Συνεντεύξεις

Γιώργος Αρμένης

Συνέντευξη με έναν ηθοποιό - σκηνοθέτη - διδάσκαλο,
μα πάνω απ' όλα άνθρωπο.

armenis1   Πρόσφατα αποφάσισα να γράψω για τη βραβευμένη ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Όλα είναι δρόμος». Ένιωθα ότι κάτι λείπει. Οδηγούμενη από τη συναισθηματική φόρτιση που μου προκάλεσε το τρίτο ειδικά μέρος του έργου, το λεγόμενο «Βιετνάμ», αποφάσισα να απευθυνθώ στον ίδιο τον πρωταγωνιστή του, Γιώργο Αρμένη, προκειμένου να αποσπάσω μια πιο προσωπική αντίληψη για το διάσημο ρόλο του «Μάκη Τσετσένογλου». Παρά τα στενά όρια της χρονικής διαθεσιμότητας του, ο κύριος Αρμένης έδωσε τη δική του απαραίτητη σκοπιά με τις απαντήσεις του, πράγμα για το οποίο τον ευχαριστώ προσωπικά αλλά και εκ μέρος του περιοδικού.

   Ο Γιώργος Αρμένης γεννήθηκε στα Ιωάννινα, τα οποία άφησε τη δεκαετία του ’60 για έρθει στην Αθήνα και να σπουδάσει υποκριτική. Το 1967 μπήκε στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης Κάρολου Κουν, έχοντας ένα σπουδαίο δάσκαλο στο πλευρό του, τον οποίο εγκωμιάζει μέχρι σήμερα. «Ξαναγεννήθηκα, ήμουν τυφλός και βρήκα το φως μου», αναφέρει για τα χρόνια της μάθησης πλάι στον Κουν, αποδεικνύοντας πως αποτέλεσε μεγάλη επιρροή για αυτόν, όχι μόνο σε επίπεδο ηθοποιού αλλά και σε επίπεδο ανθρώπου.

armenis3   Ο δάσκαλός του, έχει πει για εκείνον: «Ο Γιώργος Αρμένης είναι μια πολύμορφη ιδιοφυΐα, γνήσιος και λαμπερός σε όλες του τις εκδηλώσεις. Είναι προικισμένος με μία εκρηκτική φαντασία που ξεπηδά από την πραγματικότητα και την αλήθεια. Σπάνιος ηθοποιός, με ευρύτερες και ποικίλες προοπτικές στο θεατρικό χώρο. Ξεκίνησε με λίγα ακαδημαϊκά εφόδια αλλά χάρη στον αυθορμητισμό του, το ένστικτο και το πάθος του γι’ αληθινή γνώση, καθώς κι από προβληματισμούς από πλούσιες ζωικές εμπειρίες, κατάφερε να φτάσει σε ζηλευτά αποτελέσματα σ’ όλες του τις εκδηλώσεις. Σήμερα έχει κάτι να πει και ξέρει να το πει». Αναμφίβολα μεγάλα λόγια από μια μεγάλη προσωπικότητα του θεάτρου.

armenis5   Στο βιογραφικό του σημείωμα εντοπίζουμε πολλαπλές επιτυχίες. Έχει υπογράψει θεατρικά έργα όπως «Πρόβα», «Το σόι», «Βασικά με λεν Θανάση», «Τέσσερα πρόσωπα και ο Θεός απ' έξω» κ.ά., τηλεοπτικά έργα («Μέσα από το πλήθος», «Ζητώ γνωριμία», «Μικρές διαδρομές» κ.ά.) και έχει σκηνοθετήσει άλλα τόσα, ενδεικτικά αναφέρω τα «Κύκλωπας» του Ευριπίδη, «Πλούτος» του Αριστοφάνη, «Έρωτας και αναρχία» της Λίνας Βερτμίλερ, «Αχ, αυτά τα φαντάσματα» του Ε. Ντε Φίλιππο, «Ταυτότητα» του Α. Γιαλαμά, «Εσωτερικές φωνές» επίσης του Ε. Ντε Φίλιππο κ.ά.. Παρόλ' αυτά, διέπεται από μια διακριτικότητα που αποπνέει καλλιτεχνική ποιότητα εκλίπουσα στις μέρες μας.

   Για την υποκριτική εκφράζεται με σεβασμό. Διαχωρίζει σε φάσεις άγνοιας και συνείδησης τη σχέση του μαζί της. «Πρώτον δεν την ήξερα, τώρα την γνώρισα και είμαι μαγεμένος» σημειώνει, συνδέοντας την ηθοποιία με μια κατάσταση μαγικών συναισθημάτων, φανερώνοντας πως η ιδιότητα του ηθοποιού εξακολουθεί να τον συγκινεί με ενθουσιασμό, παρά το πέρασμα των χρόνων.

   Για εκείνον είναι εντελώς διαφορετικό το να θέλει να γίνει κάποιος «γνωστός» από το να επιθυμεί να γίνει «ηθοποιός». Στο πρόσωπο ενός αυθεντικού ηθοποιού, αναγνωρίζει το ήθος, τη σκιά, τη σεμνότητα, την ταπεινότητα, την εργατικότητα και τέλος τη φαντασία. Αναμφίβολα, πρόκειται για ένα κράμα ιδιοτήτων που δύσκολα βρίσκουμε στην κοινωνία του σήμερα.

armenis2

armenis7   Περνώντας τώρα στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Όλα είναι δρόμος» και το ρόλο που του χάρισε το βραβείο καλύτερης ερμηνείας Α’ ανδρικού ρόλου στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, διαπιστώνω από τα λεγόμενά του πως πρόκειται για μια ιδιαίτερη ανάμνηση. Χαρακτηρίζοντας τον Παντελή Βούλγαρη ως «τον πιο γλυκό άνθρωπο – σκηνοθέτη», περιγράφει το «Βιετνάμ» μέσα από τα δικά του μάτια: «Ο Παντελής είναι ένα περιβόλι, μου άνοιξε την πόρτα και μπήκα στον κόσμο του Μάκη Τσετσένογλου. Ο Μάκης Τσετσένογλου είναι υπερβατικός ήρωας. Όταν κάτι δεν του «κάθεται», δεν του «πάει», το καίει, το σπάει, του βάζει φωτιά και δεν λογαριάζει τίποτα». Όσο για το τι πιστεύει πως συμβολίζει για τον ήρωα το «Βιετνάμ» όταν το γκρεμίζει, απαντά πως «είναι το σύμβολο όλης του της ζωή, που είναι ένα τσιγάρο που δεν το γουστάρει και όμως το φουμάρει (στ. Άκη Πάνου)».

   Την τελευταία –λυτρωτική για το Μάκη Τσετσένογλου- σκηνή του έργου, ο Γιώργος Αρμένης την περιγράφει με λεκτικές εικόνες: «Χορέψαμε, γκρεμίσαμε, βάλαμε φωτιά και αναληφθήκαμε στους ουρανούς».

   Όταν τον ρώτησα πόσο δύσκολη ήταν για τον ίδιο η υποστήριξη ενός τόσο συναισθηματικά φορτισμένου ρόλου, μου απάντησε, «φορτισμένος έτσι και αλλιώς είμαι σε όλη μου τη ζωή. Τον Μάκη Τσετσένογλου τον αγάπησα, τον πίστεψα και έγινε ένα μικρό ή μεγάλο θαύμα». Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, το θαύμα είναι θαύμα, ειδικά όταν ένας ρόλος ζωντανεύει σε τέτοιο βαθμό, ώστε κοντεύει να γίνει υπαρκτό πρόσωπο, χάρη στην καταλυτική ερμηνεία του ηθοποιού.

armenis4
   Σήμερα θα τον βρείτε να διευθύνει την Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης  "Νέο Ελληνικό Θέατρο" Γιώργου Αρμένη, μεταδίδοντας στους εραστές της υποκριτικής τη γνώση και τα εφόδια ενός αληθινού ηθοποιού. «Γνώμονάς μου στα χρόνια που έχω το θέατρο πάντα ήταν η Αλήθεια στη ζωή και στη σκηνή όλα τ’ άλλα έπονται». Προειδοποιεί μάλιστα τους νέους ότι οι παγίδες είναι πολλές και οι υποσχέσεις μεγάλες. «Γεμίζουν ψευτοδιαβεβαιώσεις τα νέα παιδιά, για γρήγορη αναγνώριση. Η σπουδή στο θέατρο, όμως, είναι ίσως από τις πιο δύσκολες». Ο Γιώργος Αρμένης συμπληρώνει παραπάνω από 40 έτη παρουσίας στο θέατρο, βάζοντας το προσωπικό του στίγμα στην ελληνική τέχνη και τον πολιτισμό.
  
   Κλείνοντας αυτό το αφιέρωμα, δεν μένει παρά να τον ευχαριστήσω ιδιαίτερα για την κουβέντα μας, αλλά και για το σεβασμό που επιδεικνύει στην ιδιότητα του διδασκάλου, βρίσκοντας πάντα χώρο και χρόνο να προσφέρει απαντήσεις.

Βασιλική Φατούρου

armenis6

Συνεντεύξεις

Facebook Comments