Συνεντεύξεις

Συνέντευξη με τους Αθηνά Δράγκου και Δημήτρη Παπαδόπουλο (Ομάδα Α4Μ)

 
   Η Αθηνά Δράγκου και ο Δημήτρης Παπαδόπουλος δημιούργησαν το 2009 το κέντρο παραστατικών τεχνών Α4Μ. Αυτές τις μέρες παρουσιάζουν στο θέατρο Αυλαία την θεατρική παράσταση «Καντάν. Συνομιλήσαμε με την Αθηνά Δράγκου (που σκηνοθέτησε την παράσταση) και τον Δημήτρη Παπαδόπουλο (performer) και σας μεταφέρουμε ό,τι είπαμε, σε μια συνέντευξη όπου οι "ρόλοι" δημοσιογράφων και συνεντευξιαζόμενων αποδομούνται.
 
syna4m   Χαράλαμπος Παπαστεφάνου: Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για την ομάδα;
   Αθηνά Δράγκου: Η ομάδα μας δημιουργήθηκε το 2009 με εμένα και τον Δημήτρη Παπαδόπουλο. Επιστρέφοντας και οι δύο από το εξωτερικό αποφασίσαμε ότι για να δουλέψουμε χρειάζεται μια ομάδα - γιατί είναι πολύ περιορισμένες οι δυνατότητες που υπάρχουν στην Θεσσαλονίκη για να δουλέψεις ως ανεξάρτητος καλλιτέχνης - και έτσι θεωρήσαμε πως μια ομάδα θα είναι κάτι πιο λειτουργικό και δημιουργικό. Έτσι ξεκινήσαμε πολύ απλά, σαν μια έρευνα μεταξύ μας, παρουσιάζοντας κάποια πράγματα. Σταθήκαμε τυχεροί γιατί αμέσως έγινε δεκτή μια πρότασή μας στο festival κινηματογράφου όπου κάναμε και την πρώτη μας παράσταση ∙ ήταν μια περιπατητική στο λιμάνι και έκτοτε δουλεύουμε τα τελευταία τρία χρόνια κάνοντας παραγωγές. Θεωρώ πως είμαστε από τους τυχερούς που μπορούν να το κάνουν αυτό. Αυτή ήταν η πρώτη παραγωγή δικιά μας. Μέχρι τώρα έχουμε συμμετοχές στα Δημήτρια, στο festival κινηματογράφου και σε διάφορα άλλα festivals.
 
Χ.Π.: Γενικά πώς λειτουργείτε ως ομάδα;
Α.Δ.: Υπάρχει ένα πυρήνας δύο - τριών ατόμων, όπως η Σοφία Χατζηβασιλείου, η οποία είναι από την πρώτη παραγωγή μαζί μας… Υπάρχει ένα δυναμικό, ένας κεντρικός πυρήνας και ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε παράστασης, πλαισιωνόμαστε και με καινούργια άτομα.
 
kant3   Χ.Π.: Η παράσταση αυτή πως προέκυψε;
   Α.Δ.: Η παράσταση αυτή δεν ήταν έκπληξη, για κάποιον που έχει δει τις παραστάσεις μας από την αρχή. Φαινόταν που θέλαμε να καταλήξουμε. Διότι ανέκαθεν μετά το τέλος των σπουδών μας αφού γυρίσαμε για να δουλέψουμε, θέλαμε να συνδυάσουμε αυτόν τον ήχο και αυτήν την διαφορετικότητα. Να μην ξεχωρίζει, δηλαδή, η κίνηση από τον λόγο, ο λόγος από την φωνή, ο διαφορετικός τρόπος εκφοράς, να μην είναι εν τέλει αφαιρετικό το θέατρο… Καταρχήν ασχολούμαστε με το ασιατικό θέατρο. Ο Δημήτρης Παπαδόπουλος κάποια στιγμή έφερε αυτό το κείμενο, που είναι παραδοσιακό έργο και είπαμε «ωραία αυτό μπορεί να σηκώσει αυτό που θέλουμε να κάνουμε με την σύγχρονη μουσική, με τους ήχους. Μπορούμε να δουλέψουμε με ήχους». Γιατί δεν εστιάζουμε τόσο στο κείμενο και στο περιεχόμενο των λέξεων όσο στην ηχητική αυτών. Δηλαδή στην εκφορά, στην επανάληψη….
Δημήτρης Παπαδόπουλος: Σαν παρτιτούρα 
Α.Δ.: Ναι, ακόμη δηλαδή και η κίνηση ήτανε σαν μια παρτιτούρα ∙ η κίνηση γεννήθηκε πάνω σε μια παρτιτούρα. Δεν υπήρχε ένας ρεαλισμός στον λόγο, δεν μείναμε στο περιεχόμενο του λόγου, γιατί το θεωρούμε δεδομένο. Νομίζω μας έχει κουράσει αυτός όλος ο έντονος λόγος που υπάρχει γύρω μας, που ο καθένας μιλάει για διάφορα πράγματα… Είναι σαν να μην θέλουμε να ακούσουμε άλλο γι’ αυτά τα διάφορα πράγματα. Είναι και δική μας ανάγκη. Εάν μπορούσαμε να έχουμε λίγες μόνο λέξεις σε όλη την παράσταση θα ήμασταν πολύ ευχαριστημένοι (γέλια). Η μουσική και η κίνηση είναι τα κύρια και τα υπόλοιπα άλλα είναι γνωστά… Δεν έχουμε κάτι καινούργιο να πούμε νομίζω. Έχουμε φτάσει σ’ ένα σημείο ηλικιακά, προσωπικά αλλά και κοινωνικά, όπου δεν θέλουμε άλλο λόγο. Φτάνουν τα λόγια… είναι περιττά τελείως.
 
kant   Χ.Π.: Όσο αφορά το έργο;
   Α.Δ.: Το έργο γράφτηκε από τον Zeami (Motokiyo). Τα πρώτα κείμενά του βρίσκονται γύρω στον 13ο αιώνα και ήταν ο πρώτος Ιάπωνας που κατέγραψε την τεχνική του νου. Είναι ένας μύθος που στην ουσία έχει να κάνει με το Zen και την φιλοσοφία του. Στην συνέχεια το πήρε ο Yukio Mishima και του έδωσε μια πιο μοντέρνα εκδοχή χωρίς να αλλάξει τα βασικά. Εμείς κινηθήκαμε ανάμεσα στα δύο… δεν είναι ούτε του Zeami ούτε Mishima. Η παράσταση είναι μια διασκευή και έχει να κάνει με την αφύπνιση. Πότε αφυπνίζεσαι, όχι από το όνειρο, αλλά από την πραγματικότητα, από την σαπουνόφουσκα όπως λέει και το έργο, και αυτό που κάνουμε εμείς αυτήν τη στιγμή είναι μια σαπουνόφουσκα… Εγώ είμαι η σκηνοθέτης, εσύ είσαι ο δημοσιογράφος…. Αυτό θέλαμε να προσεγγίσουμε! Δεν τα καταφέραμε εκατό τοις εκατό. Ήτανε πάρα πολύ δύσκολο να προσεγγίσουμε κάτι τέτοιο. Η συνειδητοποίηση, δηλαδή, το τι σημαίνει «αφυπνίζομαι και αποστασιοποιούμαι» από όλα αυτά. Να καταλάβω ότι δεν είμαι το κέντρο του κόσμου, χωρίς αυτό να είναι αρνητικό. Γιατί ο κεντρικός ήρωας ξεκινάει θέλοντας να δώσει ένα τέλος στη ζωή του και τελικά αποφασίζει ότι θέλει να ζήσει, αφού ζει τα όνειρα κάθε μέσου ανθρώπου. Έχει μια πετυχημένη οικογένεια, μια ιδανική σύζυγο που την λέει «ομορφιά», έχει δηλαδή υπόψιν του ένα «μοντέλο», ούτε καν ένα όνομα : Η ομορφιά. 
   Δ.Π.: Είναι εντυπωσιακό αυτό.
   Α.Δ.: Μετά γίνεται ένας πάμπλουτος επιχειρηματίας και στην συνέχεια πολιτικός που καταλήγει να γίνεται δικτάτορας. Έχει την απόλυτη εξουσία, τον απόλυτο έλεγχο και στο τέλος τα διαλύει το ένα μετά το άλλο. Διαλύει όλα τα όνειρα. Στην αρχή διαλύει την οικογένειά του σκοτώνοντας το παιδί του, μετά μοιράζει την περιουσία του, έπειτα λέει ότι θέλει να κοιμηθεί… δεν τον ενδιαφέρει. Και όταν τελικά του λένε πως αφού επέλεξε να τα διαλύσει όλα πρέπει πλέον να πεθάνει, τους λέει «όχι θέλω να ζήσω» και ξυπνάει. Αυτό ήταν μια αφύπνιση. Δεν την έχουμε νιώσει ακόμη… ελπίζω στο μέλλον να συμβεί (γέλια).
 
syna4m4   Χ.Π.: Τι τον ωθούσε να καταστρέφει ό,τι φτιάχνει;
   Α.Δ.: Αυτή η αίσθηση ότι ακόμη και η «δημιουργία» είναι μια σαπουνόφουσκα. Αναζητάει την ουσία στα πράγματα και θεωρεί ότι το να ταυτιστεί με τον οικογενειάρχη, τον πατέρα, το μοντέλο και την διαιώνιση του είδους του, δεν είναι κάτι το σημαντικό. Άμα το δεις αποστασιοποιημένα δεν είναι κάτι φοβερό. Μπορεί να ακούγεται άσχημο, αλλά δεν είναι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από ένα μυρμήγκι. 
   Δ.Π.: Κάπως ανάλογα πατάμε ένα μυρμήγκι στο δρόμο και συνεχίζουμε να περπατάμε. Και εκείνο έχει δουλειά, οικογένεια… οπότε δεν είναι τόσο τρομακτικό. Αλλά από την άλλη πλευρά, είναι τρομακτικό… δεν είναι μονόπλευρο. Το σίγουρο είναι, τουλάχιστον για τον ήρωα, ότι πρέπει να και καταστρέψει γιατί μόνο μετά από ένα θάνατο, μια καταστροφή μπορείς να ξαναγεννηθείς. Δεν μπορείς δηλαδή να σου δίνονται απλόχερα τα πράγματα και να συνεχίζεις. Όταν σου δίνονται τα πράγματα κάτι τρέχει, κάτι δεν πάει καλά. Οπότε καλό είναι να τα καταστρέψει κανείς, να αρνηθεί τα πάντα μπας και βρει τον ίδιο του τον εαυτό. Να βρει ποια είναι η αληθινή του ουσία. Και το να ψάξεις τον ίδιο σου τον εαυτό είναι και αυτό μια σαπουνόφουσκα ουσιαστικά, έχουμε μπλέξει με ένα σωρό ψυχαναλυτές και όλο αυτό το σκηνικό… Καλύτερα να πεις «αχ ένα μπουκάλι! Τέλειο!»
 
kant4   Χ.Π.: Κάτι από την αρχή…
   Δ.Π.: Ναι, κάτι από την αρχή, δηλαδή όλα μας τα αντικείμενα. Έχουμε χιλιάδες αντικείμενα παντού, αλλά δεν τα ξέρουμε, δεν τα έχουμε ανακαλύψει. Είμαστε συνέχεια ή στο μέλλον ή στο παρελθόν. Στο εδώ και τώρα δεν είμαστε παρά ένα δευτερόλεπτο. Και το πιο περίεργο είναι το εξής ερώτημα: Τι είναι το "εδώ και τώρα"; Τι είναι το "παρόν"; Μέχρι πόσο διαρκεί; Δεν μπορούμε να το οριοθετήσουμε, γι’ αυτό είμαστε και όλη την ώρα ή στο μέλλον «θα κάνω κάτι», ή στο παρελθόν «τι κρίμα που έκανα εκείνο» και «έχω τύψεις για το τάδε». Αυτή είναι όλη η ουσία. Να πάψουμε όλα αυτά και να πούμε «Ωραία!».
 
   Χ.Π.: Και καμιά φορά προσπαθούμε να τρέξουμε πιο γρήγορα και από τον χρόνο και να ζήσουμε βάσει όλων αυτών των στερεοτύπων, που πιθανότατα να μας έχουν εμφυσήσει άλλοι, όπως για παράδειγμα οικογένεια, δουλειά…
   Δ.Π.: Πρέπει να έχεις εξουσία, λεφτά, γυναίκα όμορφη, οικογένεια. Να είναι όλα τέλεια, γυαλιστερά και καταπληκτικά. Κάποια στιγμή νομίζω αντιδράς. Εάν δεν αντιδράσεις, μάλλον θα αρρωστήσεις. Κάπως έτσι… ή θα κάνεις πράξεις περίεργες. Δεν θα υπάρχει κάποια ησυχία, κάποια γαλήνη, δεν θα είσαι ήρεμος.

kant5   Γιάννης Τσιαβός: Φαίνεται και στο έργο αυτό, στην αρχή που η Kiku λέει στον ήρωα: μα έχεις αυτό, έχεις το άλλο, έχεις το παρ’ άλλο, γιατί θέλεις να φύγεις από την ζωή;
   Α.Δ.: Και όταν τον ρωτάει δεν έχει κανένα λόγο να θέλει να πεθάνει, δεν είναι ούτε ερωτική απογοήτευση. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Έχει να κάνει με τον εσωτερικό θάνατο. Δηλαδή να ξεκινάει κάποιος ένα ταξίδι για να ψάξει κάτι «ανώτερο». Όπως θέλει κανείς μπορεί να ονομάσει αυτό το ανώτερο. Είναι αναπόφευκτο ότι θα φτάσεις σε κάποια στιγμή ματαιότητας, γιατί εάν δεν πιαστείς από την φιλοδοξία, εάν δεν πιαστείς από το όνειρο, την επιθυμία σου, τότε γιατί να ζήσεις; Ποιό το νόημα; Εάν δεν έχεις επιθυμίες, εάν δεν έχεις να πραγματοποιήσεις όνειρα, φτάνεις τότε σ’ αυτήν την ματαιότητα. Για να ξεπεράσεις την ματαιότητα και για να δεις την απλή αίσθηση της ύπαρξης, ότι απλά υπάρχω και αυτό είναι αρκετό, πρέπει να περάσεις όλα τα άλλα στάδια, αλλά είναι υπέροχο. Όλο αυτό το ονειρικό κομμάτι εκεί φτάνει. Είμαι εδώ υπάρχω και δεν ταυτίζομαι με τίποτα. Θέλαμε ένα έργο που να έχει να κάνει με την εποχή μας αλλά ταυτόχρονα να είναι αποστασιοποιημένο από αυτά που γίνονται….
   Δ.Π.: Να μην κρίνει κυρίως.
 
   Γ.Τ.: Είναι ενδιαφέρον πάντως που το βλέπουμε αυτό μέσα από την ματιά ενός Ιάπωνα, γιατί υπάρχει η απόλυτη σύγκρουση. Φαίνεται καθαρά στο έργο αυτή η αρρωστημένη, αλλά συνάμα ερωτική, σχέση με την τιμή και την αξιοπρέπεια και πώς αυτή συνδέεται με όλες τις υπόλοιπες έννοιες.
   Α.Δ.: Αυτό. Θέλαμε ο κόσμος να διαλογιστεί πολύ σταθερά σ’ αυτόν το ρυθμό, τον σταθερό και τον υπνωτικό. Να μπορεί να αδειάσει το κεφάλι, να καθαρίσει. Ας δούμε τα πράγματα από απόσταση. Να μην μαλώνουμε μεταξύ μας, να μην φωνάζουμε με όλα αυτά που ακούμε και συμβαίνουν αυτές τις μέρες…
   Δ.Π.: Να μην περιμένουμε, να μην απαιτούμε
 
syna4m5   Χ.Π.: Το Καντάν τι είναι; 
   Δ.Π.: Το Καντάν είναι η πόλη από την οποία το Ζen πέρασε με κάποιο τρόπο από την Ινδία στην Κίνα. Ας πούμε ότι είναι μια πόλη, ένα λιμάνι που από εκεί πρωτοβγήκε και άρχισε να διαδίδεται το Ζen. Το πώς διαδίδεται το Ζen έχει πολύ «πλάκα» διότι στην όλη υπόθεση υπάρχει ένα χιτώνιο. Όπως έχουμε τα ράσα των δικών μας παπάδων, αυτοί έχουν ένα μαξιλάρι το «Ζαφού», όπως το ονομάζουν, και το οποίο είναι και το μαξιλάρι της παράστασης. Όταν τελειώνει η ζωή σου πρέπει να έχεις ήδη φροντίσει αυτό το μαξιλάρι να βρει ένα μαθητή, ώστε να τον διδάξεις αυτά τα πράγματα με σκοπό να συνεχίσει κατά τον ίδιον τρόπο αυτός, και πάει λέγοντας. Παραδίδεις, ουσιαστικά, αυτό το "πάνθεον" και το μαξιλάρι. Οπότε το μαξιλάρι στην παράσταση, δεν είναι ένα μαξιλάρι ύπνου στο οποίο πέφτουμε και κοιμόμαστε και βλέπουμε ένα όνειρο. Είναι το μαξιλάρι του διαλογισμού. Βέβαια εμείς το χρησιμοποιούμε, όπως ο Mishima, πιο σύγχρονα, δηλαδή όποιος βάλει το κεφάλι του πάνω, βλέπει όνειρο όλα αυτά που είδαμε και εμείς να συμβαίνουν στην παράσταση. Αυτό είναι το Καντάν! (γέλια)
   Α.Δ.: Να σας ρωτήσω και εγώ κάτι, έτσι για να αντιστρέψουμε λίγο τους ρόλους. 
Η παράσταση ως υπόθεση δεν είναι κάτι άμεσα σύγχρονο. Εσάς τελικά πώς σας φάνηκε; Σας άρεσε; Σας τράβηξε το ενδιαφέρον το θέμα;
 
   Γ.Τ.: Πρώτα απ’ όλα η παράσταση είναι μια διεισδυτική μάτια σε μια άλλη κουλτούρα. Αυτό αρκεί από μόνο του για να θεωρηθεί μια παράσταση ενδιαφέρουσα. 
   Δ.Π.: Ιαπωνοτραφής; (γέλια) 

   Γ.Τ.: Ναι. (γέλια) Από εκεί και πέρα παρουσιάζονται θέματα που αφορούν τον κάθε άνθρωπο, σε όποια χώρα, σε όποιο έθνος, σ’ όποιο θρήσκευμα και εάν ανήκει.
   Χ.Π.: Εγώ από την άλλη, δεν είμαι Ιαπωνοτραφής και ήταν η πρώτη μου επαφή με τέτοιου είδους παράσταση. Παρ’ όλα αυτά, τα στοιχεία ήταν εμφανή και τα καταλάβαινες. Όπως για παράδειγμα η ελάχιστη έως και καθόλου οπτική επαφή, η μουσική και οι φωνές από πίσω, οι μάσκες… και αυτά όπως είπε προηγουμένως και ο Γιάννης «τα βρίσκουμε από ένα Ιάπωνα». Ή εσείς που είπατε για την σαπουνόφουσκα στην οποία ζούμε, όπου οι αξίες και η ηθική είναι πλέον πράγματα που πλέον αγοράζονται, χάθηκαν από τον άνθρωπο... Όλα αυτά που μας έβαλαν ως στόχους και δεν ξέρουμε πραγματικά, εάν είναι τελικά δική μας επιλογή ή κάποιον άλλων.
syna4m6   Δ.Π.: Εμάς μας γοητεύει ένας θεατής που, παρόλο που δεν κατάλαβε τίποτα, μια περίεργη αίσθηση τριγυρνάει στην ψυχή του και στην καρδιά του και δεν μπορεί να την εξηγήσει. Γιατί και εμείς δεν μπορούμε να σου μιλήσουμε για τους ρόλους μας. Δεν υπάρχουν ρόλοι, δεν υπάρχει πίσω κείμενο. Υπάρχουν μόνο αισθήσεις, οι οποίες εάν πετύχουν επί σανιδιού πετύχανε, διαφορετικά θα προσπαθήσουμε αύριο. Αυτό θέλουμε να κάνει και το κοινό. Να μην αναλύει, να μην βιάζεται και να προσπαθεί συνεχώς να αναλύει. Απλώς να ηρεμήσει και άμα το «φάει» το «έφαγε». Δεν έχουμε απαιτήσεις ρόλων, πίσω κείμενα και ερωτηματικά περί του τι θέλει να πει ο σκηνοθέτης.
   Α.Δ.: Και κυρίως αυτό που είπες, δεν απευθυνόμαστε στο μυαλό των θεατών αλλά στην αίσθηση. Μπορεί να μην καταλάβεις αλλά να αισθανθείς! 
 
   Χ.Π.: Ευχαριστούμε πολύ και να ευχηθούμε καλή συνέχεια.
   Α.Δ.: Εμείς ευχαριστούμε.
 
Χαράλαμπος Παπαστεφάνου
Γιάννης Τσιαβός

Συνεντεύξεις

Facebook Comments