Συνεντεύξεις

Συνέντευξη με την Φωτεινή Μπαξεβάνη

 
   Συναντήσαμε την Φωτεινή Μπαξεβάνη ένα κυριακάτικο βροχερό απόγευμα, κάπου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, με αφορμή την παράσταση στην οποία συμμετέχει « Ο Γύρος του Θανάτου», σε κείμενο Θωμά Κοροβίνη. Γνωρίσαμε ένα γνήσιο πρόσωπο της πόλης, μια αέρινη παρουσία που μας γέμισε αισιοδοξία και θετική ενέργεια με το λόγο της και την φωτεινή της αύρα. Μας μίλησε για την παράσταση, για την πορεία της στο θέατρο, αλλά και στον κινηματογράφο με τον οποίο βιώνει ανέκαθεν μια σχέση έρωτα. Η συζήτησή μας αναπόφευκτα κινήθηκε στην σύγχρονη Ελλάδα και την περίοδο κρίσης που βιώνει. “Μα για να βγούμε από αυτή χρειαζόμαστε την αλληλεγγύη και την τέχνη”, μας λέει η ταλαντούχα ηθοποιός.
 
baxevani2   Γεννηθήκατε στην Αθήνα, είστε αριστούχος του Εθνικού Θεάτρου, με σπουδές στο Εθνικό Ωδείο και μουσικής. Συμμετείχατε σε πάνω από 40 θεατρικές παραστάσεις ως ηθοποιός, σκηνοθέτης και μουσικός. Τα τελευταία χρόνια βρίσκεστε στην Θεσσαλονίκη και κατά κάποιον τρόπο “παντρευτήκατε” με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Πως προέκυψε αυτό;
   Ανέβηκα στην Θεσσαλονίκη όταν το 2010 μου έκανε πρόταση ο Σωτήρης Χατζάκης για να πρωταγωνιστήσω στη θεατρική μεταφορά της Λωξάνδρας, ο οποίος ήταν ένας συγκλονιστικός ρόλος και λόγω της μεγάλης επιτυχίας που είχε, συνεχίστηκε και δεύτερη χρονιά. Ακολούθησε η Μαντάμ Σουσού, η οποία είχε την ίδια πορεία και έτσι βρέθηκα να είμαι τρία χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Ήταν μεγάλη τιμή για μένα, επειδή όλοι οι ρόλοι που έπαιξα ήταν εξαιρετικοί σε ένα πολύ σπουδαίο θέατρο όπως είναι το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Πραγματικά δεν έχω σταματήσει να δουλεύω ούτε μία μέρα, μαζί με τις σκηνοθεσίες που έχω αναλάβει και με τα έργα όλο την θεατρική χρονιά.
 
 
   Από την «Λωξάνδρα», λοιπόν, στην «Μαντάμ Σουσού» και τώρα στον «Γύρο του Θανάτου». Μιλήστε μας λίγο για το έργο.
   Καταρχήν είναι ένα πολύ σπουδαίο μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη, το οποίο πήρε και το Βραβείο Λογοτεχνίας το 2011. Όταν διάβασα το βιβλίο εντυπωσιάστηκα, επειδή είναι η μοναδική φορά που διαβάζοντας ένα βιβλίο νιώθεις μυρωδιές, ήχους, ατμόσφαιρες σαν να τις βιώνεις πραγματικά. Αν και δεν ζούσα εκείνη την εποχή, είναι σαν να την έχω ζήσει. Μια υπόθεση θρύλος για όλη την Ελλάδα που όλοι γνωρίζουν, μία υπόθεση που ακόμα είναι ζωντανή. Μια αδικία, ένα άλυτο θέμα και μια εποχή έντονη με το παρακράτος αλλά και με πλούσια γλωσσική ποικιλία. Είναι τόσο δυνατή η γραφή του Κοροβίνη που δικαιολογείς όλους τους ήρωες, γιατί βρέθηκαν σε μία κατάσταση που δεν είχαν άλλες επιλογές να διαλέξουν την ζωή τους, αλλά αναγκάστηκαν για λόγους επιβίωσης. Δείτε πόσο κοντά είναι αυτό στο σήμερα. Πόσοι άνθρωποι για να επιβιώσουν πια αναγκάζονται να κάνουν πράγματα που δεν ήταν επιλογή τους και πως το σύστημα μπορεί να σου φορτώσει πράγματα, τα οποία δεν έχεις κάνει και να σου φερθεί άδικα.
 
   Ήταν παιδί της μοίρας ο Παγκρατίδης, αλλά και παιδί του πάθους;
   Τα πάθη στους ανθρώπους δημιουργούνται ανάλογα με τις συνθήκες. Όταν ήταν μικρό παιδί, στην τρυφερή ηλικία των 12 χρονών, και δούλευε στο Λιμάνι για επιβιώσει, για να έχει ένα πιάτο φαί και το εκμεταλλεύτηκαν οι επιτήδειοι και ασέλγησαν πάνω του, ποιες επιλογές έχει ένα παιδί αμόρφωτο, φτωχό, ορφανό που ζει στους δρόμους...
 
   Την χρωστούσε αυτήν την παράσταση το Κρατικό Θέατρο Β. Ελλάδος στο κοινό της Θεσσαλονίκης;
   Το φοβερό είναι πως οι τελειόφοιτοι φοιτιτές της Νομικής κάθε χρόνο κάνουν αναπαράσταση τις δίκης του Παγκρατίδη και τον αθωώνουν. Ήταν τόσο τρανταχτές οι αποδείξεις ποιος ήταν ο ένοχος και αυτό το γνωρίζουν όλοι. Δεν έχει σημασία ότι ήταν ένας άνθρωπος του περιθωρίου, αλλά ότι βρήκαν το εξιλαστήριο θύμα. Ήταν το ιδανικό προφίλ για να του αποδώσουν τις κατηγορίες αυτές.
 
   Στην παράσταση υποδύεστε την Συλβάνα. Ποια είναι αυτή η ηρωίδα και ποιο είναι το στοίχημα που βάλατε για να ερμηνεύσετε τον ρόλο αυτό;
   Η Συλβάνα είναι μία λαϊκή τραγουδίστρια της εποχής, πολύ μέσα στην ζωή, ένας ανεξάρτητος άνθρωπος με αρκετά βιώματα, η οποία είναι και για εκείνη δύσκολο να επιβιώσει σαν γυναίκα μέσα στην νύχτα. Οι σοφίες που λέει είναι συγκλονιστικές και έχουν να κάνουν όλες με την ζωή. Σοφίες ενός λαϊκού ανθρώπου, που τις έχει αποκτήσει μέσα από την εμπειρία της ζωής. Φιλοδοξώ και εύχομαι να μεταφέρω αυτό το μήνυμα ζωής της Συλβάνας, γιατί την εποχή που ζούμε όλος ο κόσμος έχει κατεβασμένα τα φτερά και τελικά η πραγματική ζωή και οι χαρές της βρίσκονται σε απλά πράγματα που δεν χρειάζονται χρήματα για να γίνουν, όπως η αγάπη, ο έρωτας, η ίδια η καθημερινότητα.
 
   Οι ήρωες είναι πραγματικοί ή είναι πρόσωπα μυθοπλασίας;
   Oι ήρωες αν και είναι πρόσωπα μυθοπλασίας είναι προσαρμοσμένοι στο σήμερα, αληθινοί, ζωντανοί, με δυνατό λόγο. Για παράδειγμα, η Συλβάνα αν και δεν είναι ενεργή τραγουδίστρια και είναι αρκετά καταβεβλημένη δίνει τα φώτα της, τα διδάγματά της στους νεώτερους. Κύριος σκοπός της είναι να μεταφέρει στους άλλους το νόημα της ζωής.
 
   Σας ιντριγκάρει αυτός ο χαρακτήρας, ο οποίος είναι εκ διαμέτρου αντίθετος από τους προηγούμενους που έχετε υποδυθεί.
   Πάρα πολύ! Κάθε ρόλος είναι διαφορετικός. Αυτή είναι και η μεγάλη μου αγάπη για την υποκριτική. Ότι, δηλαδή, κάθε φορά καλείσαι να ερμηνεύσεις έναν διαφορετικό χαρακτήρα. Άλλωστε δεν ήμουν ποτέ της μανιέρας και της επανάληψης.
 
   Αναρωτιόμουν χθες που είδα την παράσταση, ποιος μπορεί να είναι ο τόπος διεξαγωγής του έργου. Κάποια αλάνα, ένα καφενείο, ίσως μία πλατεία;
   Σημασία δεν έχει ο τόπος και ο χρόνος. Δεν ξέρεις αν είναι ζωντανοί ή νεκροί ή σε πια εποχή βρίσκονται. Σημασία έχει ο λόγος τους και κάποια πράγματα να μείνουν και για την φαντασία του θεατή, να συμμετέχει δημιουργικά, να ταξιδέψει, να ονειρευτεί.
 
   Πως ήταν η συνεργασία σας με τον σκηνοθέτη Νίκο Μαστοράκη;
   Εξαιρετική. Ο κ. Μαστοράκης είναι από τους καλύτερους σκηνοθέτες που έχουμε στην Ελλάδα και είμαι πολύ ευτυχισμένη που συνεργάζομαι ξανά μαζί του. Μου αρέσει ο τρόπος δουλειάς του γιατί ξέρει πολύ καλά τι θέλει, κι επίσης έχει ένα ταλέντο, καταφέρνει να βγάλει τον καλύτερο εαυτό του κάθε ηθοποιού, μέσα από έναν μαγικό δρόμο, χωρίς να επιβάλλει κάτι συγκεκριμένο. Φτιάχνει παραστάσεις- διαμάντια.
 
   Στην παράσταση είναι εμφανές ότι μια ολόκληρη γενιά ξαναβιώνει μια ολόκληρη εποχή στην Τούμπα της Θεσσαλονίκης, στην αλάνα, στην χαμοζωή, και όλα αυτά με έναν πυκνό και αργό δρόμο.
   Ο κόσμος έρχεται από μία ένταση, από μία κατάσταση και χρειάζεται κάποιον χρόνο για να μπει σε αυτήν την διαδικασία, σε όλο το κλίμα της εποχής εκείνης. Αυτό δε μπορεί να γίνει με μια γρήγορη περιγραφή, αλλά αργά, ώστε να προβληματιστεί για κάθε πρόταση και για κάθε τι που λέγεται να χτίσει όλο αυτό τον κόσμο και να οδηγηθεί ανεπαίσθητα στην δράση και στον ρυθμό της παράστασης.
 
   Ποιες είναι οι πρώτες αντιδράσεις του κοινού;
   Είναι ενθουσιασμένοι. Αυτό είναι κάτι το οποίο το αντιλαμβάνεσαι αμέσως. Υπάρχει μια μεταφυσική επικοινωνία με το κοινό, το οποίο μπορεί να μη σου μιλάει εκείνη την ώρα, αλλά το νιώθεις από τα πρώτα δευτερόλεπτα. Γενικότερα, έχει πολύ ωραίες ατμόσφαιρες η παράσταση με τους φωτισμούς, τα σκηνικά που μεταφέρουν τον θεατή σε μια ονειρική διαδικασία.
 
   Έχετε κάποια προτίμηση στα σύγχρονα ή στα κλασικά θεατρικά έργα;
   Έχω προτίμηση στις καλές παραστάσεις. Φυσικά, το πρώτο πράγμα που είναι και το μεγαλύτερο όπλο είναι το ίδιο το κείμενο, κι από εκεί και πέρα η σκηνοθεσία και η δημιουργία.
 
   Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος ρόλος, το οποίο θα θέλατε να δοκιμάσετε;
   Δεν το είχα ποτέ αυτό. Πιστεύω πως κάθε ρόλος είναι σημαντικός. Μου αρέσει κάθε φορά να μπαίνω σε αυτό τo ταξίδι του κάθε ρόλου, να τον ξεψαχνίζω και να βγάζω τα στοιχεία του στο φως.
 
   Ασχοληθήκατε με μεγάλη επιτυχία και με την σκηνοθεσία των παιδικών παραστάσεων «Ντενεκεδούπολη» και «Ο Μορμόλης». Πως προέκυψε αυτό;
   Λόγω της ιδιότητας μου ως μουσικός, αλλά και ως ηθοποιός, έχω βρεθεί πολλές φορές στην κάτω μεριά της σκηνής που είναι μια άλλη διαδικασία και έτσι ήρθε πολύ φυσιολογικά. Είχα δουλέψει πολλές φορές και ως βοηθός σκηνοθέτη και στη συνέχεια σκηνοθέτησα την παράσταση «DonGiovanni» της Όπερας Θεσσαλονίκης, αλλά και στην Νέα Υόρκη.
 
   Είχατε ιδρύσει και μια δισκογραφική εταιρεία την οποία κλείσατε. Υπάρχει περίπτωση να λειτουργήσει ξανά;
   Είμαστε σε αναμονή με την οικονομική κατάσταση στη χώρα. Ξεκίνησα το 2008, μία λάθος, χωρίς να ξέρω τι είναι αυτό που θα επακολουθήσει. Ξέρετε δεν ανήκω στους οικονομικούς κύκλους για να το είχα μυριστεί νωρίτερα.
 
baxevani   Διδάσκετε και στην Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Β. Ελλάδος. Πως βλέπετε τα “φιντανάκια”;
   Όλες οι εποχές έχουν κάποιες δυσκολίες. Βέβαια, η εποχή που ζούμε σήμερα είναι ακόμη πιο δύσκολη, αλλά δε μπορείς να στερήσεις σε κανέναν το όνειρο να γίνει αυτό που θέλει. Δηλαδή, τι να κάνουμε; Δε θα σπουδάζουμε, δεν θα ονειρευόμαστε, δε θα προσπαθούμε; Δε μπορείς να σταματήσεις τη ζωή. Πιστεύω ότι θα βρουν τον δρόμο τους, κι εξάλλου μέχρι να τελειώσουν την Σχολή μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα στη χώρα μας. Είμαι αισιόδοξη. Έτσι και αλλιώς, η ζωή κάνει κάποιους κύκλους. Θα φτάσουμε έναν πάτο και μετά θα αρχίσουμε να ανεβαίνουμε πάλι. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Εξάλλου κι εγώ τώρα σπουδάζω. Έδωσα φέτος κατατακτήριες εξετάσεις στην Σχολή Κινηματογράφου στο ΑΠΘ και πλέον είμαι μια φοιτήτρια.
 
   Σας αρέσει ο κινηματογράφος;
Ναι, τον αγαπώ πάρα πολύ τον κινηματογράφο. Θα μπορούσα να πω ότι η διαδικασία του μου αρέσει πιο πολύ από ότι το θέατρο. Μακάρι να είχα την δυνατότητα ως ηθοποιός να δούλευα μόνο στον κινηματογράφο, αλλά δυστυχώς δεν γίνονται αρκετές παραγωγές, κι έτσι, συμμετέχω σε κάποιες ταινίες όποτε μου δίνεται η ευκαιρία. Γι΄ αυτόν τον λόγο βρέθηκα να σπουδάζω, επειδή ήθελα να ξέρω τα τεχνικά θέματα του κινηματογράφου, ότι βρίσκεται και συμβαίνει πίσω από την κάμερα. Βέβαια, σημασία έχει η ψυχούλα, η αλήθεια που δίνεις με ότι καταπιάνεσαι.
 
   Η σχέση σας με την τηλεόραση είναι επιφυλακτική ή εκλεκτική;
   Αν και έχω κάνει πάρα πολλές σειρές τα τελευταία πέντε χρόνια δεν έτυχε κάτι καινούριο, γιατί δεν υπάρχει τηλεόραση. Δυστυχώς σε αυτές τις τέχνες, οι οποίες είναι πολύτεχνες, δεν είναι μόνο οι ηθοποιοί, που εργάζονται, αλλά μία τεράστια γκάμα ανθρώπων, οι οποίοι συμμετέχουν μέσα από διάφορες ειδικότητες. Έτσι συμβαίνει πολλές φορές οι ηθοποιοί να είναι λιγότεροι σε σχέση με τους άλλους. Στο δικό μας κλάδο των ηθοποιών, η ανεργία έχει φτάσει το 95% από τους εγγεγραμμένους στο Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών. Είναι οδυνηρό και τραγικό για όλους.
 
   Το θέατρο θεωρείται πολυτέλεια σήμερα για τον κόσμο;
   Με την σημερινή οικονομική κρίση που βιώνουμε, ο κόσμος, ευτυχώς, είναι πιο επιλεκτικός και πηγαίνει ακόμα θέατρο. Μην ξεχνάτε ότι ακόμη και στην Κατοχή, το θέατρο δε σταμάτησε ποτέ. Είναι μία τέχνη που την έχει ανάγκη ο κόσμος.
 
«Στην Αθήνα τις παραστάσεις τις στηρίζουν οι φοιτητές και δεν συζητώ για τα πιο πειραματικά θέατρα,
αλλά για όλες τις παραστάσεις.
Εδώ στη Θεσσαλονίκη, μου κάνει εντύπωση που οι φοιτητές δεν πάνε στο θέατρο»
 
baxevani3   Υπάρχει η άποψη πως η Θεσσαλονίκη «πυροβολεί» πολλές φορές τα παιδιά της, είτε αυτά είναι ηθοποιοί, συγγραφείς, μουσικοί, γενικότερα καλλιτέχνες. Συμφωνείτε με αυτή;
   Πιστεύω πολύ στην προσωπική εργασία και το πόσο θέλει κανείς πραγματικά κάτι, ότι δε μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτό. Από εκεί και πέρα δε μπορεί κανείς να σε πυροβολήσει αν εσύ κάνεις τις προσπάθειες σου, είτε είσαι στην Θεσσαλονίκη, είτε αλλού. Η Θεσσαλονίκη έχει πολλούς ωραίους χώρους που θα μπορούσαν να μετατραπούν σε πολιτισμό και δημιουργία. Και πρέπει επιτέλους να σταματήσει αυτό, πως το παιχνίδι παίζεται μόνο στην Αθήνα. Πιστεύω πως μία προσωπική, εσωτερική σου ανάγκη την εκφράζεις οπουδήποτε και αν βρίσκεσαι και σιγά σιγά βρίσκεις τον κόσμο σου, το κοινό σου και τους συνεργάτες σου. Αυτό που μου κάνει ιδιαίτερη εντύπωση στην Θεσσαλονίκη πραγματικά είναι οι φοιτητές. Στην Αθήνα τις παραστάσεις τις στηρίζουν οι φοιτητές και δεν συζητώ για τα πιο πειραματικά θέατρα, αλλά για όλες τις παραστάσεις. Εδώ στη Θεσσαλονίκη, μου κάνει εντύπωση που οι φοιτητές δεν πάνε στο θέατρο. Είναι εντυπωσιακό. Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό. Ειδικά τώρα με την κρίση, επιλέγουν μόνο τα μεζεδοπωλεία και τα τσιπουράδικα; Θα ήθελα πραγματικά να βρεθεί ένας τρόπος να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα, γιατί οι φοιτητές ανέκαθεν ήταν η δύναμη του θεατρικού κοινού, το οποίο δημιουργεί και το μετέπειτα κοινό. Δε μπορώ να καταλάβω αυτή την αποχή από τους φοιτητές.
 
   Πιστεύετε στην θεωρία της συλλογικής συνοχής, ιδιαίτερα τώρα με την κρίση; 
   Δυστυχώς, από χρόνια δεν είμαστε ενωμένοι ως λαός, αλλά με πολύ μεγάλη μου λύπη έχω καταλήξει ότι αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό των Ελλήνων.
   Βλέπω στην ιστορία της Ελλάδος, ότι όλα έχουν προκληθεί από την διχόνοια μας. Δεν είμαστε ενωμένοι σε τίποτα. Λέμε, για παράδειγμα, να μποϋκοτάρουμε το γάλα για μία μέρα επειδή ακρίβυνε και πάνε αγοράζουνε γάλα την επόμενη ακόμη και αυτοί που δεν πίνουνε, μήπως και τους έρθει και το πιούνε την επόμενη μέρα. Δεν μπορούμε να κάνουμε μια ομαδική κίνηση και να λέει ο καθένας ότι θα το κάνουν όλοι οι υπόλοιποι και να μην το κάνει ο καθένας. Μακάρι να λειτουργούσαμε όλοι συλλογικά.
 
   Πολλοί θεωρούν πως οι άνθρωποι του πνεύματος φέρουν κάποια ευθύνη για την σιωπή τους στους προηγούμενους καιρούς του lifestyle, της πλαστής ευμάρειας και της πνευματικής ένδειας.
   Ακόμη και αυτό που λέτε είναι ένα συμπέρασμα το οποίο προμοτάρει την διχόνοια. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Το θέμα είναι ότι κανείς δε το κάνει και μάλιστα αυτοί που βγαίνουν μπροστά τρώνε και τα μούτρα τους. Έτσι είναι όλη η ελληνική ιστορία, έτσι έχει γίνει, όπου είναι ξεκάθαρο και στο δικό μας το έργο. Ο καθένας κοιτάει τον εαυτό του, δυστυχώς, και δεν ξέρω τι είναι αυτό που το προκαλεί. Είναι ο φόβος; Πραγματικά, είναι ευχή μου να λειτουργούσαμε όλοι σαν μια γροθιά και να ήμασταν ενωμένοι, αλλιώς δε θα αλλάξουμε ποτέ. Ας είμαστε αισιόδοξοι, μπορούμε να την βρούμε την άκρη.
 
   Θα βρούμε, λέτε την άκρη τελικά;
   Θέλω να είμαι αισιόδοξη. Μία αγαπημένη μου λέξη, την οποία δεν ήξερα, είναι η λέξη «τσιβί». Την λέει η Λολό (την υποδύεται ο Γιάννης Σιαμσάρης), που σημαίνει το σφίξιμο το ζωνάρι. Όλοι έχουμε «τσιβί» αυτήν την περίοδο. Αλλά που θα πάει θα το ξεπεράσουμε και αυτό…
 
 
   Θα ήθελα να κλείσουμε αυτή την συνέντευξη με κάποια λέξη ή κάποια χαρακτηριστική φράση της Συλβάνας… 
   Η Συλβάνα πιστεύει στην ζωή, στις χαρές της ζωής και θέλει να μάθουμε να την ζούμε και να μη την αφήνουμε να περνάει. Χαρακτηριστικά λέει: «Το χα πιάσει το νόημα, μία μέρα χαιρετάς όλες τις ομορφιές του ψεύτη κόσμου και οι άλλοι σε λένε, αιωνία η μνήμη. Αιωνία πια τι να σε πω, έτσι και πεις γεια χαραντάν τον παλιοντουνιά, όσο αναπνέει κανένας που σε αγάπησε πραγματικά μπορεί να χύσει κανένα δάκρυ άμα σε θυμηθεί. Αλλιώς σε έφαγε η σκόνη».
 
Σπύρος Μέλλιος
 
*Η παράσταση «Ο Γύρος του Θανάτου» σε σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη ανεβαίνει από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και παρουσιάζεται στο Βασιλικό Θέατρο Θεσσαλονίκης.

 

Συνεντεύξεις