Θεατρικές Παραστάσεις

loogoo

Πλούτος του Αριστοφάνη στην Επίδαυρο

 
   Ο Πλούτος είναι η τελευταία σωζόμενη κωμωδία του Αριστοφάνη. Γράφτηκε το 88 π.X., σηματοδοτώντας το πέρασμα από την αρχαία στη Νεότερη Αττική κωμωδία. Στην κωμωδία αυτή ο Αριστοφάνης διακωμωδεί την κακή διανομή και διαχείριση του πλούτου που εμφανίζεται στο έργο κάτω από τα χαρακτηριστικά ενός τυφλού προσώπου, γεγονός που παραπέμπει σε μία από τις αρχαιότερες θεότητες, τον Πλούτο. Ο θεός τυφλός, όπως η Δίκη, δεν διανέμεται ισοβαρώς στους ανθρώπους, παρασυρόμενος από ευκαιριακές καταστάσεις στις οποίες τον εμπλέκουν εκείνοι που επιδιώκουν να επωφεληθούν από αυτόν. Ωστόσο, σύμφωνα με την πλοκή του έργου, ο Χρεμύλος, Αθηναίος έντιμος πολίτης, συναντά τον τυφλό Πλούτο και τον φέρνει στο σπίτι του, δημιουργώντας έτσι, προφανώς άθελά του, έναν πόλο έλξεως διαφόρων πολιτών της Αθήνας, που θέλουν να γνωρίσουν το θεό για δικούς του λόγους ο καθένας. Ο Χρεμύλος με τη βοήθεια του τετραπέρατου υπηρέτη Καρίωνα, οδηγούν το θεό στο ιερό του Ασκληπιού προκειμένου ο θεός να αποκτήσει εκ νέου την όρασή του και να πορευθεί πλέον σύμφωνα με ηθικούς κανόνες, μοιράζοντας τα πλούτη με ορθολογισμό και δημοκρατικό συναίσθημα. Έτσι, η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον Πλούτο και την Πενία σταδιακά υποχωρεί, δεδομένου ότι ο εχέφρων πληθυσμός της Αθήνας, οι χρηστοί πολίτες, αρχίζει να βιώνει την ισότητα του πλούτου απωθώντας κατά αυτόν τον τρόπο την πενία. Σημειωτέον ότι η Πενία καθίσταται θεατρικό πρόσωπο που δημιουργεί με τον Πλούτο διπολικό σχήμα αλληλοαπωθούμενο.
 
ploutos1
 
   Ο Πλούτος που σκηνοθετεί ο Γιώργος Κιμούλης τονίζει τη θεατρικότητα, χρησιμοποιώντας την τεχνική του «θεάτρου μέσα στο θέατρο». Πιο συγκεκριμένα, το έργο αρχίζει και κλείνει με τους πέντε ηθοποιούς που θυμίζουν τους Λάκυ, Πότζο, Βλαντιμήρ,  Εστραγκόν και παιδί-αγγελιοφόρος, από το έργο του Μπέκετ  «Περιμένοντας το Γκοντώ». Εμφανίζονται επί σκηνής πέντε ηθοποιοί παλιάς γενιάς έξω από ένα θέατρο κλασσικής, θα λέγαμε αρχιτεκτονικής. Οι πέντε βετεράνοι ηθοποιοί προσπαθούν να πείσουν τους δώδεκα ηθοποιούς της νεότερης γενιάς, που εισβάλλουν στη σκηνή βγαίνοντας μέσα από το κοινό, να παρουσιάσουν ένα έργο και καταλήγουν τελικά στην επιλογή του Πλούτου του Αριστοφάνη. Η ευρηματική σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη δημιουργεί συνάψεις ανάμεσα στο εκεί και τότε και στο εδώ και τώρα διαμέσου της Πιραντελλικής ανταύγειας, την οποία χειρίζεται με λεπτό ελεγχόμενο χιούμορ ο σκηνοθέτης. Ο Γιώργος Κιμούλης επιδιώκει να δώσει στο κοινό την αντίληψη του είναι και του κοινωνικώς υπάρχειν, διαμέσου της Γκολντμανικής θεωρίας της μετάβασης από το εγώ στο εμείς (Εγώ+Εγώ+Εγώ... = Εμείς). Μέσα από την επινόηση της παράβασης, η σκηνοθεσία δημιουργεί μία νέα κατασκευή, τη συλλογικότητα σε συνάρτηση με τη μαθησιακή πράξη. Ο σκηνοθέτης-ηθοποιός και δάσκαλος διδάσκει τους δώδεκα νέους ηθοποιούς αλλά και το κοινό, μεταδίδοντας μία γνώση, εκείνην της αραγούς συμπόρευσης του πολίτη με το συμπολίτη. Άλλωστε, σύμφωνα με την εν λόγω διδασκαλία, ο προσωπικός μας πλούτος ταυτίζεται με τις αξίες μας, τις ιδέες μας και τις αρχές μας. Ως εκ τούτου, υπογραμμίζεται η ταύτιση του αξιακού κώδικα με την συμπεριφορά της έλλογης οντότητας που επιλέγει την ισότητα και την μεταξύ των ανθρώπων αλληλεγγύη.
 
   Το έργο κλείνει όπως ξεκίνησε. Τα πρόσωπα δεν περιμένουν κανένα Γκοντώ, ενστερνιζόμενα προφανώς την ποιητική σκέψη του Μ. Αναγνωστάκη ότι «άξιος της ελπίδας είναι ο γνώστης του απέλπιδου». Ο Γιώργος Κιμούλης στους ρόλους του Πλούτου και της Πενίας ενοποιεί εν τέλει το εν λόγω δίπολο μέσα από διεργασίες επικαιροποιήσης που προβάλουν με έναν ισοπεδωτικό τρόπο την ισότητα, τόσο στο χρήμα, όσο και στο ζήτημα της συνύπαρξης των πολιτών. Ο ηθοποιός μετά την επιτυχία του χειμώνα στο θέατρο Μουσούρη, ξαναβρίσκεται στην Επίδαυρο, επιβάλλοντας, θα λέγαμε, την προσωπική του άποψη και σφραγίζοντας την παράσταση με  ανατρεπτική διάθεση. Ο κύριος Κιμούλης ελέγχει το παιχνίδι ως σκηνοθέτης και διασκευαστής του έργου του Αριστοφάνη ακολουθώντας πιστά, εντούτοις, την κοσμοαντίληψη που διαμορφώνεται από τον Αριστοφανικό λόγο.
 
   Στο ρόλο του Χρεμύλου ο Γιάννης Μπέζος επιβάλλεται στο χώρο όχι μόνο με τη σκηνική-υποκριτική του παρουσία, αλλά και με τη γνωστή τραγουδιστική του δεινότητα. Ως Καρίων ο Πέτρος Φιλιππίδης, παραπέμπει,  εν πολλοίς, στον κλασσικό Μολιερικό και Γκολντονικό τύπο υπηρέτη, την ίδια στιγμή που ανανεώνει τα ιστορικά του κίνητρα μέσα από την αστική του σφραγίδα. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του κυρίου Φιλιππίδη πάνω στην σκηνή αναδεικνύεται η κίνηση που διαπερνά τη φιγούρα του Σαρλό για να παράξει μία ανανεωμένη σιλουέτα προσώπου θεάτρου του παραλόγου. Άλλωστε, αξίζει να σημειωθεί η συμβολή του Τάσου Γιαννόπουλου, ο οποίος με ευλυγισία και πλαστικότητα, μπαινοβγαίνει στους ρόλους που του ανατίθενται, καθώς επίσης και ο Αλμπέρτο Φάις, ο οποίος ολοκληρώνει τη σκηνική κατασκευή του Γιώργου Κμούλη. Υπογραμμίζουμε επίσης  τα άρτια και λειτουργικά σκηνικά του Γιώργου Πάτσα, τη μουσική επιμέλεια του Γιώργου Ανδρέου και τα σκηνικά εφέ του σκηνοθέτη. Τέλος, η ενδυματολογική επιμέλεια της Σοφίας Νικολαΐδη ακολουθεί με σχετική πιστότητα τη σύζευξη της Αριστοφανικής εποχής με το πολύχρωμο και πολυσήμαντο «λαμέ» του κοινωνικοπολιτικού status των πραγμάτων σήμερα.

Δέσποινα Κοσμοπούλου
Υποψήφια Διδάκτωρ πανεπιστημίου Αθηνών. Ερευνήτρια-μέλος του κέντρου Σημειολογίας του θεάτρου.
 

Θεατρικές Παραστάσεις