Συνεντεύξεις

Συνέντευξη με τον Άγγελο Ανδριόπουλο

 
   Πραγματικά μας ξετρέλανε με τον τρόπο που κουμπώνει πάνω στο ρόλο του, με τον τρόπο που αποδίδει το κείμενο, με τον τρόπο που εκφέρει τις λέξεις. Η νεότητα και το τάλαντο στα καλύτερά τους! Ο λόγος για τον Άγγελο Ανδριόπουλο, τον οποίο συναντήσαμε στο Θέατρο Αγγέλων Βήμα, λίγο μετά την παράσταση «Όταν τα χελιδόνια κλαίνε» του Μike van Graan, που παίζεται κάθε Παρασκευή και Σάββατο, σε μετάφραση Μαργαρίτας Δαλαμάγκα-Καλογήρου και σκηνοθεσία Θοδωρή Βουρνά. Πολλά ευχαριστώ στο Νεκτάριο Γεώργιο Κωνσταντινίδη, ο οποίος φρόντισε να πραγματοποιηθεί αυτή η συνέντευξη.
 
andriopoulos
 
Η παράσταση «Όταν τα χελιδόνια κλαίνε» είναι η πρώτη σας θεατρική δουλειά. Μιλήστε μας για το έργο και το ρόλο σας.
Ναι, είναι η πρώτη μου θεατρική παράσταση και εμπειρία, αλλά, σαν ηθοποιός, αφού τον Ιούνιο που τελείωσα τη δραματική σχολή, εργάστηκα σαν βοηθός σκηνής στην καλοκαιρινή περιοδεία του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας με το «Οιδίπους, ο μύθος της Ιστορίας του κόσμου», σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη, αλλά και σαν βοηθός σκηνοθέτη του Θοδωρή Αμπαζή, ο οποίος σκηνοθέτησε και σύνθεσε την όπερα «Ήρα», που ανέβηκε στην Δήλο, τον Οκτώβρη. Τώρα, όσο για το έργο και το ρόλο μου, δεν είναι ένας, αλλά τρείς. Τρείς ηθοποιοί βρισκόμαστε διαρκώς στη σκηνή και ερμηνεύουμε από τρεις χαρακτήρες ο καθένας. Η μία ιστορία μπαίνει μέσα στην άλλη, χωρίζοντάς τες σε μικρές σκηνές, οπότε η απαίτηση να είμαστε γρήγοροι και ακριβείς για τις εναλλαγές ρόλων και ιστοριών, είναι μεγάλη! Το έργο μιλά για τρείς ιστορίες. Ιστορίες που όπως σε κάθε έργο, λίγο ή πολύ, θίγουν κοινωνικά ζητήματα... Το έργο περιέχει «ρατσισμό», «ανθρωπιά» αλλά και το κυριότερο, προσωπικά για μένα, «επιλογές». Γιατί στο τέλος αυτό που έχει σημασία είναι τι επιλογές κάνουμε, όχι μόνο στο έργο αλλά και στη ζωή. Μην ξεχνάμε βέβαια ότι οι επιλογές αλλά και η ματιά που ρίχνουμε στα πράγματα βασίζονται πάντα στα βιώματα που έχουμε. Έτσι λοιπόν και ο συγγραφέας εδώ, χρησιμοποιεί το βίωμα του κάθε χαρακτήρα, για να δικαιολογήσει και να ξεκαθαρίσει τον λόγο που ο καθένας στο τέλος καταλήγει σε μια επιλογή. «Να ελευθερώσει», «Να σκοτωθεί» ή «Να σκοτώσει».

Για όλα αυτά ο συγγραφέας επιλέγει συνθήκες, όπως η ομηρία και η απαγωγή.
Ποιο πιστεύετε πως είναι το πιο δυνατό στοιχείο της παράστασης; Ποιο είναι το κυρίαρχο αίσθημα που η παράσταση επιδιώκει να μεταδώσει στο θεατή;
Μου δίνετε μια ωραία πάσα για να φτάσω στην κατακλείδα της προηγούμενης απάντησής μου. Όπως προείπα, ο συγγραφέας δίνει τις συνθήκες ομηρία και απαγωγή. Ούτε απλές αλλά ούτε και καθημερινές... Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε πως για ένα κομμάτι του πληθυσμού του πλανήτη, οι συνθήκες ομηρία και απαγωγή, που καταλήγουν σε δολοφονίες και αυτοκτονίες, είναι τόσο καθημερινές, όσο είναι για μένα να ξυπνάω κάθε πρωί και να πηγαίνω στη δουλειά (για το δικό μου κόσμο, ΕΑΝ έχω δουλειά). Αυτό που επιδιώκουμε σαν ομάδα είναι να αφηγηθούμε τρείς ιστορίες, μέσω των οποίων ο συγγραφέας θίγει κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά ζητήματα. Δουλειά μας ήταν και είναι να κάνουμε το θεατή να καταλάβει πως το Βίωμα είναι αυτό που ξυπνάει το ρατσισμό ή τον ανθρωπισμό μέσα μας. Όταν κάποια στιγμή κάποιος έρχεται αντιμέτωπος με ένα τέτοιο ζήτημα μέσα του (και συχνά όλοι ερχόμαστε) και το αφήνει στην άκρη χωρίς να θέλει να το αντιμετωπίσει για τους χ ή ψ λόγους, παίρνοντας μια αποστασιοποίηση από το θέμα και κρατώντας μία ουδέτερη θέση, δουλειά μας, τουλάχιστον για μένα, είναι πως ερχόμενοι στο θέατρο να δουν αυτή την παράσταση, όσοι έρθουν, είναι να καταλάβουν πως η «ουδέτερη γνώμη» και η «αποστασιοποίηση» είναι αυτά που επιτρέπουν στη βία και το ρατσισμό να φωλιάζουν μέσα στους άλλους, σε αυτούς που παίρνουν μία θέση. Μέσα σε λίγες μόνο μέρες, εξαιτίας της αντικατάστασης των ηθοποιών που έγινε σε αυτή την παράσταση, είχαμε να καταλάβουμε το έργο, να μάθουμε λόγια και να το ανεβάσουμε σε περίπου ένδεκα με δώδεκα μέρες. Kι όλο αυτό επιτεύχθηκε μέσα από την αρμονική συνεργασία που υπήρχε με τον σκηνοθέτη Θοδωρή Βουρνά, τη βοηθό του Αλεξάνδρα Μηλιώνη κι εμάς τους ηθοποιούς. Τον Τάκη Παρασκευόπουλο, το Μανώλη Κλωνάρη κι εμένα. Είναι ένα ωραίο πρώτο μικρό ταξίδι για μένα.
 
Ας ξεκινήσουμε από την αρχή. Πού γεννηθήκατε; Τι σπουδές έχετε κάνει;
Γεννήθηκα στην Πάτρα, όπου και μεγάλωσα. Προέρχομαι από πολύτεκνη οικογένεια. Έχω δύο καταπληκτικούς γονείς και άλλα τέσσερα αδέρφια πιο καταπληκτικά από μένα (αυτό έπρεπε να το πω, διαφορετικά τα αδέρφια μου θα μου έκαναν τη ζωή κόλαση). Είμαι ο τρίτος στη σειρά. Τώρα που μετακόμισα στην Αθήνα μου λείπει η Πάτρα, είναι η αλήθεια και ευτυχώς λείπει και στη σύντροφό μου, οπότε οι αποδράσεις στον τόπο μας θα είναι συχνές φαντάζομαι. Έχω σπουδάσει Νοσηλευτική Τραυματολογίας στην Πάτρα. Δεν ασχολήθηκα με το επάγγελμα παρά μόνο έκανα την πρακτική μου και μετά έδωσα εξετάσεις και πέρασα στην Σχολή Ανώτερης Δραματικής Τέχνης του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας, που ίδρυσε ο Θοδωρής Αμπαζής μαζί με την Ελένη Μποζά και συνεχίζει μέχρι τώρα ο Cezaris Grauzinis.
 
andiopoulos01
 
Θυμάστε τη στιγμή που αποφασίσατε ότι θα ασχοληθείτε επαγγελματικά με την υποκριτική; Υπήρξε κάποια αφορμή; Σε ποιους οφείλετε αυτή την απόφαση;
Θυμάμαι στα δέκα μου που είχα δει τον «Οδυσσεβάχ» στην παιδική σκηνή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας και ένιωσα πραγματικά πως ήμουν σ’ ένα ταξίδι, με τα χρώματα, τις μουσικές, τις περιπέτειες του έργου. Ήταν μια εντυπωσιακή ανακάλυψη για μένα ότι μέσα σε έναν κλειστό χώρο μιας πόλης υπάρχει ένα μέρος που υπάρχει μαγεία. Θυμάμαι μόνο αυτό. Στα δεκαπέντε μου, που ξαναπήγα μια και δεν πήγαινα συχνά θέατρο και είδα την «Όπερα της πεντάρας», συνειδητοποίησα την ώρα της παράστασης, πως ήμουν πολύ περίεργος να μάθω τι συμβαίνει πίσω από την σκηνή την ώρα της παράστασης και πως μόνο έτσι θα ήμουν ευτυχισμένος. Να ξυπνάω το πρωί και να πηγαίνω στο θέατρο για να «παίξω». Μπαίνοντας στη σχολή βέβαια κατάλαβα πως τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα όσο μπορεί ένας ηθοποιός να τα κάνει να φαίνονται εύκολα, απαιτεί σκληρή δουλειά! Πάντα είχα καλλιτεχνικές τάσεις, απλά το κάλεσμα για να ασχοληθώ σοβαρά και επαγγελματικά ήρθε στα 24 μου, όταν κατάλαβα πως δεν με ενδιέφερε να κάνω τίποτα άλλο…
 
Ποιες δυσκολίες συναντά ένας νέος ηθοποιός στα πρώτα του βήματα;
Την ανεργία. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έρχεσαι για δεύτερη φορά αντιμέτωπος με τον εαυτό σου, καθώς η πρώτη λαμβάνει χώρα όταν μπαίνεις στην σχολή. Εκεί ίσως περνάς μια κρίση του ποιος είσαι και τι θέλεις να κάνεις. Αν σε ενδιαφέρει να ξεκινήσεις μια καριέρα ή αν θες να το κάνεις από χόμπι ή τελικά να βρεις κάτι άλλο. Εγώ ήξερα από τα χρόνια της σχολής ότι θέλω να κάνω καριέρα γι’ αυτό και δεν επέτρεψα σε καμία εσωτερική κρίση να με χτυπήσει. Άλλη δυσκολία που έχει να αντιμετωπίσει ένας νέος ηθοποιός είναι η βλακεία ενός ανίδεου που θέλει να κάνει θέατρο. Πρέπει κανείς να είναι προσεκτικός στις επιλογές του.
 
Εκτός από το θέατρο, τι άλλο υπάρχει στη ζωή σας;
Γράφω. Μου αρέσει να γράφω. Είτε στίχους, με τους οποίους έχω βρει έναν τρόπο να ξεσπάω, από την ηλικία περίπου των δεκαπέντε, είτε να γράφω σενάρια για σειρές ή ταινίες που κλείνω πάντα στο συρτάρι. Πιστεύω ότι το ένστικτο και η ωριμότητα για κάθε απόφαση είναι καλός σύμβουλος. Όταν συναντηθούν αυτά τα δύο νομίζω πως είναι η ώρα για να αποφασίσει κανείς. Προς το παρόν ένστικτο και ωριμότητα για μια τέτοια απόφαση, είναι άφαντα.
 
Προσεχή επαγγελματικά σχέδια;
Είμαι σε συζητήσεις με κάποιες θεατρικές παραγωγές για το χειμώνα. Περιμένω να βγει η πρώτη ταινία μικρού μήκους που έχω παίξει σε σκηνοθεσία Γιάννη Ματσάνγκα και ελπίζω να πάει καλά, καθώς συζητάμε και για μία δεύτερη συνεργασία.
 
Κώστας Κούλης
 

Συνεντεύξεις

Facebook Comments