The Wo(Man) In Me

loogoo

Σελίδες... Ημερολογίου

selides
 
31 Δεκεμβρίου 2012, Ώρα 23.00
 
   Μία ώρα απόμεινε. Μία ώρα αρρωστημένης πλήξης και ανίας και ασυγκράτητου θυμού και αυτές οι ανόητες γιορτές θα έχουν πια τελειώσει. Αργοσβήνει και το τζάκι απέναντί μου, αλλά αυτή τη στιγμή μου μοιάζει ακατόρθωτο να συρθώ μέχρι εκεί για να σκαλίσω τα κούτσουρα. Αυτά τα ενοχλητικά γέλια, που ούτε οι τοίχοι δεν μπορούν να συγκρατήσουν, από τα διπλανά διαμερίσματα, φουντώνουν την οργή μου ολοένα και περισσότερο. Ηλίθιοι άνθρωποι. Γεμίζουν τα μπαλκόνια τους λαμπιόνια και θαρρούν πως έτσι θα κοροϊδέψουν το σκοτάδι της ζωής τους. Θα το καμουφλάρουν. Αλλά και αυτό είναι κομμάτι του τρίπτυχού τους. Δέντρο - φωτάκια - αγάπη. Αυτό είναι. Θα στολίσω το χριστουγεννιάτικο δέντρο μου, θα ανάψω και εκατό φωτάκια ή και παραπάνω και ευλαβικά θα έρθει η αγάπη να καθίσει στο κεφάλι μου. Μέσα σε αυτήν θα χωρέσω όλο τον κόσμο, θα κάνω τις καλές μου πράξεις, θα διώξω τις κακές σκέψεις και δικαιωματικά ο τίτλος του "καλού ανθρώπου" θα μου ανήκει. Για περίπου δεκαπέντε μέρες. Όσο δηλαδή θα παραμένουν αναμμένα τα φωτάκια του σπιτιού μου.
 
   Σκατά… Όλοι γιορτάζουν. Ο καθένας έχει κάτι να αναμένει και εγώ εδώ, μόνος, να κάνω αυτό που έκανα πάντα. Να αρνούμαι. Να μιλώ μόνο σε σένα. Ούτε σε εσένα θα μιλούσα κανονικά, αλλά γνωρίζω πως δεν μπορείς να γελάσεις μαζί μου, δεν μπορείς να με χλευάσεις. Ξέρεις… Έχουμε κάτι κοινό εμείς οι δυο. Είμαστε άδειοι… Μόνοι. Είσαι ένα τετράδιο, που ανυπομονεί να έρθει κάποιος να δώσει ζωή στις κατάλευκες σελίδες του. Έτσι και εγώ. Περιμένω αυτό το κάτι να έρθει με πείσμα να γεμίσει τις σελίδες μου, τις σελίδες της ζωής μου. Δεν ήμουν έτσι ανέκαθεν. Κάποτε - θέλω να πιστεύω - είχα και εγώ ζωή. Αλήθεια. Οι μέρες μου γέμιζαν από λόγια και γέλια, από ανθρώπους και αισθήσεις. Και μετά άρχισα να τα διώχνω όλα. Μάλλον συνειδητά. Πάντα κακόκεφος. Δεν μπορούσες να μου πάρεις λέξη. Και τώρα που τόσες λέξεις θέλουν να ξεπηδήσουν από μέσα μου δεν υπάρχει κανείς για να τις πιάσει, να μην πέσουν κάτω και χαθούν έτσι απλά και αθόρυβα. Κι όλο σκέφτομαι να τηλεφωνήσω σε εκείνο το φίλο μου, που έχω χρόνια να του μιλήσω και όλο διστάζω. Αρνούμαι πάλι. Φοβάμαι. Δύσκολο πράγμα η απόρριψη πριν καν τη νιώσεις. Μεγάλος φόβος. Είναι επειδή δεν την αντιλαμβάνεσαι όταν τη δίνεις εσύ. Τότε δεν φοβάσαι. Ίσα ίσα που νιώθεις και μια ενδόμυχη - συνειδητή ή όχι - ικανοποίηση του διαβολεμένου εγωισμού σου.
 
   Το τζάκι έσβησε. Κακό σημάδι. Σε λίγο θα αρχίσουν και οι φωνές. Θα υποδεχτούν τον καινούριο χρόνο. Μισή ώρα έμεινε μόνο και ίσως μετά να νιώσω καλύτερα.
 
31 Δεκεμβρίου 2025, Ώρα 23.00
 
   Το σπίτι είναι γεμάτο φωνές. Το φαγητό σερβίρεται και η μυρωδιά του θα μου σπάσει τη μύτη. Ευτυχία. Αυτό πρέπει να είναι ευτυχία. Ένα σπίτι γεμάτο ανθρώπους δικούς σου, γέλια, ομιλίες και το κουδούνι να μη σταματά να χτυπά. Ευτυχία είναι τελικά να περιμένεις να αλλάξει ο χρόνος και να σου κρατά το χέρι εκείνη. Ευτυχία είναι το βλέμμα του καλύτερου φίλου μου που στέκεται απέναντι. Ευτυχία είναι το δυνατό ραδιόφωνο που παρασύρει τους γονείς μου σε ένα τελευταίο χορό πριν το κλείσιμο της χρονιάς.
 
   Η πόλη είναι τόσο όμορφη και τόσο φωτεινή. Περιμένει υπομονετικά τον κόσμο να ξεχυθεί στους δρόμους της και να της δώσει πνοή μετά την αλλαγή του χρόνου. Κοιτάζω φευγαλέα γύρω μου και βλέπω παντού τη χαρά σχηματισμένη στα πρόσωπα των ανθρώπων μου. Έχουν πάρει όλοι τις θέσεις τους γύρω από το τραπέζι και με περιμένουν.
 
31 Δεκεμβρίου 2012, Ώρα 23.40

   Νιώθω ένα ρίγος να με διαπερνά. Το τζάκι πρέπει από ώρα να έχει σβήσει. Μόνο στάχτες. Ρίχνω ένα βλέμμα στο δωμάτιο. Τρομάζω στην άδεια του εικόνα. Είμαι μόνος. Και η όμορφη εικόνα που ζούσα πριν; Τι απέγινε; Καταραμένη φαντασία. Πλάθω τη ζωή που δεν έζησα και που ίσως δεν θα ζήσω ποτέ. Και η ημερομηνία που σημείωσα; Παιχνίδια που παίζει το χέρι μου… Ακόμη και αυτό με ξεγέλασε. Μια φαντασία απότυπώθηκε στο καταραμένο χαρτί σου και τίποτα παραπάνω. Μια ανούσια ελπίδα πως μετά από χρόνια το σπίτι αυτό θα μοιάζει γεμάτο. Μισώ τις ανόητες γιορτές των ανθρώπων και μισώ και εμένα τον ίδιο που πάντα νόμιζα ότι εγώ είμαι ο δυνατός και οι άλλοι οι αδύναμοι. Μισώ το εγώ μου που πάντα πίστευε πως είναι ικανό να σταθεί μόνο του, απομονωμένο από τα περιττά συναισθήματα των υπολοίπων. Μισώ τις επιλογές μου που έπλασαν έτσι τη ζωή μου.
 
   Η ώρα περνάει. Πρέπει να κοιμηθώ. Σε λίγο θα αρχίσουν τα πυροτεχνήματα και εγώ δεν θέλω να τα ακούσω. Δεν έχω τη δύναμη. Ίσως κάποτε.
 
Έλλη Λινάρδου

The Wo(Man) In Me