Συνεντεύξεις

Ο Δημήτρης Δημητριάδης Σε Πρώτο Πρόσωπο

 
   Χρειάστηκαν περισσότερες από 2000 λέξεις για να απομαγνητοφωνήσω την σκέψη του Δημήτρη Δημητριάδη μέσα σε διάστημα περίπου δύο ωρών. Κάθε του φράση μπορεί να δημιουργήσει ένα κολάζ πεζογραφήματος σε πρώτο πρόσωπο. Έτσι ακριβώς φαντάστηκα την μορφή αυτού του κειμένου. Ο θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής που έχει εκδώσει δεκάδες θεατρικά έργα, αλλά και πεζογραφήματα- ποιήματα, φέτος έχει την τιμητική του στο ελληνικό θέατρο, καθώς τέσσερα έργα του ανεβαίνουν σε σκηνές των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης. Τα έργα του έχουν μεταφραστεί και εξακολουθούν να μεταφράζονται σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες, τελευταία και στα αραβικά. Ο λόγος του συγκλονιστικός, αβυσσαλέος, φτιαγμένος από λέξεις που εισχωρούν βαθιά στο μεδούλι της αλήθειας. Χωρίς καμιά διάθεση έπαρσης ή παντογνωσίας, εξηγεί την σκέψη του κι έχει σχεδόν πάντα αθώους ενδοιασμούς, πριν απαντήσει. Ακόμη κι αν τον κατηγορούν ότι είναι απόμακρος και δύσκολος, έχω καταλήξει ότι την υπόλοιπη ζωή μου θέλω να την περάσω με «δύσκολους» ανθρώπους. Ο Δ. Δημητριάδης αντιπαθεί τις Γιορτές, κι αφού δεν βρήκε καμία χώρα, στην οποία να μη γιορτάζουν τα Χριστούγεννα, για να ταξιδέψει, παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη και δέχτηκε να μιλήσουμε για όλα όσα τον απασχολούν και καταγράφονται στο συγγραφικό έργο του. Για το μόνο, που στεναχωριέμαι, είναι ότι δεν προλάβαμε να συζητήσουμε για τον έρωτα…
dimitriadis1
 
Για το θέατρο
   Για δυο δεκαετίες είχα μια άσχημη αντιμετώπιση, αλλά αυτό με βοήθησε να επικεντρωθώ ακόμη πιο πολύ στον εαυτό μου. Η δουλειά μου δε γινόταν αποδεκτή και σε μεγάλο βαθμό αυτό παραμένει. Η αποδοχή ήρθε μέσα στη δεκαετία του 2000. Η ρήξη έγινε με την παράσταση «Λήθη» σε σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού, ο οποίος εκτίναξε το κείμενο στο δημόσιο χώρο. Ο πάγος έσπασε και έπαψε να επικρατεί μια σειρά από ψευδείς προκαταλήψεις, ότι είμαι απρόσωπος, ακατανόητος, δύσκολος, στοιχεία που χρησιμοποιούσαν εναντίον μου για να τρομοκρατούν τον κόσμο.
   Ολόκληρο το νεοελληνικό θέατρο από τις αρχές του 19ου αιώνα έχει σημαντικά έργα, και με πιο μοντέρνες τάσεις, αλλά όλα αυτά δεν έχουν μια σημαντική σχέση με αυτό που ονομάζουμε δραματουργία, τον πυρήνα της επιτυχίας. Οι θεατράνθρωποι έφερναν κάποια πρότυπα από το εξωτερικό, όπως ήταν το Θέατρο του Παραλόγου ή το Πολιτικό Θέατρο, προσαρμόζοντάς το στα ελληνικά κείμενα, πράγμα που οδήγησε σε ένα ρεαλισμό και ένα αδιέξοδο, να αντιγράφουμε τον εαυτό μας. Μέχρι σήμερα δεν έχει εμφανιστεί κάτι που να έχει ανανεώσει την ελληνική δραματουργία. Οι σύγχρονοι θεατρικοί συγγραφείς έχουν περιορισμένη θεματογραφία, ο προβληματισμός τους είναι αδύναμος, λίγος, αρκούνται στο ελάχιστο, δεν υπάρχει έμπνευση, επινόηση και τόλμη.
   Μου λείπει το θέατρο στις ραδιοφωνικές εκπομπές. Ακόμη και τώρα, όταν τις ακούω με κινητοποιούν και ανακαλύπτω ότι είμαι ακόμη 12 χρονών. Έχω το ίδιο αίσθημα, όπως τότε που άκουγα στο ραδιόφωνο την Κατίνα Παξινού να παίζει την Κριστίν, στο έργο «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα». Αυτός ο τρόπος μετάδοσης είναι ένα μάθημα δημιουργικής γραφής, γίνεσαι δέκτης κάποιων πραγμάτων, χωρίς διδασκαλία. Θαυμάζω τους ανθρώπους που έχουν ευρυμάθεια, γνώσεις και μπορούν να τα μεταδώσουν. Όλο μου το σώμα ήταν σε συναγερμό.
   Είναι γεγονός ότι η δημιουργικότητα δεν έχει σταματήσει. Ζούμε σε μια υπέροχη εποχή τεράστιας προσφοράς, σε τόλμη και ρηξικέλευθες προτάσεις. Σε μεγάλο βαθμό υπάρχει και η ζήτηση του κοινού, που ανταποκρίνεται και φαίνεται ότι έχει μια ψυχική ανάγκη. Όταν όμως ένα κρατικό θέατρο, όπως το ΚΘΒΕ, προσφέρει σκουπίδια και προσβάλλει με μια ταμειακή αντίληψη, είναι ένας πυρήνας κακοδαιμονίας και βαρβαρότητας, που ανακινεί στο κοινό τα χειρότερα ένστικτά του. Αυτό το θέατρο είναι πηγή κακού και πρέπει να κλείσει.
 
Για το έργο «Λήθη. Πέντε θεατρικοί μονόλογοι»
   Η «Λήθη» ήταν από τους πρώτους μονολόγους που έγραψα και μετά ακολούθησαν και οι άλλοι. Πρώτα έγινε γνωστή αυτή και το ενδιαφέρον μονοπωλήθηκε. Είναι άδικο γιατί για μένα είναι όλοι εξίσου σημαντικοί. Θα ήθελα κάποια μέρα να ανέβουν και οι πέντε σε μια παράσταση, η οποία βέβαια προβλέπεται δύσκολη, καθώς θα χρειαστεί να έχει διάρκεια πέντε ωρών. Κοινό τους θέμα ένας απολογισμός ζωής, με πρωταγωνιστή κάποιον που έχει εξαντλήσει μια διαδρομή και βρίσκεται στο σημείο που πρέπει να τα πει όλα χωρίς περιστολές και ενδοιασμούς. Με την έννοια της λήθης στο συγκεκριμένο μονόλογο, δεν θέλω να πω ότι απορρίπτω το παρελθόν, αλλά δεν θέλω να λειτουργεί η μνήμη υποχρεωτικά. Η μνήμη, που γίνεται μνημόσυνο, αναπαράγει και διατηρεί το παρελθόν με στερεότυπα (παρελάσεις, επέτειοι, ήθη και έθιμα). Η λήθη πρέπει να δημιουργήσει μια νέα μνήμη, να έχουμε να θυμόμαστε νέα πράγματα. Όλες οι αρνητικές έννοιες σχετικές με την λήθη (κενό, μηδέν, τίποτα) είναι αφετηρίες ζωής.
 
Για το έργο «Διαδικασίες Διακανονισμού Διαφορών»
   Ο θάνατος είναι αναπόσπαστο στοιχείο ως κορύφωση όχι ως βιολογικό γεγονός, αλλά ως ανθρώπινη πραγματικότητα. Το συγκεκριμένο έργο δεν τελειώνει με αίμα και θάνατο, αλλά στην τελευταία σκηνή υπάρχει μια υπέρβαση, όπου τα πράγματα μένουν σε μια εκκρεμότητα ανοιχτή προς το μετά. Σαν να μη τελειώνει το έργο, υπάρχει μια αναμονή για το μετά. Ο θάνατος στο θέατρο είναι σαν τον «από μηχανής θεό», που προσπαθεί να δώσει μια λύση, να φέρει μια ολοκλήρωση. Διαφορετικά τα πράγματα δεν προχωρούν. Αυτό είναι σημαντικό στοιχείο της δραματουργικής επινόησης. Δεν έχω βρει κάτι ανάλογο στο θέατρο, αν τα κατάφερνα θα αισθανόμουν ότι κάτι καινούριο πέτυχα.   
   Στην παράσταση «Διαδικασίες Διακανονισμού Διαφορών», που ανέβηκε στο θέατρο Vis Motrix, δεν είχα καμία συζήτηση με τον σκηνοθέτη, παρά μόνο μια σύντομη κουβέντα μαζί του. Δίνω απόλυτη ελευθερία στον σκηνοθέτη. Ούτε καν παραβρίσκομαι στις πρόβες τους, παρά μόνο αν μου το ζητήσουν. Με το αποτέλεσμα δεν συμφωνώ πάντα, αλλά από τη στιγμή που δίνεις την απόλυτη ελευθερία πρέπει να πληρώσεις και το τίμημα. Από την άλλη, πόσο θα τον εκπροσωπεί το τελικό αποτέλεσμα αν παρέμβω εγώ.
 
Για το βιβλίο «Πεθαίνω Σαν Χώρα»
   Είναι σαν ένα βιβλίο που το έγραψα αύριο. Πράγματι, ήμουν βυθισμένος στη στιγμή που το έγραφα χωρίς να σκέφτομαι κάτι άλλο. Το συγκεκριμένο πεζογράφημα γράφτηκε για λογαριασμό του γερμανικού περιοδικού «Αusflicke», στο τεύχος Μαΐου 1978, ύστερα από επιθυμία της εκδότριάς του, Hannelore Ochs. Γι’ αυτό ήταν τόσο σύντομο, μόλις 20 σελίδων. Θυμάμαι ότι είχε προηγηθεί η στρατιωτική μου θητεία 1971-73, ακολούθησε η πτώση της Χούντας, η επιστράτευση στην οποία συμμετείχα και μετέπειτα η Μεταπολίτευση. Ήταν μια πολύ φορτισμένη περίοδος. Το πιο σημαντικό γεγονός είναι ότι είχα να γράψω δέκα ολόκληρα χρόνια. Μέχρι τότε έκανα μόνο μεταφράσεις. Όλα αυτά μου προκάλεσαν έναν εσωτερικό βρασμό, μια πίεση, μια φόρτιση που τελικά εκτονώθηκε με αυτό το έργο.
 
dhmhtriadhs3Για την συγγραφή
   Τα κείμενά μου έχουν πάρα πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο μονόλογος «Μετάνοια» περιλαμβάνει και ένα περιστατικό που δεν το έχω ζήσει ακριβώς, αλλά ανήκει πολύ στην προσωπική μου ζωή. Αν δες γράψεις αυτοβιογραφικά, είναι σαν να λες ότι θα γράψει κάποιος χωρίς να υπάρχει ο ίδιος. Βέβαια, ο κάθε συγγραφέας αυτοβιογραφείται διαφορετικά και το θέμα στη συνέχεια είναι πως χειρίζεται αυτό το υλικό.
   Η ίδια η δημιουργία δεν διδάσκεται. Δεν μπορείς να μάθεις σε κάποιον να είναι δημιουργικός στην γραφή του. Αυτό ανακαλύπτεται από τον ίδιο. Για να γράψεις πρέπει να διαβάσεις. Δεν έχουμε ανάγκη από περισσότερους συγγραφείς, αλλά από λιγότερους και καλύτερους. Υπάρχει ήδη μεγάλη παραγωγή σκουπιδιών. Κάποιοι συγγραφείς που ξεκίνησαν με κάποια αυστηρότητα και συνέπεια, έχουν εγκαταλείψει αυτή την προσπάθεια και γράφουν στο πόδι. Έχουμε περάσει στον απόλυτο ευτελισμό. Υπάρχουν συγγραφείς που εξελίσσονται, όπως ο Αριστείδης Αντονάς, η Μαρία Ευσταθιάδη, η Τζένη Μητσοτάκη. Υπάρχουν συγγραφείς και καλλιτέχνες που βρίσκονται στην αφάνεια, ενώ επικρατεί η σαβούρα. Όσο και να προβάλλουμε αντιστάσεις να μην εμφανιστεί κάτι άλλο, αυτό θα εμφανιστεί. Είναι αυτό που λέει ο Διονύσιος Σολωμός «φωνάζουν για να δείξουν ότι είναι ζωντανοί». «Γράφουν για να δείξουν ότι είναι ζωντανοί», λέω εγώ. Ζούμε σε κόσμο νεκρών, ο θάνατος βασιλεύει!   
   Τίποτα δεν είναι επίπονο στην συγγραφή. Αντιθέτως, είναι η αναίρεση του πόνου. Ο έξω κόσμος προσφέρει το λίγο, το μερικό, το ανολοκλήρωτο, το ανέφικτο, ενώ στην Τέχνη, κάτι ολοκληρώνεται, πραγματοποιείται με την μορφή της καλλιτεχνικής έκφρασης.
 
Για τον άνθρωπο και την μοίρα
   Κάνω μια πρόταση για πρώτη φορά στη ζωή μου, ως «Αφετηρία», ότι η Ελλάδα πρέπει να ζήσει την πρωτοπορία με άξονα την γλώσσα, ως πεδίο ανατροπών χωρίς καμιά υποχώρηση αισθητικής. Είναι καιρός να σπάσουν όλα τα στερεότυπα που έχουν δημιουργηθεί και έχουν μεθοδεύσει την χώρα, επίσης σε στερεότυπο. Αυτό όμως έχει εισβάλει τόσο πολύ μέσα στον άνθρωπο ως νοοτροπία και ως γνώση, που δεν αφήνουν αυτές οι μονάδες να εκπροσωπήσουν κάτι που είναι πέρα από τα στερεότυπα. Η απάντηση- λύση, στο ποιος ορίζει όλα αυτά είναι σίγουρα ο Άνθρωπος, αλλά ίσως και η Μοίρα. Μια λέξη που πρέπει να την ξαναδούμε. Το αναφέρω με την έννοια μια κατάστασης δεδομένης που δεν μπορούμε να αλλάξουμε. Το σώμα είναι ο φορέας του τέλους μας και πρέπει να καταλάβουμε πράγματα που έχουν να κάνουν με τα όρια μας. 
   Πάνω από τον άνθρωπο υπάρχει το πνεύμα του, η σκέψη του, η επινόησή του, η φαντασία του. Είναι απέραντος ο άνθρωπος. Από την μια είναι φορέας ορίων και από την άλλη είναι φορέας του απείρου. Από αυτό πρέπει να αντλήσουμε την αλήθεια. Εδώ δεν υπάρχει τέλος.
 
Για την τέχνη
   Στον μονόλογο «Τέχνη» (από το βιβλίο «Λήθη») δηλώνεται μια ταπεινότητα, μια αναγνώριση ότι υπάρχει κάτι μεγαλύτερο, κάτι ευρύτερο, κάτι σπουδαιότερο. Αν υπάρχει ματαιοδοξία, είναι το να πιστεύω ότι έχω εξαντλήσει αυτό που λέγεται «Τέχνη». Αυτό δεν τελειώνει ποτέ. Το κύριο νόημά του είναι η αναγνώριση μιας υπέρτερης διάστασης στην οποία δεν έχει φτάσει. Στην πραγματικότητα είναι το ανέφικτο ή αυτό που λένε οι Λατίνοι «Ars longa, vita brevis» (Μακρά τέχνη, σύντομη ζωή). Σημαίνει μια σχέση με την τέχνη που σε κάνει ταπεινό και αναγνωρίζεις τα όριά σου.
   Η τέχνη δε μπορεί να δώσει απαντήσεις με την μορφή των λύσεων, αλλά προσεγγίζει άλλους τομείς, την φιλοσοφία, τον στοχασμό, τον προβληματισμό. Όταν η σκέψη προχωράει και διερευνά τα προβλήματα, μπορεί κάποιος να εντοπίσει και κάποιες λύσεις. Η τέχνη είναι αυτή που σε κάνει να σκεφτείς την ζωή αλλιώς. Αυτό που ονομάζουμε «καλλιέργεια» (culture). Είναι αυτό που λέει ο Samuel Beckett: «encore» (ξανά). Το ίδιο συμβαίνει και στην ίδια την ζωή και στην τέχνη, το ανεξάντλητο. Ακόμη και ο πιο σκοτεινός, απαισιόδοξος συγγραφέας δίνει την αίσθηση της ελπίδας.
   Ο άνθρωπος χρειάζεται την τέχνη, εφόσον αυτή η ανάγκη είναι ζωντανή. Δυστυχώς, κάποιες άλλες προτεραιότητες, όπως το χρήμα, έχουν καταλείψει οτιδήποτε. Αυτά τα υπόγεια στις πόλεις που ανεβάζουν θεατρικές παραστάσεις είναι μια παράλληλη πραγματικότητα. Αυτό το παράλληλο είναι ζωτικής σημασίας, αλλιώς δε θα διαφέραμε από την καρέκλα. Αν κάποιοι δεν το χρειάζονται, δεν τους λυπάμαι. Στην ουσία, δε θέλουν ν’ αλλάξει τίποτα. Θέλουν να υποφέρουν. Θέλουν να τιμωρηθούν. Δεν βλέπω γύρω μου εσωτερίκευση και αντίληψη. Έχω συναντήσει ανθρώπους, οι οποίοι μετά την ανάγνωση, συνέβη κάτι άλλο στον εαυτό τους, επήλθε η αλλαγή. Πρέπει να αναζητήσουμε την εσωτερικότητα, στην οποία φωλιάζει και η σοβαρότητα.

Κατερίνα Νικολακούλη
 
*Το έργο του Δημήτρη Δημητριάδη «Λήθη» ανεβαίνει για τρίτη χρονιά στο θέατρο Πορεία (Αθήνα), ενώ στο Studio Κοιτώνες του Στρατοπέδου Κόδρα (Θεσσαλονίκη) ανεβαίνει το «Πεθαίνω σαν χώρα». Πολύ σύντομα κυκλοφορούν τα βιβλία του «Περί πίστεως» (εκδ. Σαιξπηρικόν) και «Ο αιώνιος στρατός» (εκδ. Διάπυρον).
 

Συνεντεύξεις