The Wo(Man) In Me

loogoo

Μη Σε Βγάλει Ο Δρόμος Σου Στο Δάσος… (Συνέχεια)

   Προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια της, αλλά ένιωθε τόσο βαρύ το κεφάλι της, που της ήταν αδύνατο. Είχε αρχίσει να νιώθει μια αφόρητη ζέστη και ήταν και εκείνη η λάμψη, που την ενοχλούσε, παρόλο που τα μάτια της ήταν κλειστά. Ξάφνου, ήρθαν στο νου της εικόνες από τις προηγούμενες ώρες.

   Είχαν βγει με το Μαξ για την καθιερωμένη τους βόλτα. Προχώρησαν στο δάσος και μέσα σε μια στιγμή ο Μαξ είχε εξαφανιστεί. Τον έψαξε. Το θυμάται καθαρά ότι έτρεχε μέσα στο σκοτεινό δάσος για να τον βρει και μετά κενό. 
 
- Τι μου έχει συμβεί; Πού είμαι; Ο Μαξ; Θεέ μου, κάνε να μην έπαθε τίποτα, σκέφτηκε και με το φόβο να την έχει κυριεύσει, η Θάλεια άνοιξε τα μάτια της. Το πρώτο πράγμα που αντίκρυσε ήταν το ξύλινο ταβάνι. Η λάμψη τώρα ήταν εντονότερη. Θέλησε να γυρίσει να κοιτάξει, αλλά κάτι τη συγκράτησε. Άραγε να ήταν κάποιο παράξενο όνειρο όλο αυτό που ζούσε; Με την άκρη του ματιού της έπιασε φευγαλέα μια κίνηση και η περιέργεια - αυτή που συνήθως σκοτώνει τη γάτα - έδρασε. Η Θάλεια έστρεψε την προσοχή της δεξιά, εκεί από όπου ερχόταν η λάμψη. Ταράχτηκε. Ένας μεγαλόσωμος άνδρας καθόταν απέναντί της με την πλάτη όμως γυρισμένη προς αυτήν. Ο άγνωστος άνδρας έπιασε ένα κούτσουρο και το έριξε μέσα στο τζάκι. Η φωτιά δυνάμωσε. Η Θάλεια άρχισε να τον παρατηρεί. Τα μαλλιά του είχαν ένα περίεργο σκούρο καστανό χρώμα. Κάστανα. Ναι, αυτό ακριβώς της θύμιζε το χρώμα. Τα κάστανα…σκούρα, με μια τάση προς το μαύρο, λεία. Η πλάτη του ήταν καλοσχηματισμένη. Το σώμα του έδειχνε γεροδεμένο, δυνατό. 
 
- Μη φοβάσαι, τον άκουσε να της λέει και όμως θα ορκιζόταν ότι δεν την είχε δει να ξυπνάει. Ο σκύλος που είναι έξω πρέπει να είναι δικός σου, συνέχισε και τότε η ανακούφιση ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της Θάλειας. 
- Λιποθύμησες στο δάσος και σε έφερα εδώ. Συνήλθες για λίγο και έπειτα αποκοιμήθηκες, της είπε και ήταν κάτι στη φωνή του, που ένιωσε να τη συνεπαίρνει.
 
   Σηκώθηκε διστακτικά από το παλιό ντιβάνι όπου βρισκόταν και με αργά βήματα τον πλησίασε. Κάθησε δίπλα του, κρατώντας μια απόσταση ασφαλείας, όμως το έκανε περισσότερο για εκείνον, διότι η Θάλεια τα τελευταία λεπτά είχε πάψει να φοβάται. Δεν γύρισε να την κοιτάξει και το φως, που γεννούσε η φωτιά στο χώρο, δεν ήταν αρκετό για να μπορέσει να δει το πρόσωπό του. Ήθελε να μάθει τα πάντα γι' αυτόν τον άγνωστο άνθρωπο, που της είχε στείλει η μοίρα στο δρόμο της.      
 
   Η Θάλεια ανέκαθεν σκεφτόταν ότι στη ζωή όλα για κάποιο σημαντικό λόγο γίνονται και πάντα πίστευε πως της μοίρας τα γραμμένα δύσκολα ξεγράφονται από τους ανθρώπους. "Είμαστε μικροί και αδύναμοι μπροστά στο πεπρωμένο", έλεγε πάντα στις συζητήσεις με τους φίλους της.
 
- Ποτέ κανείς δεν μου είπε στο χωριό ότι ζει κάποιος μέσα στο δάσος, αναθάρρεψε η Θάλεια. Μόνο θρύλους και ιστορίες για αγρίους μου εξιστορούν και
- Δεν θα σου πουν ποτέ τίποτα, τη διέκοψε. Και αν τους πεις ότι με είδες θα προσπαθήσουν να σε βγάλουν τρελή. Θα προσπαθήσουν να σε κάνουν να ξεχάσεις αυτό που είδες, να το διαγράψεις εντελώς από τη μνήμη σου και θα το καταφέρουν. Θα σε πείσουν ότι όλα είναι στο μυαλό σου
- Όχι, δεν γίνεται, είπε και ασυναίσθητα άγγιξε το χέρι του. Εκείνος το τράβηξε απότομα. Ταράχτηκε. Σίγουρα δεν περίμενε αυτή την αντίδραση από τη Θάλεια. 
- Δεν μπορούν να το κάνουν αυτό, η Θάλεια συνέχισε απτόητη. Είμαι εδώ, σε βλέπω, σου μιλάω, σε…      
 
   "Σε αισθάνομαι" ήθελε να πει, αλλά τελευταία στιγμή δίστασε. Ούτε και η ίδια της καταλάβαινε τι συνέβαινε μέσα της εκείνη τη στιγμή. 
 
- Φύγε. Δεν πρέπει να βρίσκεσαι εδώ, της είπε απότομα, αλλά βαθιά μέσα του δεν το εννοούσε. Από τη στιγμή που την είδε στο δάσος, που την τρόμαξε και τελικά έπεσε λιπόθυμη στα χέρια του, κάτι άλλαξε μέσα του. Ήρθαν στην επιφάνεια συναισθήματα, που δεν γνώριζε καν ότι υπάρχουν. Ήξερε, ωστόσο - η ζωή του το είχε διδάξει καλά- πως όλα είναι μάταια.
- Δεν θέλω να φύγω, είπε με φωνή τρεμάμενη, ίσα που βγήκε από τα χείλη της.
- Θέλω να φύγεις τώρα. Δεν θα αντέξω να σε δω να φεύγεις τρέχοντας αργότερα, της είπε και συνέχισε να κοιτά τη φωτιά στο τζάκι.      
 
   Απόρησε η Θάλεια, αλλά δεν έδωσε μεγάλη σημασία. Εκείνη, όχι απλά δεν ήθελε να φύγει, ένιωθε ότι έπρεπε να μείνει εκεί για πάντα. Μπορεί να μην είχε δει το πρόσωπό του, όμως ένιωθε ότι την είχε μαγέψει στην ψυχή και στο σώμα. Όσο άκουγε τη φωνή του, τόσο μεγάλωνε η επιθυμία της να μείνει μαζί του.
 
- Κοίταξέ με, της είπε. Κοίταξέ με τώρα και ίσως θυμηθείς γιατί δεν άντεξες στο δάσος και λιποθύμησες.      
 
   Η Θάλεια γύρισε προς το μέρος του. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Τα έχασε. Στο πρόσωπό του είδε όλο τον πόνο, που πριν αναγνώριζε μόνο στη φωνή του. Από τη μια πλευρά ήταν παραμορφωμένο. Ήταν γεμάτο χαρακιές και ουλές… μεγάλες ουλές, που φανέρωναν πως κάποτε, κάποιος σκόρπισε το ανελέητο μίσος του πάνω του. Η άλλη πλευρά του προσώπου του, ωστόσο, ήταν πολύ διαφορετική. Της έδινε τη δυνατότητα να το φανταστεί όπως ακριβώς ήταν παλαιότερα, πριν τα σημάδια... αψεγάδιαστο. Λείο δέρμα, έντονα ζυγωματικά και αυτά τα μάτια την είχαν μαγνητίσει. Σήκωσε αργά το χέρι της και με την άκρη των δαχτύλων της ακούμπησε τα σημάδια του. Ήθελε να τα νιώσει…να τον νιώσει. Εκείνος σάστισε. Έκανε να μιλήσει, αλλά άνοιξε το στόμα του και ήχος δεν έβγαινε. Του άρεσε αυτό το χάδι. Ήταν βαθύ, δυνατό. Δεν ήθελε να χάσει αυτή την αίσθηση. Θαρρείς και το άγγιγμά της έπαιρνε σε μια στιγμή τον πόνο ολόκληρων ετών.      
 
   Χωρίς ίχνος φόβου, η Θάλεια τον πλησίασε περισσότερο. Τα χέρια της έψαξαν να βρουν τα χέρια του και τα χείλη της αργά και διστακτικά συνάντησαν τα δικά του. Δεν πέρασαν παρά λίγα δευτερόλεπτα όταν εκείνος άρχισε να ανταποκρίνεται στο φιλί της και η Θάλεια, συγκλονισμένη, ένιωσε να της ρουφάει όλη της τη ψυχή.                
 
   Ήθελε να μείνει για πάντα εκεί. Κλεισμένη μαζί του σε αυτό το μικρό, ξύλινο σπίτι με τη φωτιά να καίει μπροστά τους και να δίνει φως στη ζωή τους. Να τον κοιτά, να του μιλά, να τον ζει. Δεν την ένοιαζε κανένας και τίποτα πια.      
 
   Ένιωσε το πρόσωπό της υγρό. Εκείνος είχε δακρύσει. Η Θάλεια άγγιξε το πρόσωπό του ξανά. Σκούπισε τα δάκρυά του και μέσα της ορκίστηκε να μην αφήσει ίχνος πόνου και θλίψης στο σώμα του και την ψυχή του. 
 
Έλλη Λινάρδου
cabin out in the woods

The Wo(Man) In Me