The Wo(Man) In Me

loogoo

Μη Σε Βγάλει Ο Δρόμος Σου Στο Δάσος...

- Μαξ! Μαξ! Πού είσαι;
- Μα πού εξαφανίστηκε;, μονολόγησε η Θάλεια, καθώς κατέβαινε το μικρό χωμάτινο μονοπάτι, που οδηγούσε στο ξέφωτο.  
  
   Ο Μαξ ήταν ο πιο πιστός σύντροφος, που είχε υπάρξει ποτέ στη ζωή της. Γκόλντεν ριτρίβερ - ίσως το πιο καλοκάγαθο αρσενικό που είχε γνωρίσει. Η Θάλεια ορκιζόταν ότι αρσενικό άλλο δεν θα έμπαινε σ' αυτό το σπίτι. Δεν είχε άλλες αντοχές για καινούριες γνωριμίες, πρώτα ραντεβού και τελικά σχέσεις, που κατέληγαν σε φιάσκο. Ο Αλέξανδρος ήταν ο τελευταίος που εισέβαλε στη ζωή της πανηγυρικά και επειδή αποδείχτηκε ένα ακόμη ολοκαύτωμα, οι πληγές του οποίου άργησαν πολύ να επουλωθούν, εκείνη αποφάσισε να συνεχίσει μόνη της. Το είχε υποσχεθεί στον εαυτό της. Δεν θα ερωτευόταν ποτέ ξανά. Εύκολο πράγμα. Θα γυρνούσε στο "off" το κουμπάκι που ενεργοποιούσε τον έρωτα στο μυαλό της, θα τοποθετούσε και μια ασπίδα προστασίας στην καρδιά της και θα το κατάφερνε. Άλλωστε, αυτό που την ενδιέφερε τώρα πια ήταν μόνο η επαγγελματική της εξέλιξη και τίποτα άλλο. Αυστηρώς.        
 
   Ο Μαξ τρελαινόταν για αυτές τις απογευματινές βόλτες. Κατέβαζε τα μουτράκια του και τα ολοστρόγγυλα μάτια του θαρρείς πως βούρκωναν, αν καμιά μέρα γυρνώντας από τη δουλειά της κουρασμένη, δεν είχε το κουράγιο για μια βόλτα. Εκείνο το απόγευμα, η χαρά της Θάλειας και η όρεξή της για βόλτα ξεπερνούσαν κατά πολύ τις προσδοκίες του Μαξ. Η βόλτα τους είχε ξεκινήσει νωρίς γύρω στις έξι. Ακολούθησαν τη συνηθισμένη τους διαδρομή. Κατέβηκαν το πλακόστρωτο δρομάκι που ξεκινούσε μπροστά από το σπίτι και βγήκαν στη μεγάλη πλατεία του χωριού. Η Θάλεια, εκτός από τα αρσενικά, είχε απαρνηθεί και την πόλη. Γι ' αυτό και τα τελευταία δύο χρόνια είχε μετακομίσει σε αυτό το θαυμάσιο, γραφικό και γεμάτο θρύλους, παραλίμνιο χωριό, μία ώρα περίπου μακριά από την πόλη.      
 
   Το Παραθύρι - περίεργο όνομα για χωριό είχε σκεφτεί την πρώτη φορά που είχε έρθει εδώ. Όταν αργότερα μετακόμισε μόνιμα σκέφτηκε ότι τελικά το όνομα του χωριού ήταν ένα σημάδι της μοίρας, που δεν του είχε δώσει τη σημασία που του έπρεπε. Το Παραθύρι, σκεφτόταν, ένα παράθυρο σε μια καινούρια ζωή. Είχε ακούσει τόσα πολλά γι' αυτό το μέρος. Άλλοι μιλούσαν για την εξαιρετική φυσική του ομορφιά, τα γραφικά σπίτια, τη μεγάλη του ιστορία και άλλοι για φοβερούς και τρομερούς θρύλους, που στοίχειωναν τις νύχτες του. Η Θάλεια βέβαια δεν έδινε την παραμικρή σημασία σε όλα αυτά και η ζωή της στο χωριό κυλούσε γαλήνια και ξέγνοιαστα, όπως ακριβώς την είχε φανταστεί.     
 
   Αφού πέρασαν από την πλατεία με το Μαξ, πήραν το δρόμο για το δάσος. Δεν είχαν ξαναπάει εκεί. Ήταν και αυτά τα λόγια των γέρων χωρικών, που είχαν τρυπώσει στο μυαλό της.

"Μη σε βγάλει ο δρόμος σου στο δάσος τη νυχτιά
κάτι θα σε βρει μες την καταχνιά..."

    Κάτι συνέβαινε εκείνο το απόγευμα. Θαρρείς πως μια ανώτερη δύναμη την καθοδηγούσε. Έπρεπε να δει από κοντά αυτό το δάσος. Να διαπιστώσει με τις αισθήσεις της αν υπήρχε τίποτα παράξενο εκεί, εξωπραγματικό, ο,τιδήποτε έκανε τις προειδοποιήσεις και τους φόβους των ντόπιων να ευσταθούν. Ο Μαξ ήταν πολύ χαρούμενος. Ξέθαψε και ένα κλαδί που του γυάλισε στο χώμα και τώρα προχωρούσε μπροστά από τη Θάλεια με περίσσια ικανοποίηση. Το δάσος απλωνόταν πια μπροστά τους.      
 
   Η αλήθεια είναι ότι της φάνηκε μεγαλειώδες. Ένιωσε τα τεράστια δέντρα, που ορθώνονταν λίγα μέτρα μπροστά της, να την καλωσορίζουν. Την τραβούσαν σαν μαγνήτες προς το μέρος τους και αισθανόταν ανήμπορη να ξεφύγει. Φυσικά και δεν ήθελε να ξεφύγει. Ένα ελαφρύ αεράκι σηκώθηκε ξαφνικά και ένας ανεπαίσθητος ήχος ακούστηκε, κάτι σαν ψίθυροι, που την έκανε να ανατριχιάσει. Το δάσος την καλούσε κοντά του εντονότερα. Σαν μαγεμένη προχωρούσε όλο και πιο βαθιά στο δάσος. Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά. Καθώς περπατούσε, έντρομη αντιλήφθηκε ότι ο Μαξ δεν ήταν κοντά της.
 
- Μαξ! Μαξ! Πού είσαι; 
- Μα πού εξαφανίστηκε;, μονολόγησε η Θάλεια, καθώς κατέβαινε το μικρό χωμάτινο μονοπάτι, που οδηγούσε σε ένα ξέφωτο.     
 
   Θα ορκιζόταν ότι άκουγε το γάβγισμά του από κάπου. Και αν ήταν αλήθεια όλα όσα είχε ακούσει γι' αυτό το μέρος; Αν ο Μαξ κινδύνευε; Άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνση από όπου ακουγόταν ο Μαξ. Έπρεπε να τον βρει. Είχε τρομοκρατηθεί. Κρύος ιδρώτας έλουζε τώρα το λαιμό και την πλάτης της και ένιωσε την ανάσα της να κόβεται. Η ορατότητά της ήταν πολύ περιορισμένη, ενώ ξαφνικά μια παράξενη ομίχλη έντυσε το δάσος. Ευτυχώς άκουγε ακόμη το Μαξ.      
 
   Σταμάτησε. Δεν ήταν σίγουρη αν προχωρούσε προς τη σωστή κατεύθυνση. Ακούμπησε σε ένα δέντρο. Έπρεπε να ηρεμήσει και να σκεφτεί, όταν ξαφνικά αισθάνθηκε κάτι να την ακουμπά στον ώμο. Η καρδιά της σταμάτησε. Γύρισε το κεφάλι της αργά και το βλέμμα της πάγωσε στη θέα του. 
 
Έλλη Λινάρδου  
 
Συνεχίζεται…
200550989626509447 nrqU6bbl c

The Wo(Man) In Me