουροξυπνημένο «Μμμμμ;» και είδε πως ήταν ο Γιώργος. «Μας πήραν τηλέφωνο από το νοσοκομείο. Θέλετε να σας φέρω κάτι; Καφέ, νερό; Κάτι άλλο; Πεινάτε»;

   Έβγαλε από την τσάντα της μωρομάντιλα και το καθρεφτάκι της… Σκούπισε το πρόσωπό της, έσιαξε λίγο τα μαλλιά της με τα χέρια της, συνειδητοποίησε ότι μύριζε πλέον μετά από τόσες ώρες χωρίς μπάνιο και χαμογέλασε… Δύσκολα το κατάφερε αυτό το τελευταίο… Το σάλιο της το ένιωθε παχύ, σαν να ήταν αίμα στην ουσία… «Ο νεαρός;» ψέλισσε… Ο μπάτσος πήγε να την ξαναρωτήσει αν θέλει κάτι. Το ξανασκέφτηκε. Έκατσε στο γραφείο του και άφησε μπροστά του ένα χαρτί. Του έριξε ακόμα μια ματιά και την κοίταξε στα μάτια. «Κατέληξε, κυρία μου. Λυπάμαι πολύ. Ήταν αδύνατο να σωθεί. Το χτύπημα ήταν...». Εκείνη κατέβασε το κεφάλι της. Πριν προλάβει να πει οτιδήποτε, ότι ούτε καν τον γνώριζε, ήλθε η επόμενη «ενημέρωση». «Το άλλο άτομο, το λιπόθυμο, που επίσης μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο… Δεν θα το πιστέψετε! Ο εγκέφαλός του είναι λιώμα αλλά ζει! Είναι αδύνατο να βγάλει έστω και μία λέξη αλλά όλες οι ζωτικές του λειτουργίες είναι κανονικές… Οι γιατροί βρήκαν το μάστορά τους εδώ»…

   Έφυγε τρέχοντας για τις τουαλέτες. Ξέρασε, άνοιξε τη βρύση του νιπτήρα, πήγε να σηκώσει το κεφάλι της, ξαναξέρασε, δάκρυα άρχισαν να τρέχουν. Η ανάσα της έγινε γρήγορη και βαριά… Ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα της τουαλέτας. «Είστε εντάξει; Θέλετε βοήθεια»; Δεν πρόλαβε ούτε καν να σκεφτεί να απαντήσει. Τα φώτα έσβησαν και ήταν τότε που το ξανάκουσε. Το συριχτό γέλιο, τον ήχο που δεν θα ξεχνούσε ποτέ. Αυτόματα κοίταξε προς την οροφή. Η σκιά ήταν ακριβώς από πάνω της. Την σκόπευε…
 
Ελίζα Μουτσοπούλου, Κώστας Κούλης
 

Mindfield