Συνεντεύξεις

Απόστολος Καραούλης (Συγγραφέας)

   Απόφοιτος της Πολυτεχνικής σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, συνεχίζει σε διδακτορικό επίπεδο τις σπουδές του στη Βιοκλιματική Αρχιτεκτονική, ζει και εργάζεται μεταξύ Αθήνας- Θεσσαλονίκης και δηλώνει «εραστής της τέχνης». Επιδιώκει την αποδοχή και την επιτυχία, αλλά θεωρεί μεγαλύτερη ανάγκη του, την επικοινωνία, για να ανακαλύψει αν οι προσωπικές του ανησυχίες αφορούν και άλλους. Φιλικός και ευγενικός, μας μίλησε για την ιστορία πίσω από την παράσταση «Θα’ ρθεις;», τονίζοντας την  ευγνωμοσύνη του, απέναντί στους ανθρώπους που τον αγκάλιασαν σ’ αυτή την πρώτη προσπάθεια του.

   pol1Εξασκείτε το επάγγελμα του αρχιτέκτονα από το 1998, η συγγραφή πώς προέκυψε στη ζωή σας;
   Από καιρό έγραφα σκέψεις σε διάφορα ημερολόγια…έγραφα είτε σκέψεις, τύπου δίστιχα - τρίστιχα, είτε μικρά κείμενα. Και το συγκεκριμένο έργο που είδατε, ήταν κείμενα που είχαν γραφτεί σε διάφορες φάσεις, σε μεγάλο χρονικό διάστημα. Φαίνεται άλλωστε από το κείμενο, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που έχουν μια κανονική θεατρική ή μυθιστορηματική συγγραφή. Δεν βλέπουμε την εξέλιξη των χαρακτήρων με τις αφορμές, τις ζήλιες, τις αγάπες τους. Είναι διαφορετικές χρονικά στιγμές, που βλέπουμε απλά τις αντιδράσεις τους. Φυσικά, όταν έγινε ένα ενιαίο κείμενο, υπήρξαν διορθώσεις, προσθήκες, αφαιρέσεις για να μπορέσει να έχει και μια ενότητα. Αλλά ήταν κομμάτια που έγραφα κατά καιρούς, είτε βιωματικά είτε από ιστορίες φίλων. Πολλοί από τους φίλους μου, που το είδαν, αναγνώρισαν δικές τους στιγμές.

   Και οι θεατές αναγνωρίζουν στοιχεία από κάποια σχέση τους.
  Τελικά, είναι ένα κείμενο που δείχνει απλά πράγματα. Πράγματα που κάνουμε κάθε μέρα και στο οποίο χρησιμοποιήθηκαν κάποια στοιχεία, όπως η ζήλια για να εξελιχθεί η πλοκή. Δεν βλέπουμε γεγονότα απιστίας, αλλά τον τρόπο που ο καθένας βρίσκει αφορμές σε σχέση με τις μνήμες του για να πατήσει πάνω σ’ αυτό. Δηλαδή, η κοπέλα της παράστασης όταν λέει «ακούω φωνές», σημαίνει ότι έχω το παρελθόν μου και συνεπώς, αυτό με οδηγεί.

   Λέει, ότι «γνωρίζει και την κατάληξη».
   Ναι, μας το λέει από την αρχή κιόλας. Ο άντρας, είναι ένας άνθρωπος που στην αρχή δεν θέλει να μιλάει, είναι κλειστός…ανοίγεται, ανοίγεται ώσπου τελικά όλο αυτό τον φοβίζει και ξανακλείνεται…βλέπουμε τις αντιδράσεις του…και ίσως γι’ αυτό βρίσκει ο καθένας κάτι να ταυτιστεί, γιατί  βλέπει τις απλές, καθημερινές αντιδράσεις. Δεν βλέπουμε την αιτία, την αφορμή, βλέπουμε την αντίδραση και πως την επικοινωνούν. Πως αντιδρά ο άλλος απέναντι σ’ αυτό, πως δέχεται το λόγο μας, πως τον φιλτράρει και πως μας το ανταποδίδει…Ίσως γι’ αυτό όλοι κάτι να βρίσκουν…Ευτυχώς, βρίσκουν όλοι κάποια κομμάτια μόνο και όχι όλη την υπόθεση γιατί αλλιώς εγώ, όλοι οι γνωστοί μου και όσοι με πλησίαζαν θα ήμασταν τουλάχιστον σχιζοφρενικοί. Είναι η διαστροφή του «κλεισίματος» που μας πιάνει, είτε με το πραγματικό κλείσιμο της εσωστρέφειας, είτε με την ανακάλεση παλιών μνημών, τις οποίες χρησιμοποιούμε ως ενοχές, προβολές και αιτίες για να διαλύσουμε μια σχέση.

   Είναι αυτό που είπατε πριν, ότι μπορεί να μας φοβίζει όλο αυτό.
   Και η γυναίκα και ο άντρας στο έργο έχουν μνήμες. Γι’ αυτό, και κάποια στιγμή σ’ αυτό που είναι σαν μπαρ πίσω από τη σκηνή, ο καθένας κάνει μια αυτοεξομολόγηση. Εκεί, χρησιμοποιούν και οι δύο τις ίδιες λέξεις με διαφορετικό τρόπο και δείχνουν ότι στην ουσία όλοι, γυναίκες και άντρες, τις ίδιες φοβίες έχουμε, απλά το επικοινωνούμε με διαφορετικό τρόπο. Και αυτή, νομίζω ότι είναι και η βασική ουσία του έργου. Το να μπορέσουμε να βρούμε έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας. Δηλαδή, πριν αναπτύξουμε οποιεσδήποτε ποιότητες συναισθημάτων θα πρέπει να έχουμε βρει έναν κοινό κώδικα. Δεν χρειάζεται ούτε ο άντρας ούτε η γυναίκα να καταλάβει απόλυτα τον άλλο, απλά να μπορέσουμε να συμφωνήσουμε σε κάποια πράγματα.

   pol2Αυτό όμως, προϋποθέτει να χρησιμοποιήσεις τη λογική σου και στον έρωτα δεν χωράει λογική.
   Όχι, και στο συναίσθημα και στον έρωτα μπορείς να βάλεις την παράμετρο ότι ούτε μπορώ, ούτε θέλω να αλλάξω κάποιον αλλά ούτε και να τον καταλάβω. Αν τον καταλάβω δεν έχει και κανένα μυστήριο…θα βαρεθώ, θα φύγω. Είναι ωραίο να ανακαλύπτεις τον άλλο, αρκεί να τον εμπιστεύεσαι. Ίσως, τελικά ο κοινός κώδικας να είναι η αμοιβαία εμπιστοσύνη. Και η γυναίκα ήταν παρούσα στη σχέση και ο άντρας ήταν παρών στη σχέση, αλλά το κακό timing, η κακή επικοινωνία, τους έκανε κάπου να χαθούν. Βέβαια, με το τέλος που δίνουμε ο καθένας δίνει τη δική του λύση. Άλλοι φεύγοντας μου λένε «τι κρίμα, γιατί να τους χωρίσεις» και άλλοι μου λένε «μπράβο, που τους ένωσες». Ο καθένας ανάλογα με τα βιώματα του. Αν και στην ουσία, έχουμε δύο τέλη. Το ένα το αφηγούμαστε ολοκληρωμένα,  στο άλλο δίνουμε μία υπόνοια. Όσοι από τους φίλους μου για παράδειγμα, είναι πιο ανοιχτοί τους ένωσαν, οι πιο εσωστρεφείς και κλειστοί τους χώρισαν.

   Γιατί αποφασίσατε η πρώτη σας απόπειρα να γίνει με μια ερωτική ιστορία;
   Ο έρωτας είναι θέμα διαχρονικό. Είναι κάτι στο οποίο μου έβγαινε πιο εύκολα το πρόβλημα της επικοινωνίας, που και σήμερα πιστεύω ότι αυτό είναι το θέμα μας, η κακή επικοινωνία. Δεχόμαστε τόση πληροφορία από όλα τα μέσα, που ούτε έχουμε το χρόνο αλλά ούτε μπορούμε να τη φιλτράρουμε και τελικά δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε. Ο καθένας μιλάει για τον εαυτό του, δεν ακούει τον άλλο, δεν ενδιαφέρεται και δεν δίνει το χρόνο να ακούσει τον άλλο. Και αυτό, φαίνεται πολύ εύκολα και στην καθημερινότητα μας, στον τρόπο που συζητάμε αλλά και πολύ πιο έντονα φαίνεται στον τρόπο που συζητάει ο πολιτικός κόσμος, κυρίως στην τηλεόραση. Δηλαδή, κανείς δεν ολοκληρώνει μια πρόταση, δεν προλαβαίνει να αναπτύξει ένα επιχείρημα. Αντί λοιπόν, να προσπαθήσω να το κάνω μ’ ένα πολιτικό έργο –το έχουν κάνει άλλοι πιο καταξιωμένοι ανά τους αιώνες συγγραφείς, καλύτερα από εμένα - βρήκα έναν πιο βατό τρόπο για μένα. Νομίζω ότι, αν μπορέσουμε να εστιάσουμε στον άνθρωπο, θα μπορέσουμε και οι ίδιοι να επικοινωνήσουμε με τον εαυτό μας, με το σύντροφο μας και ίσως τότε να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε και με το φίλο μας, το συνεργάτη μας, τον πολιτικό μας…δεν ξέρω βέβαια, αν μπορούμε ακόμα να επικοινωνήσουμε μ’ αυτούς, ίσως πρέπει να βρούμε καινούργιους. Η επικοινωνία πάντως, είναι ένα θέμα που μ’ αφορά και με προβληματίζει πάρα πολύ. Και τα επόμενα κείμενα, που έχω γράψει, ασχολούνται με το θέμα αυτό.

   Και αυτά είναι διάσπαρτες σκέψεις;
   Όχι. Κανα-δυο κείμενα, που ήδη υπάρχουν, είναι πιο ολοκληρωμένα. Είναι δηλαδή μια ιστορία κανονική, μια πλοκή με αρχή – μέση – τέλος, με ανάλυση χαρακτήρων. Αλλά και πάλι, το θέμα είναι κατά πόσο μπορούμε να επικοινωνήσουμε. Είναι κάτι, το οποίο θα ήθελα να το λύσω, τουλάχιστον για μένα. Δεν ξέρω κατά πόσο αφορά τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά εγώ θέλω να το λύσω…ίσως να έχω εγώ το πρόβλημα (γέλια). Δεν γίνεται μια μέρα να ξυπνήσω και να πω θα γράψω γι’ αυτό αν δεν το έχω βιώσει, αν δεν έχω άποψη.
pol3
   Η συνεργασία με την κα. Πέμη Ζούνη, πώς προέκυψε;
   Η κα. Ζούνη, ήταν καθηγήτρια μου σ’ ένα εργαστήρι στη δραματική σχολή του Βασίλη Διαμαντόπουλου, εδώ στη Θεσσαλονίκη. Δεν ήταν ακριβώς ηθοποιίας, ενηλίκων το λένε. Όχι ότι οι υπόλοιποι φοιτητές τους είναι ανήλικοι, αλλά εννοώντας ότι είναι ένα ερασιτεχνικό εργαστήρι για ανθρώπους – επαγγελματίες, που έχουν άλλη δουλειά, έχουν σταδιοδρομήσει ίσως ή φοιτούν σε κάποια άλλη σχολή και θέλουν να έχουν μια επαφή με το θέατρο, μια γνωριμία. Από εκεί τη γνώρισα και είχα μια πάρα πολύ καλή σχέση μαζί της. Σαν καθηγήτρια ήταν καταπληκτική και είναι ένας άνθρωπος που θέλει πάρα πολύ να βοηθάει τους νέους ανθρώπους και τους νέους δημιουργούς. Δεν θα μπορούσα παρά να εμπιστευτώ πρώτα σ’ εκείνη τα οποιαδήποτε κείμενα μου. Επειδή, ζω μεταξύ Αθήνας- Θεσσαλονίκης, κουβαλούσα αρκετό καιρό αυτά τα κείμενα πάνω μου. Δεν ήξερα αν πρέπει να τα δώσω ή όχι. Η κα. Ζούνη, ήταν βουλευτής εκείνη την περίοδο και επειδή εγώ συνήθιζα να πηγαίνω για καφέ κοντά στο πολιτικό της γραφείο, είχα πει ότι αν τη δω, θα της τα δώσω. Αλλιώς δεν είναι γραφτό. Δηλαδή, δεν ήξερα καν αν ήθελα να τα δώσω. Της τα έδωσα, τα διάβασε, της άρεσαν, θέλησε να βοηθήσει και θεώρησε ότι είναι κάτι το οποίο μπορεί να βγει προς τα έξω.

   Πότε έγινε η πρώτη παρουσίαση του κειμένου;
   Τον Οκτώβρη του 2010, της έδωσα τα κείμενα και λόγω φόρτου εργασίας τα διάβασε ύστερα από κάποιους μήνες. Το 2011 βρεθήκαμε, είχε κάποιες ενστάσεις, έκανε κάποιες διορθώσεις- φυσικά- αλλά ήθελε να το κάνουμε. Η βοήθεια της, ήταν απλόχερη. Δεν αμείφτηκε γι’ αυτό, δεν ήθελε να αποδείξει κάτι. Θέλησε να εκτεθεί και την ευχαριστώ πάρα πολύ γι’ αυτό το λόγο. Και όχι μόνο την κα. Ζούνη αλλά και όλους τους άλλους συντελεστές. Η κα. Μαραγκουδάκη, είναι μια από τις πιο καταξιωμένες διευθύντριες φωτογραφίας στην Ελλάδα…δεν έχουμε άλλωστε πολλούς, ίσως 3-4 σ’ αυτό το επίπεδο και θέλησε κι εκείνη να βοηθήσει. Όπως, και η κα. Κορρού, από τις πάρα πολύ καλές χορογράφους με πολλές, αξιόλογες συνεργασίες και η κα. Κοντοδήμα, μια εξαίρετη ενδυματολόγος, που έχει κάνει δουλειές όπως, το «Δέκα» του Καραγάτση, το «Νησί»…

   pol5Άρα, είστε ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα
   Ναι, νομίζω ότι είναι μια άρτια, μια προσεγμένη δουλειά…δεν έχει κάτι πρόχειρο.

   Συνήθως, οι σκηνοθέτες έχουν διαφορετική οπτική σε σχέση με τους δημιουργούς των κειμένων. Υπάρχουν κάποιες σκηνές, οι οποίες θα προτιμούσατε να αποδοθούν διαφορετικά;
   Όχι. Κατ’ αρχάς, βοήθησε το γεγονός ότι ήμουν παρών σε όλες τις πρόβες. Υπήρξαν και τροποποιήσεις, προσθήκες, αφαιρέσεις. Υπήρχε όμως, ένας βασικός άξονας, μια δομή από κείμενα, τα οποία δεν αφαιρέθηκαν ποτέ και αυτά δημιουργήθηκαν βήμα προς βήμα. Η κα. Ζούνη, κατάλαβε τι ήθελα να κάνω. Στην αρχή είχα όντως αγωνία, από τις πρώτες πρόβες όμως αφέθηκα. Δηλαδή, είχα την αγωνία του αν θα καταλάβει, αν θα πάει το έργο εκεί που θέλω, αλλά δεν υπήρξε χώρος για αμφιβολία. Είναι μια καταπληκτική σκηνοθέτις, εκτός από πολύ καλή ηθοποιός και καθηγήτρια. Κατάλαβε ακριβώς τι θέλω και το ανέδειξε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αλλά και οι υπόλοιποι συντελεστές έκαναν πολύ καλή δουλειά.

   Δεν σκεφτήκατε να υποδυθείτε εσείς τον αντρικό ρόλο;
   Όχι, γιατί δεν είμαι επαγγελματίας ηθοποιός…γρατζουνιστήκαμε λιγάκι στο εργαστήρι αυτό, ανεβήκαμε στο σανίδι, κάναμε το χαβαλέ μας… αλλά ξέρω μέχρι που μπορώ να πατήσω και τι να κάνω. Και νομίζω ότι δεν θα μπορούσα να το αποδώσω καλύτερα από τον Αποστόλη (Κρίτσα) και τη Μαρία (Καμένου).

   Οπότε, σας ενδιαφέρει κυρίως η συγγραφή.
   Ναι, η συγγραφή και η σκηνογραφία είναι τα βασικά ενδιαφέροντα μου. Λόγω επαγγέλματος το δεύτερο, λόγω διαστροφής το πρώτο.

pol6   Θεωρείτε δηλαδή, τη γραφή κειμένων ανάγκη ή ακόμα πειραματίζεστε για να ανακαλύψετε τι είναι αυτό που σας αρέσει;
   Είναι ανάγκη, ασχέτως από το πόσο καιρό μετά θα παρουσιαστεί κάτι δικό μου, συνεχίζω να γράφω, είτε ολοκληρωμένες δουλειές, όπως αυτή, είτε βοηθώντας σε άλλες δουλειές. Υπάρχει πάντως, η ανάγκη για δημιουργία.  Αν τώρα, θα εξελιχθεί σε κάτι πιο σταθερό και μόνιμο, δεν ξέρω. Μας οδηγεί το μεράκι της ζωής…

   Όταν κάτι γίνεται ερασιτεχνικά, είναι και πιο αγαπημένο;
   Μακάρι να μείνω ερασιτέχνης…η λέξη σημαίνει «εραστής της τέχνης». Να αγαπώ τη δουλειά μου, όσο μπορεί να αγαπήσει ένας εραστής και να την κάνω όσο το δυνατόν καλύτερα.

   Ο τίτλος της παράστασης :«Θα’ ρθεις;», αποτελεί πρόσκληση ή παράκληση;
   Είναι κανονικό προσκλητήριο, όχι παράκληση. Δηλαδή, θα έρθεις σ’ αυτό που είναι να ζήσουμε; Θα ανοιχτείς; Θα μ’ ακολουθήσεις; Είναι αμφίδρομη η ερώτηση, σημαίνει ότι θα πορευτούμε κάπου παρέα. Υπάρχει πάντα η πρόθεση… θα έρθεις και όπου πάμε. Πάντα πρόσκληση κάνουμε κι άλλοτε περνάμε καλά κι άλλοτε όχι.

   Θέλετε να προσθέσετε κάτι στο τέλος για την παράσταση, για τους συντελεστές;
   Το μόνο που θέλω να πω, είναι ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους τους συντελεστές αλλά και στα δύο παιδιά, τον Αποστόλη Κρίτσα και τη Μαρία Καμένου, γιατί αγκάλιασαν αυτή τη δουλειά με πάρα πολύ αγάπη και νομίζω φαίνεται αυτό και στη σκηνή.

Σοφία Μαρτιγοπούλου
pol4

Συνεντεύξεις

Facebook Comments