The Wo(Man) In Me

loogoo

Πες Μου Πως Θα' Ρθεις...

   athewomaninme10"Φεύγω. Δεν ξέρω γιατί. Νιώθω... νιώθω. Όχι. Πρέπει να φύγω. Αν δεν φύγω τώρα, δεν θα μπορέσω να το κάνω ποτέ. Και δεν γίνεται. Είναι τόσα πολλά και τόσο μεγάλα όλα αυτά που συμβαίνουν και είναι δύσκολο να τα αντέξω. Ναι. Με ξέρεις. Δεν τον αντέχω τον πόνο. Δεν αντέχω στα δύσκολα… Είμαι... είμαι δειλή. Φεύγω… Συγγνώμη… Όχι. Μη με συγχωρήσεις… Μην το κάνεις…"

 
    Ένα λευκό χαρτί. Σκόρπιες λέξεις να γεννάνε πονεμένα "γιατί" και τα χέρια να τρέμουν. Το μυαλό άπραγο, θολό. Και πόνος. Στην καρδιά… στην ψυχή.
     
   Βρέθηκε στο λιμάνι ξημερώματα. Η ανάσα του έβγαινε με δυσκολία. Με τις παλάμες να ακουμπάνε στα γόνατα και το κεφάλι σκυμμένο προσπαθούσε να σκεφτεί. Όχι! Δεν έπρεπε. Αν συνέχιζε να σκέφτεται θα τρελαινόταν. Πώς είχε βρεθεί εκεί; Ούτε κι ο ίδιος ήξερε. Και αν ήταν αλήθεια όλο αυτό που ζούσε; Σήκωσε το βλέμμα του. Λίγα, βασανιστικά δευτερόλεπτα και αυτό ήταν. Έπρεπε να φύγει μακριά. Το πήρε απόφαση. Θα γύριζε στο νησί του. Δεν είχε μείνει τίποτα πια να τον κρατά σ' αυτή  την τεράστια πόλη, την άψυχη, τη νεκρή. Μόνο αναμνήσεις, ίσως φαντάσματα από ένα παρόν, που μέσα σε μια στιγμή, ξεθώριασε, γέρασε, χάθηκε.      
 
   Δεν θυμόταν πόσος καιρός είχε περάσει από τότε που πάτησε το πόδι του στο νησί. Δεν πρέπει να τον είχε πάρει είδηση και κανείς. Καλύτερα. Θα απέφευγε τα παράξενα βλέμματα, τις γεμάτες αδιακρισία ερωτήσεις, τις καταναγκαστικές συναναστροφές. Δεν ήθελε κανένα γύρω του. Δεν μπορούσε να αντικρύσει κανένα. Του την έδινε ο ευτυχισμένος, που δεν θα έχανε ευκαιρία να δείξει την ευτυχία του. Του την έδινε ο δυστυχισμένος, που του θύμιζε τη δική του ανυπόφορη δυστυχία. Και οι δυο μαζί θα του έφερναν στο νου ένα "για πάντα", που δεν μπόρεσε ν' αντέξει.      
 
   Ξάπλωσε στο παλιό κρεβάτι. Το διαπεραστικό του τρίξιμο τον έκανε να ανατριχιάσει. Δεν θα του πρόσφερε την ησυχία που απεγνωσμένα αναζητούσε. Απελπισία. Ακόμη και ο πιο ανεπαίσθητος θόρυβος τον απομάκρυνε από τον ένα και μοναδικό του σκοπό. Να κοιμηθεί. Όχι για να ξεχάσει. Ούτε για να μην σκέφτεται, αλλά για να την παρακαλέσει - ένα παρακαλετό που είχε γίνει καθημερινή προσευχή πια. Την παρακαλούσε να έρθει και να περπατήσει στα όνειρά του… Να τη δει… Να της μιλήσει. Το μυαλό του ήταν τόσο μπερδεμένο. Πάλευε να φέρει τα μάτια της στο νου του. Να θυμηθεί αυτά που του έλεγαν όταν τα κοιτούσε. Να καταλάβει αν υπήρχαν σημάδια φυγής στο βλέμμα της. Πάλευε να προσποιηθεί πως τίποτα δεν είχε αλλάξει. Μάταια.      
 
   Άνοιξε το συρτάρι, που βρισκόταν στο κομοδίνο, δίπλα στο κρεβάτι. Ένα έντονο τσόυξιμο ένιωσε στο λαιμό του από τη σκόνη που σηκώθηκε. Έβγαλε ένα τσαλακωμένο χαρτί - το τελευταίο της σημείωμα. Το είχε πάρει μαζί του. Το διάβασε και το ξαναδιάβασε προσπαθώντας να καταλάβει. Ήθελε να της απαντήσει. Σηκώθηκε με ορμή από το κρεβάτι και σε κατάσταση υστερίας άρχισε να ψάχνει το σπίτι. Άνοιγε και έκλεινε με μανία τα συρτάρια του παλιού του γραφείου. Στο τρίτο συρτάρι βρήκε ένα κόκκινο μαρκαδόρο. "Κάνε να γράφει", συλλογίστηκε. Και άρχισε να γράφει. Στον τοίχο. Ακατάστατα. Ακατάπαυστα. Χωρίς σειρά, χωρίς ειρμό. 
 
   "Μόνος. Δεν υπάρχει κανείς. Ούτε εσύ ούτε κανείς. Φοβάμαι. Όλα πάγωσαν. Ο χρόνος. Δεν υπάρχει χρόνος. Βουλιάζω και δεν υπάρχει κανείς να με τραβήξει. Πονάω… Πού είσαι; Έλα. Γιατί αργείς τόσο; Μη μ'αφήσεις να συνηθίσω την απουσία σου. Είσαι δική μου. ΜΟΝΟ ΔΙΚΗ ΜΟΥ. ΠΑΝΤΑ. Το δικό μου "πάντα" είναι αληθινό. Με ξέχασες. Πώς; Σε μισώ. Σε ψάχνω. Όλα πέθαναν. Εγώ. Σβήνω. Το νιώθω. Έρχεται. Πες μου πως θα' ρθεις. Σε παρακαλώ… σε παρακαλώ."     
 
   Τα μάτια του στέγνωσαν. Η ψυχή του άδειασε. Ξαφνικά ένιωσε τόσο κουρασμένος και τόσο αδύναμος. Ξάπλωσε στο κρεβάτι. Κουλουριάστηκε και αγκάλιασε το σώμα του σφιχτά. Έκλεισε τα μάτια του. Αποκοιμήθηκε.   
 
Έλλη Λινάρδου

 "…Ούτε που σαλεύει το νερό
Ούτε μου μιλούν οι γλάροι
Μου άργησες πολύ, πες μου πως θα 'ρθεις
Πριν να σβήσουνε οι φάροι..."

The Wo(Man) In Me