The Wo(Man) In Me

loogoo

Ταξίδια Από Χαρτί

 
taksXart4   Ένα παλιό ξύλινο τραπέζι κάτω από το μεγάλο κιόσκι. Ο χρόνος έχει αφήσει τα ίχνη του πάνω στις ξεφτισμένες γωνιές του. Το ίδιο και ο καιρός. Τα ξύλινα ποδάρια του δείχνουν γερασμένα και θαμπά. Παραμένει, ωστόσο, το αγαπημένο του τραπέζι. Αυτό που χρησιμοποιεί μονάχα σε ειδικές περιπτώσεις. Και ώρες. Τις ώρες αυτές τις περασμένες, τις παράτολμες και συγχρόνως άτολμες, τις ανεπιτήδευτες και συγχρόνως επιτηδευμένες, τις ευαίσθητες μα και εξαιρετικά αναίσθητες. Τις ακίνητες, τις σταματημένες.

   Πήρε θέση εμπρός του. Το άγγιξε. Χάιδεψε με τα χέρια του το τραχύ ξύλο.
 
   “Ένα καλό τρίψιμο και έπειτα το σκουρόχρωμο βερνίκι θα γιατρέψουν την πληγωμένη του επιφάνεια”, ψιθύρισε, ενώ λίγα δευτερόλεπτα αργότερα μια αναπάντεχη σύγκριση... Μια ενδόμυχη, γεμάτη πόνο, επιθυμία... “Τι κι αν αυτό αρκούσε για τις ψυχές. Ένα καλό τρίψιμο, που θα λείαινε τη φθαρμένη επιφάνεια, θα λούστραρε εκείνα τα σημάδια που προδίδουν τα μαρτύρια. Μετά το βερνίκι και η ψυχή θα έμοιαζε καινούρια. Αναγεννημένη.”
 
   Όρθιος, ακόμη μπροστά στο τραπέζι, αντιλήφθηκε πως η σκέψη είχει αρχίσει πάλι τα τερτίπια της. Και τι δεν θα έδινε για να την κάνει να πάψει. Ήταν φορές που ευχόταν να μπορούσε να σταματήσει το χείμαρρο που ξεπηδούσε από το ατίθασο μυαλό του. Με όποιο τρόπο... Με όποιο τίμημα...
 
   Κάθισε απότομα στο παγκάκι και τέντωσε τα χέρια του, πλεγμένα το ένα στο άλλο, σε μια προσπάθεια να τα ξεμουδιάσει. Έπιασε το σωρό από τα λευκά χαρτιά, που καρτερικά ανέμεναν δίπλα του. Πήρε το μολύβι του. Πάντα μολύβι. Ποτέ στυλό. Θέλει να μπορεί να σβήνει. Αυτή η υποτυπώδης εξουσία τον γοητεύει και παράλληλα τον εξιτάρει. Ό,τι δεν του αρέσει το σβήνει δίχως δεύτερη σκέψη. Μισεί τις πρόχειρες μουτζούρες επάνω στο χαρτί. Ανέκαθεν του θύμιζαν ανθρώπους, που όσο επιπόλαια έφτιαχναν τα λάθη τους επάνω στους άλλους, με μεγαλύτερη επιπολαιότητα και εκνευριστική προχειρότητα προσπαθούσαν να τα εξαλείψουν. Ίσα να έχουν ήσυχο το εγώ τους. Να μπορούν να κοιμούνται ήρεμα τη νύχτα και να ξημερώνουν ολόφρεσκοι και αγνοί την επόμενη μέρα. Κι αν δε γνώρισε τέτοιους ανθρώπους...
 
   Κοίταξε το ρολόι του και το αναθεματισμένο έδειξε 5. Ακόμη... Ανυπομονεί να δει τον ήλιο να ξεπροβάλλει. Ακόμη και την εποχή που το μυαλό του ήταν αισθητά νεότερο σε σχέση με0 τώρα, την ανατολή προτιμούσε. Θεωρούσε τα ηλιοβασιλέματα υπερεκτιμημένα. Η ανατολή θα σημάνει πάλι την αρχή. Το νέο ξεκίνημα. Το φως μετά το σκοτάδι. Το νέο προορισμό... Ένα ακόμη ταξίδι. Ποιο ταξίδι; Αφού αυτός από τη θέση του δεν κουνάει παρά μόνο για να καλύψει τις βασικές του ανάγκες. Κι όμως ταξιδεύει... Με ένα δικό του παράξενο τρόπο, τέτοιο, που του επιτρέπει να κάνει ταξίδια χωρίς να χρειάζεται να μπει σε αεροπλάνο, σε τρένο, σε πλοίο.
 
   Τα αστέρια άρχισαν διαδοχικά να χάνονται. Ο ουρανός πήρε ν’ αλλάζει χρώμα. Αυτό χρειαζόταν. Μια ανεπαίσθητη υποψία φωτός ήταν ό,τι έπρεπε εκείνη τη στιγμή. Ό,τι ακριβώς αναζητούσε. Φως...Για να βγει από το σκοτάδι του... Να βρεθεί στο ταξίδι του.
 
taksXarta
   “Από ευτυχία ήσουνα πλημμυρισμένη. Φούσκωνε η ψυχή σου από λαχτάρα κάθε που ήτανε να συναντηθούμε. Δεν χωρούσε η ψυχή σου στο σώμα σου, μου έλεγες. Νόμιζες μια μέρα θα εκραγεί από την τόση χαρά και θα εγκαταλείψει το κορμί για πάντα. Κι εγώ σου έλεγα πως αν ποτέ το σκάσει, θα είναι επειδή είναι πολύ μεγάλη για να είναι εγκλωβισμένη στο μικροσκοπικό κορμί σου. Το κορμί σου, ίδιο με το θάνατο. Πώς μπορούσα να ξέρω πώς μοιάζει ο θάνατος; Μάλλον έτσι σκεφτόμουν το δικό μου φευγιό από τη ζωή. Μεθυστικό και γλυκό. Κάθε φορά που το άγγιζα, βρισκόμουν μετέωρος, χαμένος. Ζούσα και πέθαινα την ίδια στιγμή. Αχ αυτός ο λαιμός σου... Κατάλευκος και απαλός. Τον νιώθω στις άκρες των δαχτύλων μου. Ναι, αυτά τα τραχιά, σκληρά δάχτυλα δεν ταίριαζαν καθόλου στην απαλή του αίσθηση. Έχω τη γεύση του στα στεγνά χείλη μου. Η δροσερή μυρωδιά του νομίζω και τώρα ακόμη θα μου σπάσει τη μύτη. Θυμάμαι πώς έγερνες το κεφάλι σου μόλις τον άγγιζα. Αυτή η μικρή κλίση που του έδινες τον έκανε ακόμη πιο θελκτικό. Μου γεννούσε άγρια συναισθήματα. Αν είχα τη δύναμη νομίζω πως ήμουν ικανός να τον φάω. Και έκλεινες τα μάτια σου. Δεν ήθελα να τα κλείνεις. Αυτό που έβλεπα μέσα τους με είχε φυλακίσει από την πρώτη φορά που τα κοίταξα. Έκρυβαν μια αντάρα και μια θλίψη μαζί. Ποτέ δεν έμαθα τι τα είχε κάνει να βλέπουν έτσι. Δεν σε ρώτησα. Δεν μου είπες. Κι ύστερα γινόσουν δική μου. Μόνο δική μου. Έσμιγαν τα σώματά μας με τόση δύναμη, τόση βιασύνη. Θέλαμε να ξεφύγουμε από το χρόνο. Λες και μας κυνηγούσε. Μετά ξάπλωνες, πάντα απέναντι. Ποτέ πλάι μου. Κι εγώ θαύμαζα τη γυναικεία σου φύση. Λες και είχες ξεπηδήσει από παλιό πίνακα έμοιαζες. Μισοτυλιγμένη στο σεντόνι με τα σκούρα σου μαλλιά να πέφτουν άτακτα επάνω στα στήθη σου. Σαν να ήθελαν να τα κρύψουν. Ερχόμουν αργά προς το μέρος σου, έκλεινα στην παλάμη μου τον καστανό χείμαρρο που ορμούσε από τη μία πλευρά και τον έριχνα στην πλάτη σου. Ανάθεμά με. Αν ήξερα να πιάνω πινέλο θα σε ζωγράφιζα εκείνη τη στιγμή. Μόνο δική μου... Μοναδική μου... Απ’το χρόνο πιο αργοί σταθήκαμε τελικά. Είχες δίκιο για την ψυχή σου. Ήθελε να ξεπηδήσει από το κορμί σου και τα κατάφερε. Θυμάμαι, ήταν μερά καλοκαιριού. Καθόμασταν στη βεράντα και μου κρατούσες το χέρι σφιχτά. Σαν να φοβόσουν. Εγώ φοβόμουν περισσότερο. Για μέρες, σε έβλεπα να φεύγεις. Έβλεπα την ψυχή σου να φεύγει. Σε πρόδιδαν τα ταραγμένα σου βλέμματα, οι άγαρμπες κινήσεις του κορμιού σου. Πονούσες; Δεν μου είπες. Στο κορμί ή στην ψυχή, πονούσες; Έγειρες το κεφάλι σου πάνω στα πόδια μου. Με το χέρι σου, ακόμη έσφιγγες το δικό μου, μόνο που τώρα ένιωθα το σφίξιμο να χαλαρώνει. Σήκωσες το άλλο και άγγιξες το μάγουλο μου. Με κοίταξες με εκείνα τα μάτια τα θλιμμένα και μετά τα έκλεισες. Έτσι απλά τα έκλεισες. Αφού το ήξερες πως δεν ήθελα να κλείνεις τα μάτια σου. Δεν ήθελα. Το χέρι σου άφησε το δικό μου. Η ψυχή άφησε το κορμί. Εσύ άφησες εμένα. Εδώ. Να κοιτώ τον ουρανό στο σήμερα και να ταξιδεύω για πάντα στο χθες, επάνω σε χαρτιά ανάκατα και να σε γράφω, να σε σβήνω, να ξαναγράφω... Να ζω. Μόνο σε παρακαλώ να μου υποσχεθείς κάτι... Πως δεν θα αλλάξεις ουρανό. Στον ίδιο να’ μαστε. Εσύ από πάνω, εγώ από κάτω. Να’ χω λόγο να ξαγρυπνώ και να ταξιδεύω."
 
   Άφησε κάτω το μολύβι. Σηκώθηκε από το τραπέζι. Έκανε μερικά βήματα και κοίταξε τον ουρανό του. Ένιωθε κουρασμένος.
 
Έλλη Λινάρδου

The Wo(Man) In Me