Συνεντεύξεις

Γιώργος Παπαγεωργίου – Αντίνοος Αλμπάνης

willsurvive1

   Συναντήσαμε τον Γιώργο Παπαγεωργίου και τον Αντίνοο Αλμπάνη, στο θέατρο Σοφούλη, τους δύο αυτούς νέους και πολλά υποσχόμενους ηθοποιούς, λίγο πριν την έναρξη της παράστασής τους «I will survive». Μας αποκαλύψανε τα μυστικά της καταστροφής του κόσμου, καθώς είναι οι μόνοι επιζώντες στη σουρεαλιστική αυτή κωμωδία που έσπασε τα ταμεία, ενώ κουβεντιάσαμε μαζί τους, κι άλλα ενδιαφέροντα θέματα…

   Τι το διαφορετικό- ξεχωριστό έχει η παράσταση «I will survive», έτσι ώστε να την επιλέξει ο κόσμος για να την παρακολουθήσει;
   (Και οι δύο μαζί)… Δεν είναι μια αντίστοιχη κωμωδία!
   Γ.Π.: Είναι ένα νέου τύπου θέατρο, δηλαδή ένα θέατρο φτιαγμένο από νέους κατεξοχήν δημιουργούς, που λειτουργεί αντίθετα σε κάποιους συμβατικούς κανόνες. Είναι με το ένα πόδι στη θεατρική πράξη και το άλλο στην performance, με αρκετά στοιχεία αυτοσχεδιασμού. Περικλείει αρκετά είδη θεάτρου, από stand-up comedy, ψυχολογικό θέατρο, interactive,αφηγηματικό θέατρο…

   willsurvive2Πού οφείλεται η επιτυχία της, για δεύτερη συνεχή χρονιά σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη; Υπάρχει πιθανότητα να συνεχιστεί και την επόμενη θεατρική περίοδο;
   Α.Α.: Δεν μπορείς ποτέ να είσαι σίγουρος για την εξέλιξη της παράστασης, για το τι ανταπόκριση θα έχει το κοινό. Εμείς ανεβήκαμε εδώ πέρα όχι χωρίς προσδοκίες – σε καμία περίπτωση. Ήμασταν πολύ αισιόδοξοι και πολύ σίγουροι γι’ αυτό που έχουμε φτιάξει και ικανοποιημένοι για το αποτέλεσμα, αλλά τόσο πολύ μεγάλη επιτυχία δεν την περιμέναμε. Σαφέστατα ξέραμε ότι έχουμε ένα προϊόν στα χέρια μας το οποίο έχει όλα τα φόντα να πάει καλά, αλλά φάνηκε στην πορεία ότι τελικά και το κοινό ένιωσε καλά. Λειτούργησε πάρα πολύ το «από στόμα σε στόμα», κατέληξαν να έρχονται παρέες και δεκαπέντε ατόμων, για να δουν την παράσταση… Αυτή ήταν και η επιβράβευση η δική μας, ήταν αυτό που είχαμε θέσει ως στόχο εξαρχής.

   Σε ό,τι έχει να κάνει με την τρίτη χρονιά, δεν είναι κάτι το οποίο έχουμε συζητήσει ή προγραμματίσει. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι ανεβήκαμε στη Θεσσαλονίκη για να κλείσουμε αυτό το όμορφο ταξίδι που ξεκινήσαμε πέρσι.

   Πώς προέκυψε η συνεργασία σας; Υπήρξε εξαρχής δέσιμο μεταξύ σας;
   Γ.Π.: Ο χειμώνας του 2010 προβλεπόταν για εμένα και τον Αντίνοο να είναι ένας χειμώνας ανεργίας, γιατί ο καθένας είχε κάποιες δουλειές που είτε ματαιώθηκαν, είτε αναβλήθηκαν. Έτσι σκεφτήκαμε, αντί να κάτσουμε άπραγοι και αδρανείς, να κάνουμε κάτι μαζί. Εγώ απλά έριξα την ιδέα στο τραπέζι, από ‘κει και πέρα υπήρξε μια άμεση θετική ανταπόκριση από τον Αντίνοο και στη συνέχεια τον Γιάννη Σαρακατσάνη.
   Α.Α.: Δεν σκεφτήκαμε, ο Γιώργος σκέφτηκε, που είναι πιο ενεργός από εμένα σ’ αυτά και πιο θρασύς, κι εκείνος είχε την ιδέα...

   willsurvive3Συμμετέχετε και οι δύο στη συγγραφή του σεναρίου. Είναι πρώτη φορά που το επιχειρείτε; Θα σας ενδιέφερε και μελλοντικά να ασχοληθείτε με το σενάριο ή τη σκηνοθεσία;
   Γ.Π.: Εμένα δεν είναι η πρώτη μου φορά, και στα «Λιοντάρια» του Βασίλη Μαυρογεωργίου πήραμε ένα κόμικ και το κάναμε παράσταση και στη «Λυσιστράτη» του Γιάννη Κακλέα, αυτό που έκανα ήταν να βάζω κάποιες ιδέες μέσα από αυτοσχεδιασμούς. Παρ’ όλ’ αυτά, τόσο πολύ  με τη δραματουργία ασχολήθηκα τώρα στο «I will survive». Θα ήθελα να το ξανακάνω. Για εμένα ήταν πολύ αγχωτικό, αλλά ταυτόχρονα μαγικό όλο αυτό, διότι λειτουργείς αντίστροφα απ’ ό,τι στα υπόλοιπα έργα, που έχεις ένα κείμενο μπροστά σου. Δεν ξέρεις  στο τέλος, όταν παρουσιάσεις το έργο σου,  αν θα έχει το παραμικρό ενδιαφέρον για τον θεατή, γιατί δεν έχει ξαναδοκιμαστεί. Λέγαμε για πλάκα ότι είναι κάτι σαν «παγκόσμια πρώτη» (γέλια)
   Α.Α.: Εγώ ζορίστηκα πολύ με αυτόν τον ρόλο. Δεν είναι μια διαδικασία η οποία με ευχαριστεί, παρ’ όλο που είναι εξαιρετικά δημιουργική. Δεν ξέρω αν θα το ξανάκανα. Θα έπρεπε οι συντελεστές – συνεργάτες μου να είναι της απολύτου εμπιστοσύνης μου. Να είναι οι συνθήκες, όπως ήταν και με το «I will survive».

   Η παράσταση περιέχει στοιχεία stand up a comedy. Αυτό είναι περισσότερο ή λιγότερο απαιτητικό σε σχέση με την πρόζα;
   Α.Α.: Φυσικά και είναι πιο απαιτητικό, γιατί στην πρόζα, στο κείμενο το γραπτό έχεις πολλά μαξιλαράκια να ακουμπήσεις, υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας, δεν είσαι στον αέρα. Στο stand-up comedy οφείλεις να αυτοσχεδιάσεις, να κάνες διάλογο με το κοινό, ο οποίος αφενός θα  έχει ενδιαφέρον, αφετέρου θα είναι μέσα στο πλαίσιο της δραματουργίας και θα κρατάει και τον ρυθμό σε τέτοιο σημείο που να βγαίνει και γέλιο.

   Μέσα στην παράσταση χρησιμοποιείτε τη Βάνα Μπάρμπα ως σύμβολο της δεκαετίας του ’90  για το τέλος μιας εποχής... Γιατί αυτή κι όχι κάποιον άλλο;
   Γ.Π.: Η Βάνα προέκυψε εντελώς ντανταϊστικά. Σε έναν αυτοσχεδιασμό απλά δοκιμάζαμε ένα κείμενο το οποίο θα είχε να κάνει με τις δέκα πιθανές θεωρίες καταστροφής του κόσμου. Ο σκηνοθέτης ζήτησε να βάλουμε εννιά επιστημονικές θεωρίες και μία σουρεαλιστική. Και ξαφνικά ήρθε το όνομα της Βάνας Μπάρμπα. Το είχα προτείνει εγώ και στη συνέχεια το εξελίξαμε όλοι μαζί. Πρώτα ειπώθηκε έτσι, σε έναν αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα, ότι η Βάνα Μπάρμπα θα καταστρέψει  τον κόσμο ή μάλλον μια θεωρία με το κωδικό όνομα «Βάνα Μπάρμπα»,  και στη συνέχεια μπήκε και η όλη ιδέα του σήριαλ με έναν από τους ήρωες να είναι ερωτευμένος με τη Βάνα.
   Α.Α.: Να προσθέσω ότι και η ίδια η Βάνα Μπάρμπα σαν προσωπικότητα έχει πολύ ζουμί για να μπορέσεις να αναπτύξεις πάνω της πράγματα και να βγάλεις υλικό για την παράσταση. Γιατί, κακά τα ψέματα, και η ίδια είναι ένα σύμβολο μιας ολόκληρης δεκαετίας και μιας γυναίκας ιδιαιτέρως δυναμικής, που μέσα στο πλαίσιο του σουρεαλισμού θα μπορούσε να έχει καταστρέψει τον κόσμο ως το απόλυτο θηλυκό.

   willsurvive5Τέλος μιας εποχής συμβαίνει και κάθε φορά που εμβληματικές προσωπικότητες του καλλιτεχνικού ή πνευματικού χώρου φεύγουν από τη ζωή. Τι αντίκτυπο έχει κάτι τέτοιο στη ζωή μας και τον πολιτισμό μας;
   Γ.Π.: Πραγματικά σε μια εποχή που οικονομικά γινόμαστε όλο και πιο ασθενείς νομίζω ότι η απουσία τέτοιων ανθρώπων μας κάνει ακόμα πιο φτωχούς. Και φέτος ήταν η χρόνια που ξαφνικά έφυγαν πάρα πολλοί σημαντικοί άνθρωποι. Ο Θ. Αγγελόπουλος, ο Δ. Μητροπάνος, πέρσι ο Παπάζογλου, ο Ρασούλης ... Αισθάνεσαι ότι είναι άνθρωποι που δεν είναι απλώς μεγάλοι καλλιτέχνες, αλλά Μεγάλοι (με Μ κεφαλαίο), άνθρωποι που συνολικά με την προσωπικότητα τους επηρέασαν την πολιτιστική ταυτότητα της χώρας. Αντιλαμβάνεσαι σιγά σιγά ότι αυτοί οι άνθρωποι φεύγουν, αλλά δεν θέλω να φανώ μίζερος και απαισιόδοξος, γιατί υπάρχουν και τώρα νέοι άνθρωποι, ικανότατοι που θα κάνουν πράγματα και θα μείνουν και στην ιστορία. Απλώς αισθάνομαι ότι αυτό είναι το μαγικό με αυτή τη δουλειά, ότι με κάποιον τρόπο σε κάνει αθάνατο. Αυτοί οι σημαντικοί καλλιτέχνες έχουν αφήσει πίσω τους σπουδαίο έργο με το οποίο πάντα θα μένουν ζωντανοί. Αλλά, είμαι πολύ κατά σε αυτό που κάνουν οι εταιρείες και οι άνθρωποι που διαχειρίζονται τα πνευματικά δικαιώματα αυτών των ανθρώπων…

   Τελικά, έτσι όπως είναι η κατάσταση σήμερα, θα καταφέρουμε να «επιζήσουμε»;
   Α.Α.: Αυτό νομίζω ότι είναι στην προσωπική ευχέρεια του καθενός, στο χέρι μας είναι να παλέψουμε για να επιζήσουμε. Νομίζω ότι είναι καθαρά θέμα στάσης ζωής και οπτικής. Αν θέλουμε να βλέπουμε τα πράγματα αισιόδοξα, θα παλεύουμε προς αυτήν την κατεύθυνση. Αν είμαστε μοιρολάτρες και ηττοπαθείς, θα αποδεχτούμε την καταστροφή ή την ύφεση. Αυτές οι γενικεύσεις του «αν θα επιζήσουμε ή όχι» νομίζω ότι είναι στο πλαίσιο της λογοτεχνίας. Μόνο εκεί μπορούμε να τα μελετήσουμε και όχι στην πράξη. Αν με ρωτάς για την οικονομική κατάσταση, εγώ μπορώ να σου πω ως προσωπικό βίωμα ότι είχα τον παππού μου στη Χούντα και ήταν δώδεκα αδέρφια και τρώγανε λεμονόκουπες για να επιζήσουνε. Και επέζησαν και οι δώδεκα. Δεν μπορώ να σκεφτώ για ποιον λόγο αυτοί οι άνθρωποι ήταν πιο ικανοί ή πιο πεισματάρηδες από ‘μας… Εντάξει, μπορεί για παράδειγμα να μην έχουμε i-phone, αλλά ελπίζω ότι θα ‘χουμε αέρα να ανασαίνουμε. Με αυτήν τη λογική, ναι, θα επιζήσουμε.

   Άρα ποια είναι η στάση ζωής σας σε κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο;
   Α.Α.: Δεν επιτρέπουμε από κανέναν να ορίζει τη ζωή μας και την επιβίωσή μας. Όλοι μπορεί να νομίζουν ότι μπορούν να αποφασίζουν για μας, αλλά στο τέλος της μέρας είναι στην προσωπική ευχέρεια του καθενός να πάρει τη ζωή του στα χέρια του και να παλέψει προς την κατεύθυνση που εκείνος επιθυμεί.

   willsurvive6Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει στη ζωή σας η φιλία και ο έρωτας;
   Γ.Π.: Εγώ βάζω τη φιλία πάνω από τον έρωτα. Για μένα είναι μεγάλο αγαθό στη ζωή μου η φιλία και μια ιδέα που προσπαθώ να μην την προδίδω μέσα μου. Αλλά δεν μπορείς και χωρίς τον έρωτα, ο κυνισμός σε αυτό το κομμάτι έχει κι αυτός τα όριά του. Απλώς είμαι τώρα σε μια φάση της ζωής μου  που, όχι πως θεωρώ ότι πια χωρίς τους φίλους μου δεν αντέχω, αλλά έχω την αίσθηση ότι στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής  μου πάντα με κάποιον τρόπο βοηθήθηκα από φίλους με τη γενικότερη έννοια. Θα μπορούσε και μια ερωτική σύντροφος να γίνει φίλη σου. Όταν βρίσκομαι σε δύσκολες καταστάσεις, η φιλία με βοηθάει, ακόμη κι αν μια ερωτική σύντροφος γίνει φίλη μου για λίγο σε εκείνο το διάστημα. Ο έρωτας από μόνος του εμένα προσωπικά δεν είναι ικανός να με ηρεμήσει, πιο πολύ με μπερδεύει.
   Α.Α.: Η φιλία και ο έρωτας παίζουν μεγάλο και σημαντικό ρόλο. Συμφωνώ κι εγώ ότι ίσως η φιλία να είναι λίγο πιο σημαντική από τον έρωτα, δεδομένου ότι η φιλία δεν εμπεριέχει ιδιοτέλεια. Αλλά δεν μπορώ να φανταστώ και τη ζωή μου χωρίς έρωτα.

   Και οι δύο έχετε δουλέψει σε όλους τους χώρους του θεάματος (τηλεόραση, θέατρο, κινηματογράφος). Ποια είναι η γνώμη σας για τον καθένα;
   Α.Α.: Η δουλειά μας είναι να παίζουμε θέατρο, αυτό σπουδάσαμε. Η υποκριτική δεν έχει μεγάλη διαφορά αν την κάνεις μπροστά στην κάμερα ή στο κοινό ή στο πανί. Την ίδια δουλειά κάνεις. Αυτό που αλλάζει στις τρεις αυτές κατηγορίες είναι το μέσο που χρησιμοποιείς για να πεις την ιστορία σου. Θα’ λεγα πάντως ότι μου αρέσει πιο πολύ το σινεμά, αλλά είναι και αφελές να ονειρεύομαι ότι θα κάνω σινεμά στην Ελλάδα. Πηγαίνω προς αυτήν την κατεύθυνση, όσο μπορώ, και θέλω να είμαι σε παραγωγές που να μ’ αρέσουν και να είναι αξιοπρεπείς ,αλλά δεν μπορώ να ζω σε μια ουτοπία και να περιμένω ότι θα ζω από αυτή τη δουλειά. Γι’ αυτό τον λόγο κάνουμε παράλληλα και θέατρο και τηλεόραση –όταν υπήρχε.
   Γ.Π.:  Εγώ κυρίως με το θέατρο έχω ασχοληθεί, ήταν και μία θέληση δική μου τελειώνοντας τη σχολή Εθνικού να «αντρωθώ» μέσα από το θέατρο στη δουλειά. Για μένα είναι το απόλυτο τεστ η ζωντανή επαφή με τον κόσμο. Από κει και πέρα ήταν μια πάρα πολύ γοητευτική διαδικασία η ενασχόλησή μου με το σινεμά και είχα αρχίσει να μπαίνω μέσα στους κώδικες που έχει. Στην Ελλάδα, όπως είπε κι ο Αντίνοος, έχεις πολύ λίγες ευκαιρίες να κάνεις ταινίες, καθώς πλέον και για τα  σήριαλ ισχύει το ίδιο. Δεν μπορείς να το ευχαριστηθείς παρά μόνο αν έχεις έναν πολύ μεγάλο ρόλο και έχεις σαράντα μέρες γύρισμα για παράδειγμα. Είναι λίγο σπορ πολυτελείας ο κινηματογράφος στην Ελλάδα και για τους σκηνοθέτες και για τους ηθοποιούς. Παρόλο αυτά βλέπουμε ότι βγαίνουν και πολύ καλές ταινίες που ανεβάζουν το επίπεδο, όπως ο «Άδικος  Κόσμος»  και «Το Ταγκό των Χριστουγέννων» που έπαιξε κι ο Αντίνοος. Πήγαμε στην πρεμιέρα της τελευταίας και αισθάνθηκα ότι βρίσκομαι σε ένα παράλληλο σύμπαν, γιατί, ενώ η χώρα καταρρέει, η ταινία είχε ένα budget,μία αισθητική και μια αντιμετώπιση καθαρά ευρωπαϊκή. Αλλά το έχει αυτό η τέχνη, σε περιόδους δύσκολες ξαφνικά έβγαιναν διαμάντια.

   willsurvive8Ζηλεύετε καθόλου παραγωγές του εξωτερικού, είτε θεατρικές είτε κινηματογραφικές; Θα σας ενδιέφερε να κυνηγήσετε μια καριέρα στο εξωτερικό;
(γέλια)
   Γ.Π.: Προφανώς έχω ζηλέψει πάρα πολλές δουλειές από έξω, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είμαι τυφλά λάτρης των ξένων δημιουργών απλώς επειδή είναι κάτι φερμένο απ’ έξω. Αυτό είναι αίσθημα κατωτερότητας. Έχω δει πάρα πολύ θέατρο στο εξωτερικό, στο Βερολίνο, στο Λονδίνο, έχουμε δει πολύ καλό θέατρο και στο Φεστιβάλ Αθηνών με ξένες παραγωγές… Έχω αρχίσει να αποκτώ πια ένα κριτήριο και να καταλαβαίνω ποια πράγματα δεν τα συναντώ στην Ελλάδα και ποια συναντώ. Το έμψυχο, λοιπόν, δυναμικό το συναντάς στην Ελλάδα. Υπάρχουν πάρα πολύ καλοί ηθοποιοί και σκηνοθέτες, κάποιοι από αυτούς και με σοβαρό επαγγελματισμό. Αυτό που δεν υπάρχει εδώ είναι σωστή διαχείριση budget και το κομμάτι της αισθητικής. Σε αυτό υστερούμε λίγο, αλλά φτιάχνεται κι αυτό σιγά σιγά.

   Από τις πιο ωραίες παραστάσεις που έχω δει στη ζωή μου ήταν τα «Σονέτα» του Bob Wilson στο  Berliner Ensemble και η επίσης γερμανική παράσταση, ο «Hamlet at the Schaubühne» του Thomas Ostermeier. Αυτό μ’ αρέσει στο γερμανικό θέατρο, ότι είναι πρωτοπόροι και τολμούν να προτείνουν μία θεατρική αντίληψη.
   A.A.: Έχω ζηλέψει δουλειές του εξωτερικού, αλλά όχι περισσότερο από ό,τι έχω ζηλέψει δουλειές ελληνικές.  Αυτό αυτομάτως με κάνει να νιώθω ότι δεν υστερούμε σε κάτι. Επίσης, το να κυνηγήσω καριέρα στο εξωτερικό μου φαίνεται αφελές. Για εμένα το κύριο εργαλείο είναι η γλώσσα μου και πρέπει να την ξέρω τη γλώσσα, να τη νιώθω, να τη μιλάω και να την καταλαβαίνω σε κάθε φθόγγο της.

   Κλείνοντας, πόσο σημαντική είναι για σας η δημοσιότητα; Θα ήσασταν ικανοποιημένοι ακόμη κι αν παίζατε σε μικρές σκηνές  μόνο και μόνο για να κάνετε αυτό που αγαπάτε;
   Α.Α.: Κυρίως σε μικρές σκηνές έχω παίξει, με χαμηλές και σφιχτές παραγωγές και το ότι έκανα τηλεόραση ή και σινεμά και μπορούσα να επιβιώνω μου έδινε αυτή την πολυτέλεια , να μην επιδιώκω  να είμαι σε παραγωγές αμιγώς εμπορικές οι οποίες δε θα ‘χουν κάτι να μου πουν ή να με ευχαριστούν στην ψυχή μου. Οπότε η δημοσιότητα για μένα δεν παίζει μεγάλο ρόλο.
   Γ.Π.: Εγώ αισθάνομαι ότι οποιοδήποτε είδους «σταριλίκι» δε με αφορά. Είναι για μένα πολύ πιο ουσιαστικό όταν θα έρθει κάποιος στο θέατρο και θα σε δει έξω στον δρόμο και θα σου μιλήσει για την παράσταση που είδε. Είναι και η επαφή του άλλου διαφορετική και πιο ειλικρινής, είναι πιο άνθρωπος. Αντίθετα η τηλεόραση ειδωλοποιεί, άρα μπορείς να δεις ακραίες συμπεριφορές μετά κι αυτό δεν έχει κάποια βάση, σβήνει πάρα πολύ γρήγορα και εύκολα.

Θεοδώρα Δραγκίογλου
Μανώλης Αδαμίδης
willsurvive4

Συνεντεύξεις