Θεατρικές Παραστάσεις

Ανταπόκριση Θεατρικής Παράστασης: ''Η πατρίς λυπάται πολύ''

 
   Στο θέατρο Αυλαία κάθε Δευτέρα-Τρίτη μέχρι τις 4 Μαρτίου θα παρουσιάζεται η παράσταση "Η πατρίς λυπάται πολύ", μια παράσταση βασισμένη σε τέσσερα μονόπρακτα από το έργο του Matei Vişniec, "Εθνικότητά μου, το χρώμα του Ανέμου".
 
patris2   Ο Matei Vişniec γεννήθηκε στο Radauti, στη βόρεια Ρουµανία, το 1956. Από πολύ νέος παθιάζεται µε τη λογοτεχνία και διαβάζει Κάφκα, Ντοστογιέφσκι, Πόε, Λωτρεαµόν... Του αρέσουν οι σουρεαλιστές, οι ντανταϊστές, το θέατρο του παραλόγου και του γκροτέσκου, η ονειρική ποίηση, η λογοτεχνία του φανταστικού, ο µαγικός ρεαλισµός του λατινοαµερικάνικου µυθιστορήµατος, κοντολογίς όλα, εκτός από το σοσιαλιστικό ρεαλισµό. (προσωπική αποκάλυψη: ο Vişniec είναι το απόλυτο alter ego μου σε θεατρικό γούστο!)
 
   Έπειτα πηγαίνει στο Βουκουρέστι να σπουδάσει φιλοσοφία και εκεί αρχίζει τη συγγραφική του δραστηριότητα. ∆ηµοσιεύει ποιήµατα και το 1984 βραβεύεται για τη συλλογή "Ο σοφός την ώρα του τσαγιού". Αντίθετα, τα θεατρικά του έργα απαγορεύτηκαν όλα από τη λογοκρισία. Τον Σεπτέµβριο του 1987 ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου ζήτησε πολιτικό άσυλο. Από τότε ζει στη Γαλλία, εργάζεται ως δηµοσιογράφος στο ραδιοφωνικό σταθµό Radio France Internationale και γράφει θεατρικά έργα στα γαλλικά.
 
   Και ερχόμαστε στο "Εθνικότητά μου, το χρώμα του Ανέμου", ένα έργο με συναφή μονόπρακτα που αναφέρονται στην απαξίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καθώς αυτή τεμαχίζεται και φυλακίζεται στα ψεύτικα σύνορα αυτού του κόσμου.
 
   Στο θέατρο Αυλαία, παρουσιάζονται κάποια από αυτά τα μονόπρακτα, συγκεκριμένα τα: "Η πατρίς λυπάται πολύ", "Σκέψου πως είσαι Θεός", "Περιμένετε να περάσει ο καύσωνας" και τέλος "Ο άνθρωπος μέσα στον κύκλο", υπό τη σκηνοθεσία του Τριαντάφυλλου Δελή.
 
   Στο σύνολο της, η παράσταση δομείται σε ένα αφαιρετικό σκηνικό, με δυο λευκά κουτιά και δυο λευκά πανιά, συμμετρικά της σκηνής. Πολύ ωραία μέχρι εδώ. Η μουσική υπόκρουση του σκηνοθέτη, σε γενικές γραμμές μεστή και συγκροτημένη, ταιριάζει με το σύνολο που θέλει να παρουσιάσει, ένα σύνολο ψυχρό και απόμακρο, πρόταση που υποστηρίζεται ενδυματολογικά με τα τυπικά κοστούμια γραφείου των ηθοποιών.
 
patris   Ομολογώ όμως πως στην αρχή της παράστασης, έχοντας δουλέψει στο παρελθόν το συγκεκριμένο έργο (οπότε έχοντας και πλήρη επίγνωσή του), απογοητεύτηκα κάπως από αυτό που παρακολουθούσα. Όσο περνούσε η ώρα πάντως -σχετικά γρήγορα δηλαδή, καθώς η παράσταση διαρκεί συνολικά μία ώρα- αυτό το συναίσθημα απαξίωσης εξομαλύνθηκε και τη θέση του πήρε μια ψυχική αποκαθήλωση.
 
   Αρχικά ένιωσα ότι αυτή η "ξενική διάθεση" της σκηνοθετικής προσέγγισης, σε συνδυασμό με την απόλυτα αποστασιοποιημένη ματιά των τεκταινόμενων, δεν με άφηνε ως θεατή να απολαύσω αυτή την έμμετρη μαγεία των μονόπρακτων. Ο σπινθηροβόλος ψυχισμός του Vişniec έμενε δεσμευμένος επί των ατακών και δεν γιγαντωνόταν ως δύνατο σε συναισθηματικό τυφώνα, πέρα του προφανούς ρεαλιστικού επιπέδου. Χώμα και σκόνη ήταν ένα, και αναζητούσα να έρθει κάποιος να κάνει "θόρυβο", να σηκώσει αέρα. Ευτυχώς αυτός ο κάποιος ήρθε...
 
   Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά:
 
   Η πρώτη σκηνή, αρχικά θεώρησα πως σε ένα βαθμό παγιδεύτηκε μέσα στο επαναλαμβανόμενο μοτίβο της, όπως εγκλωβίστηκε και η δεύτερη σκηνή πάνω στην ταράτσα (στην οποία παρεπιπτόντως το video mapping κυριολεκτικά κεντά) από την απουσία σκηνικών αντικειμένων και κυρίως του όπλου. Δεν ξέρω κατά πόσο συνέβαλαν όλα αυτά στο να αποξενωθώ, ίσως κατά ένα λιθαράκι, αλλά εν τέλει δεν ρίχνω το φταίξιμο στην σκηνοθετική προσέγγιση διότι ήταν ομοιογενής. Φαινόταν να ήξερε τι ήθελε να πει, και στο κάτω κάτω της γραφής, αν εγώ δεν την κατάλαβα ή δεν την ένιωσα, σε ένα βαθμό αυτό ίσως να είναι και δική μου ευθύνη που δεν αφέθηκα όσο έπρεπε.
 
patris3   Αλλά...! Η απόπειρα του Στέφανου Πίττα να δομήσει τον χαρακτήρα του πάνω σε μια τυπική μανιέρα ψυχασθενή, δυστυχώς, κατέληξε σε φιάσκο. Εκτός ίσως της στιγμής του μονολόγου του ως Βίμπκο, δεν με έπειθε καθόλου. Υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος -που μου έρχεται αυτή τη στιγμή στο μυαλό- που μπορεί να υποστηρίξει ρεαλιστικά αυτή την ψυχωτική παράνοια, χωρίς να φανεί ούτε στιγμή γελοίος, και αυτός δεν είναι άλλος από τον Γιώργο Βουλτζάτη. Όποιος έχει δει τις ταινίες του Ρένου Χαραλαμπίδη "No budget story" (ειδικά τη σκηνή στο αμάξι) και "Η καρδιά του κτήνους", αντιλαμβάνεται ακριβώς για τι πράγμα μιλάω. Έτσι, ένιωθα ότι παρακολουθούσα στις δύο πρώτες σκηνές ένα κακέκτυπο του Βουλτζάτη που παραπατούσε επί σκηνής, μετατρέποντας το μαγικό ρεαλισμό του Vişniec σε στρατευμένο θέατρο του Brecht.
 
   Η ευθύνη αυτής της μουντζούρας -ασχέτως αν ήταν ιδέα του ηθοποιού ή κατεύθυνση του σκηνοθέτη-αν και δεν μπορώ να γνωρίζω ψυχανεμίζομαι το δεύτερο- βαραίνει σε κάθε περίπτωση τον δεύτερο, καθώς όφειλε να δει πως αυτή η υπερβολή δεν δουλεύει και να την συμμαζέψει. Κρίμα, γιατί τσαλαπάτησε την γενικώς καλαίσθητη προσπάθειά του. Αν και υπάρχουν αρκετές ωραίες ιδέες και κάποια έξυπνα μοτίβα δράσεων στις δύο πρώτες σκηνές (όπως αυτή με το τηλέφωνο των Πίττα-Σοφικίτη), τελικώς εγκλώβισε υποκριτικά τους ηθοποιούς του στον αλληγορικό συμβολισμό των χαρακτήρων.
 
   Γενικότερα οι χαρακτήρες του Vişniec δεν έχουν καθορισμένη ταυτότητα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως όλοι αυτοί οι ήρωες δεν κρύβουν και από μια ξεχωριστή ατομική ιστορία πίσω τους. Όσο και αν αντιπροσωπεύουν μια διαφορετική κάστα ανθρώπων ο καθένας (γεγονός που αναδεικνύεται όμορφα στην παράσταση), δεν παύουν να έχουν πρόσωπο. Ο διαχωρισμός είναι τόσο λεπτός, που ακροβατεί σχεδόν στο πουθενά. Όπως και να 'χει, ακριβώς αυτή η ταυτοποίηση του δισυπόστατου των ηρώων μου έλειψε κάπως στο πρώτο μισάωρο, και, για να 'μαι ξεκάθαρος, η ανθρώπινη πλευρά.
 
"Πολύ ωραία. Κανένα πρόβλημα.
Μπορείς να κάνεις ένα τηλεφώνημα. Προβλέπεται από τον κανονισμό.
Στη χώρα μας, ο κάθε καριόλης έχει το δικαίωμα να κάνει ένα τηλεφώνημα.
Πες του πως στη χώρα μας ο κάθε καριόλης έχει το δικαίωμα να κάνει ένα τηλεφώνημα."
 
   Και συνεχίζουμε... Τρίτη σκηνή και ξαφνικά κάτι αλλάζει. Ο σκηνοθέτης παρεμβάλει στην ambient αισθητική της μουσικής υπόκρουσης, ήχους βομβαρδισμών και πυροβολισμών, όλη η ατμόσφαιρα γίνεται πιο γήινη και το τοπίο μεταμορφώνεται. Η σκηνή πλησιάζει ξανά προς το μέρος μας, και κάπου εκεί έρχεται η γυναίκα της παράστασης και παίρνει στους ώμους της την τρίτη σκηνή, και στην τέταρτη μας εκστασιάζει...
 
   Η τρίτη σκηνή ήταν κάτι πολύ κοντά -όχι σε αυτό που ήθελα να δω, άλλωστε αυτό δεν αφορά κανέναν, αλλά ακόμα πιο σημαντικό- σε αυτό που περίμενα να δω. Με λίγα λόγια, ξαφνικά όλα ταίριαζαν πολύ περισσότερο μεταξύ τους, υπήρχε πλέον πλήρης συνοχή. Η Δημητρα Λαρεντζάκη, ελέγχοντας τον ρυθμό με την πλήρη υποκριτική υποστήριξη του Αλέξανδρου Κωχ, ο οποίος επίσης μου άρεσε αρκετά, παρουσιάσαν εν τέλει μαζί μια πολύ ωραία εκδοχή της μάνας που θέλει να περάσει τα σύνορα με το παιδί της.
 
patris4   Και αν η τρίτη σκηνή ήταν καθώς πρέπει, η τελευταία ήταν πραγματικά εξαιρετική.
 
   Έχω δει πραγματικά πολλές προσεγγίσεις του "Ανθρώπου στον κύκλο", αλλά αυτή ήταν μακράν η καλύτερη! Να ξεκινήσω από την Δημητρα Λαρεντζάκη που συνθλίβει τα κόκκαλα της και αφήνει την ενέργεια της -χυλό- να διασκορπιστεί σε κάθε άκαρπη γωνιά της σκηνής; Όταν το σώμα γίνεται θρύψαλα και ο λόγος βιώνεται μέσα από το σώμα, τα πάντα γίνονται αληθινά. Η -απίστευτη, αξίζει μνείας- αφίσα της παράστασης παίρνει σάρκα και οστά. Η σκηνοθετική προσέγγιση της σκηνής πανευφυής, σταυροβελονιά επανακεντά όλο το έργο σε λίγες μόνο στιγμές και ο Στάθης Μήτσιος -που γενικά ακόμα μια φορά παραδίδει ρεσιτάλ φωτισμών- απογειώνει το τελικό αποτέλεσμα στον ουρανό. Ειλικρινά ρίγησα! Θεωρώ πως αυτή η σκηνή τερμάτισε το ονειρικό επίπεδό της. Game over. Βγάζω το καπέλο μου, σκύβω, υποκλίνομαι, χαιρετώ και φεύγω...
 
"...Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά στη στήλη
"Αιτιολογία για την αλλαγή κοινωνικής κατάστασης",
ζωγράφισες έναν σκαντζόχοιρο με δύο φτερά.
Να το, το σκίτσο, είναι ακατανόητο,
δεν υπάρχει σκαντζόχοιρος με φτερά....
Ε! που είσαι; Απάντησέ μου...
Να σου πω, δεν είναι σωστό να ζωγραφίζεις έναν φτερωτό σκαντζόχοιρο
και μετά να χάνεσαι μέσα στη φύση...
Δεν υπάρχει φτερωτός σκαντζόχοιρος...πρέπει να το παραδεχτείς..."

   "Η πατρίς λυπάται πολύ" είναι μια σεβαστή δουλειά και οι όποιες ατασθαλίες της είναι κρίμα να την καταδικάσουν, καθώς ο τελικός απολογισμός της σου αφήνει κάτι που αξίζει. Μια παράσταση για ένα έργο βαθιά ουμανιστικό, όχι επίκαιρο όσο ποτέ, επίκαιρο όσο πάντα.
 
Γιάννης Τσιαβός
 
ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Έρση Βασιλικιώτη
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ- ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Τριαντάφυλλος Δελής
ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ-VIDEO MAPPING: Στάθης Μήτσιος
ΠΑΡΑΓΩΓΗ Σάσα Νάτση
ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Δήμητρα Λαρεντζάκη, Αλέξανδρος Κωχ, Στέφανος Πίττας, Γιώργος Σοφικίτης
 
ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ 10-11, 17-18, 24-25 Φεβρουαρίου & 3-4 Μαρτίου 2014
ΗΜΕΡΕΣ & ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ Δευτέρα-Τρίτη 21.00
ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ Κανονικό 10€, Φοιτητικό-Ανέργων 5€

Θεατρικές Παραστάσεις