Άρθρα

loogoo

Quentin Tarantino

 

tarantinobanner

4   Μιλάει γρήγορα, κινείται πολύ, γελάει δυνατά και με άνεση και ενθουσιασμό δηλώνει ότι δημιουργεί ταινίες για τον εαυτό του, καλώντας απλά τον κόσμο να τις παρακολουθήσει. Γνωρίζει ότι, υπηρετώντας το «απενοχοποιημένο» σινεμά, προκαλεί αντιδράσεις, αλλά αγαπάει τους χαρακτήρες του υποκόσμου, στους οποίους δίνει πνοή με πρωταγωνιστές ξεχασμένους στην προηγούμενη δεκαετία, όπως: John Travolta («Pulp Fiction», 1994), Pam Grier («Jackie Brown», 1997) και David Carradine («Kill Bill», 2003 και 2004). Χρησιμοποιεί την κουλτούρα των κόμικς, τολμηρούς διαλόγους και πολύ αίμα, θέτοντας έτσι νέους κανόνες στη δημιουργία ταινιών. Καταλήγει μ’ αυτόν τον τρόπο, να «στέκεται στo σταυροδρόμι του Hollywood, όπου το ένοχο γέλιο και η σαδιστική βία συναντιούνται», όπως χαρακτηριστικά δηλώνει γι’ αυτόν η συγγραφέας Clancy Sigal, ενώ ο «διεστραμμένος» τρόπος γραφής του, η κυνικότητα και ο σαρκασμός αναγνωρίζονται, τιμάται με βραβεία και αντιμετωπίζεται ως νεωτεριστής.
 
   Ας πάρουμε όμως, τα πράγματα από την αρχή…


   Σαν σενάριο αμερικάνικης ταινίας, η Connie (15 ετών), η οποία ήθελε να απομακρυνθεί από την αλκοολική μητέρα της, γνώρισε τον Tony (21 ετών), παντρεύτηκαν και μετακόμισαν στο Νόξβιλ του Τενεσί. Ο ηθοποιός (σε ιδιότητα) και επιπόλαιος (σε χαρακτήρα) Tony, έπειτα από περίπου 3 μήνες έγγαμου βίου εγκατέλειψε την εγκυμονούσα Connie, αγνοώντας την κατάσταση της. Η δυναμική όμως Connie, αποφασίζει να κρατήσει μόνη της το παιδί, χωρίς να ζητήσει βοήθεια από κανέναν. Ούτε καν από την οικογένεια της. Δουλεύει ως εκπαιδευόμενη νοσοκόμα 16 ώρες την ημέρα, ενώ τα βράδια της τα περνάει μόνη μπροστά στην τηλεόραση. Κάπου εκεί, στις 27 Μαρτίου του 1963, εμφανίζεται ο «πρωταγωνιστής» της ζωής της, Quentin Jerome Tarantino. Με ιταλικές ρίζες από τον πατέρα του Tony Tarantino και ιρλανδικές- ινδιάνικες από τη μητέρα του Connie McHugh, δείχνει μεγαλώνοντας να ξέρει με τι θέλει να ασχοληθεί στη ζωή του. Μετακομίζοντας λοιπόν, με τη μητέρα του στο Λος Άντζελες, ζει τη μαγεία του σινεμά από νεαρή ηλικία και στα δεκαέξι αποφασίζει να σταματήσει το σχολείο και να γραφτεί σε σχολή υποκριτικής. Παράλληλα, απασχολείται ως ελεγκτής εισιτηρίων σε κινηματογράφο για ενήλικες, δουλειά όμως που γρήγορα βαριέται. Βρίσκει κάτι πιο αντιπροσωπευτικό, όταν εργάζεται στο βίντεο κλαμπ : «Video Archives», και παρακολουθεί με μανία ταινίες παγκόσμιου κινηματογράφου. Εμπνέεται από παρεξηγημένα είδη του σινεμά, όπως : ασιατικές ταινίες πολεμικών τεχνών, γκανγκστερικές περιπέτειες, κινούμενα σχέδια και σπαγγέτι γουέστερν και ασχολείται με τη συγγραφή σεναρίων.
 

   Στην αρχή της καλλιτεχνικής του καριέρας, εμπλουτίζει την ανύπαρκτη επαγγελματική εμπειρία στο βιογραφικό του, με συμμετοχή σε ταινίες, που είτε ήξερε ότι δεν θα τις παρακολουθούσε κανείς, είτε είχε ένα ρόλο κάποιος που του έμοιαζε. Καταφέρνει έτσι, να εμφανιστεί ως ένας από τους σωσίες του Elvis Presley, σε ένα επεισόδιο της επιτυχημένης τηλεοπτικής σειράς «The Golden Girls» (1988). Η αγάπη του όμως, για την υποκριτική δεν αποκτά συμπαραστάτες, ενώ η ουσιαστική αποδοχή του από κοινό και παραγωγούς έγινε, όταν ως σεναριογράφος και σκηνοθέτης μετέφερε στο “πανί” τις ιστορίες δράσης, που είχε στο μυαλό του. Τις μικρές «pulp fiction» ιστορίες, που περιλαμβάνονταν σε περιοδικά, πραγματεύονταν  βίαια θέματα και ήταν οικονομικά προσιτές στο μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού, λόγω του φτηνού πολτού που χρησιμοποιούνταν για τη δημιουργία τους.
 
   Πρώτη του ταινία, η ερασιτεχνική, ασπρόμαυρη και ημιτελής, αφού κάηκε το υλικό της μισής ταινίας, «My Best Friend’s Birthday» (1985-1986), όπου υπογράφει το σενάριο μαζί με τον Craig Hamann, αναλαμβάνει τη σκηνοθεσία και εμφανίζεται ως ηθοποιός. Ένα χρόνο αργότερα, ετοιμάζει το σενάριο της ταινίας «True Romance», το οποίο σκηνοθετείται το 1993 από τον Tony Scott, ενώ η ιδιαιτερότητα του αναγνωρίζεται το 1992, όταν δηλαδή γράφει και σκηνοθετεί το «Reservoir Dogs». Έπειτα, αίσθηση προκαλούν το «Pulp Fiction» (1994), το «From Dusk Till Dawn» (1996), όπου συμπρωταγωνιστεί με τον George Clooney, και το «Jackie Brown» (1997), που εν μέρει αμφισβητήθηκε. Απτόητος, ετοιμάζει το  «Kill Bill», το οποίο λόγω της μεγάλης του διάρκειας χωρίζεται σε δύο ταινίες, ενώ παράλληλα, συμμετέχει ως guest σεναριογράφος και σκηνοθέτης σε ταινίες, όπως το: «Four Rooms» (1995), το «Sin City» (2005) και το «Grindhouse» (2007), καθώς και σε τηλεοπτικές σειρές, όπως: «ER» (1995), «Jimmy Kimmel Live!» (2004) και «CSI: Crime Scene Investigation» (2005). Η τελευταία του ταινία, ήταν το 2009 το ανορθόγραφο, μα πολύ επιτυχημένο, «Inglourious Basterds».
 
   Όταν κάποτε τον ρώτησαν αν πήγε σε σχολή σκηνοθεσίας, αυτός απάντησε:
 
«Όχι, αλλά πήγα να δω ταινίες».
 
   Με κινηματογραφικά τεχνάσματα, με μουσική επένδυση, που παραπέμπει σε άλλες εποχές, και με αφηγηματική περιπλοκή, καταφέρνει να αποκτήσει το δικό του κοινό παγκοσμίως. Θεατές, που γνωρίζουν μέσα από την ιδιαίτερη ματιά του Tarantino, αδίστακτους εκτελεστές και γίνονται μάρτυρες ανεκδιήγητων σκηνών βίας, τις οποίες όμως ο ίδιος θεωρεί αστείες. Άλλωστε, και αυτός με τις ίδιες εικόνες μεγάλωσε και όπως λέει:
 
«Σίγουρα το "Kill Bill" είναι µια βίαιη ταινία. Αλλά πάνω απ’ όλα είναι µια ταινία του Tarantino. Δεν πας να δεις µια συναυλία των Metallica, ζητώντας τους να χαµηλώσουν την ένταση…»
 
7   Οι πολέμιοι του, προβληματίζονται για το αν έχει κάτι να πει ή αν απλά επαναλαμβάνει αυτά που έχει δει, καθώς τον κατηγορούν για την κλοπή όχι μόνο στοιχείων αλλά ολόκληρων σκηνών από ταινίες του παρελθόντος. Ο ίδιος, κολακευμένος ακόμη και από την αρνητική κριτική που του ασκείται, παραδέχεται ότι «κλέβει» ως φόρο τιμής, προς όλα τα αγαπημένα του κινηματογραφικά είδη. Δημιουργεί στις ταινίες του, πανομοιότυπες σκηνές με ταινίες όπως : «Game of Death» (1978), «Samurai Fiction» (1998), «Lady Snowblood» (1973), «City of The Living Dead» (1980), «The Mercenary» (1968), «Fists of Fury» (1972) και πολλές άλλες, ενώ ανακυκλώνει σκηνές και φράσεις ακόμα και μεταξύ των ταινιών του.  
 
   Ειδικότερα, σε πολλές ταινίες του, τα γεγονότα δεν ακολουθούν χρονολογική σειρά και γι’ αυτόν το λόγο παρεμβάλλονται τίτλοι με ονόματα και ημερομηνίες που εξηγούν στο θεατή τι παρακολουθεί. Οι πρωταγωνίστριες του, είναι δυναμικές, έξυπνες και ετοιμοπόλεμες, ενώ δεν δείχνουν έλεος και τάσσονται ενάντια σε όσους τις κυνηγούν. Το αίμα ρέει άφθονο, γίνεται επίδειξη όπλων και πολεμικών δεξιοτήτων, με αναφορές στη μαφία και την εγκληματική συμπεριφορά ανθρώπων του υποκόσμου. Χρησιμοποιεί κωδικά ονόματα όπως: Mr. White («Reservoir Dogs»), Pumpkin («Pulp Fiction»), Black Mamba («Kill Bill»), ενώ το όνομα της «Νύφης» στο «Kill Bill I», δεν ακούγεται ποτέ.
 
   Παρά την «επικίνδυνα» ωμή και βίαιη οπτική του, απέναντι σε θέματα επίλυσης διαφορών, ο ίδιος δεν εμφανίζει συμπεριφορά έντονης παραβατικότητας. Αναφέρει ωστόσο με ευκολία, ότι εξέτισε τρεις φορές ποινή λίγων ημερών, έπειτα από πολλές κλήσεις που χρεώθηκε, για την οδική του συμπεριφορά. Δεν πλήρωνε τις κλήσεις, δεν εμφανιζόταν στις δίκες και  με εγγυήσεις που άγγιζαν τα 3000 δολάρια, δεν κατόρθωσε η πολιτεία της Αμερικής να τον συνετίσει, αλλά μόνο να τον τιμωρήσει. Αστειευόμενος θυμάται, ότι το διάστημα που εκκρεμούσαν δικαστικά ζητήματα εναντίον του,  οδηγούσε ήρεμα και με ασφαλή τρόπο.
 
   Πρωτοπόρος ή μιμητής, κυνικός ή προκλητικός, υπερεκτιμημένος ή μη, έχει αναμφισβήτητα αφήσει τη σφραγίδα του στην ιστορία του κινηματογράφου και όπως έχει δηλώσει και ο Brad Pitt : «Το σκηνικό είναι η Εκκλησία, ο Ταραντίνο ο Θεός, το σενάριο είναι η Βίβλος και… οι αιρετικοί απαγορεύονται».
 
Σοφία Μαρτιγοπούλου
 
9

Άρθρα

Facebook Comments