The Wo(Man) In Me

loogoo

Τα Μάτια Στην Ψυχή Σου

189784571766649694 9mYMi62A c

   Αυτή η θάλασσα τους τραβούσε πάντα σαν μαγνήτης. Ήταν το καταφύγιό τους κάθε φορά που ήθελαν να νιώσουν αποκομμένοι από τη μίζερη και απαράλλαχτη καθημερινότητα του υπόλοιπου κόσμου. Του υπόλοιπου…ναι. Για εκείνους υπήρχαν ανέκαθεν δύο κόσμοι. Ο δικός τους και ο…υπόλοιπος - ο πρώτος πάντα εύθυμος και αξιοζήλευτος και ο δεύτερος εκνευριστικά προβληματικός και δυσπρόσιτος με ορισμένες ελάχιστες εξαιρέσεις.     
 
   Είχε ξημερώσει Κυριακή και ο Πέτρος περίμενε με ανυπομονησία την Ηλέκτρα έξω από το σπίτι της - μια μικρή μονοκατοικία στην άκρη της πόλης με ένα λιλιπούτειο καταπράσινο κήπο, που, παρά τις δυσκολίες, η Ηλέκτρα κατάφερνε να τον διατηρεί υπέροχο και λουλουδιαστό. Την είδε να βγαίνει από την πόρτα και του φάνηκε πιο όμορφη από ποτέ. Οι πυρόξανθες μακριές της μπούκλες μπλέχτηκαν με τις ακτίνες του ήλιου και άρχισαν να παιχνιδίζουν λαμπυρίζοντας.   Όσο και αν είχε προσπαθήσει, ο Πέτρος δεν είχε καμιά αντίσταση στο χαμόγελό της. Έτρεξε προς το μέρος της και έκλεισε το χέρι της στο δικό του. Τα αγαπούσε αυτά τα χέρια, τα απαλά,  με τα ολόισια μακριά δάχτυλα. Ήταν ο τρόπος της να τον αντιλαμβάνεται, να τον νιώθει, αυτόν, το πρόσωπό του. Την οδήγησε στο αυτοκίνητο, της άνοιξε την πόρτα και φρόντισε ώστε να βολευτεί και να είναι άνετη. Πάντα τη φρόντιζε και ας του έλεγαν κάποιοι ότι δεν πρέπει να χαραμίσει τη ζωή του μαζί της. Είχε ορκιστεί στον εαυτό του να τη φροντίζει ό,τι και αν συνέβαινε, όποιες και αν ήταν οι δυσκολίες.      
 
   Ξεκίνησαν για τον αγαπημένο τους προορισμό, τη θάλασσά τους, που τους περίμενε στωικά, μια βδομάδα τώρα. Κάθε Κυριακή τους περίμενε, άλλοτε φουρτουνιασμένη και άγρια και άλλοτε γαλήνια και θελκτική. Πάντα όμως απέραντη. Γι' αυτό την αγαπούσαν. Γι' αυτό εκείνη τους καλούσε, γιατί η απεραντοσύνη της, τους θύμιζε την απεραντοσύνη της αγάπης τους, του άθραυστου δεσμού τους.      
 
   Τους πήρε μία ώρα περίπου μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους. Ο Πέτρος έσβησε τη μηχανή και με γρήγορες κινήσεις βρέθηκε στην άλλη πλευρά για να ανοίξει την πόρτα της Ηλέκτρας. Της έπιασε το χέρι και την οδήγησε έξω από το αυτοκίνητο. Το κλείδωσε και γυρίζοντας προς το μέρος της την κοίταξε στα μάτια, ανάσανε την ψυχή της και της χαμογέλασε.
 
   Πέταξαν όπως-όπως τα παπούτσια τους και ένιωσαν τα δάχτυλά τους να βυθίζονται στην άμμο…Ήταν κρύα αυτή τη φορά, αλλά η αίσθηση παρέμενε ηδονική…Πόση γαλήνη χωρούσε σε εκείνη τη στιγμή άραγε; Με τα χέρια ενωμένα άρχισαν να περπατούν κατά μήκος της παραλίας αφήνοντας τα αποτυπώματά τους στην άμμο. Δύο ζευγάρια πόδια πλάι πλάι να αφήνουν το στίγμα τους λέγοντας με το δικό τους παράξενο τρόπο ότι αυτή η παραλία τους ανήκει. Μιλούσαν, γελούσαν, έτρεχαν… Έφτιαχναν τις στιγμές τους. Η Ηλέκτρα τον ακολουθούσε πιστά. Τον εμπιστευόταν. Αφηνόταν να την παρασύρει όπου εκείνος ήθελε. Όταν μετά από λίγο κουράστηκαν, κάθισαν στην άμμο - όπως συνήθιζαν να κάνουν - και αγκαλιασμένοι έριξαν το βλέμμα τους στη θάλασσα. 
 
- Είναι όμορφη σήμερα η θάλασσα;, ρώτησε η Ηλέκτρα.
- Σήμερα η θάλασσα σου μοιάζει, της απάντησε εκείνος. Είναι τόσο όμορφη και ποθητή. Τα νερά της έχουν σκουρύνει ελαφρώς και τώρα το χρώμα τους είναι ίδιο με το σπάνιο πράσινο χρώμα των ματιών σου. Είναι ήρεμη η θάλασσά μας σήμερα.     
 
   Έμειναν ώρες έτσι. Αγκαλιασμένοι, πότε σιωπηλοί και πότε μιλώνατς και γελώντας με πάθος. Είχε σουρουπώσει πια. Έπρεπε να γυρίσουν πίσω, να αφήσουν τη μοναδικότητα του δικού τους κόσμου και να επιστρέψουν στην πραγματικότητα του υπόλοιπου. Λϊγο πριν σηκωθούν, ο Πέτρος έσκυψε στο αυτί της Ηλέκτρας και της ψιθύρισε τα λόγια του. Κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο, κάθε φορά η ίδια υπόσχεση.
 
- Κι αν εσύ δεν μπορείς να δεις, πάντα εγώ θα είμαι τα μάτια στην ψυχή σου και πάντα εσύ θα βρίσκεις τα χνάρια μου στην άμμο… 
 
Έλλη Λινάρδου 
Για τα στηρίγματά μας, όποια κι είναι αυτά...  

The Wo(Man) In Me