The Wo(Man) In Me

loogoo

Κλαίει Η Μοναξιά Πίσω Από Τοίχους

 
   Τις νύχτες ήταν δύσκολο να κοιμηθεί. Ο καθημερινός εκνευριστικός ήχος από το διπλανό κρεβάτι κόντευε να τον τρελάνει. Να τον τρελάνει… Περίεργο και συνάμα αστείο. Πόσο εύκολο ήταν να τρελαθεί ένα επιστημονικά τεκμηριωμένα τρελό μυαλό; Έτσι είχε ακούσει κάποιους να λένε. «Είναι διπολικός». Αυτό ήταν ο Δημήτρης. Κάποιοι, που μάλλον ήξεραν καλύτερα, είχαν βγάλει τη διάγνωση. Και αυτός το είχε αποδεχτεί χωρίς ερωτήσεις. Μη θεωρήσετε πως γνώριζε τη σημασία αυτής της λέξης. Δεν την είχε ακούσει ποτέ, αλλά παρόλα αυτά στα δικά του αυτιά είχε ηχήσει παράξενα όμορφα.
 
 
   - «Θα σταματήσεις επιτέλους;», ρώτησε στρέφοντας αργά το κεφάλι του προς τα δεξιά. Καμία απάντηση δεν ακούστηκε. Μόνο ο ανατριχιαστικός ήχος συνεχίστηκε από το διπλανό κρεβάτι. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς έκανε αυτός ο διπλανός του κάθε βράδυ. Τι νόημα είχε αυτό το αδιάκοπο γρατζούνισμα του μεταλλικού κρεβατιού; Δεν θα μάθαινε ποτέ. Όσες φορές και να είχε ρωτήσει το Χοντρό γιατί το έκανε αυτό, δεν άκουγε λέξη. Αφού σκεφτόταν πολλές φορές πως ο Χοντρός δεν μπορούσε να μιλήσει. Κάτι είχε εισβάλει μέσα του και του είχε κλέψει τη λαλιά.
 
   -«Ε Χοντρέ. Συγκάτοικοι είμαστε. Το ξέρεις; Συγκάτοικοι στην τρέλα!», έλεγε ο Δημήτρης και όλο γελούσε. Με την ψυχή του; Με το μυαλό του; Ίσως και με τα δύο.
 
   Τρία χρόνια συγκατοικούσανε σ’ αυτό το δωμάτιο, με τα δύο μεταλλικά κρεβάτια, την τηλεόραση και το μεγάλο παράθυρο, που δεν άνοιγε ποτέ. Στεκόταν καμιά φορά για να αγναντέψει τη θέα, αλλά αυτά τα αναθεματισμένα μαύρα κάγκελα του τη χαλούσαν.
 
klaiei   Τα προηγούμενα έξι χρόνια είχε άλλο συγκάτοικο, το Μέμο. Συνονόματοι ήταν, αλλά αυτός δεν μπορούσε να αντέξει κι άλλη ομοιότητα μέσα εκεί και έτσι του είχε διαλέξει καινούριο όνομα. Ο Δημήτρης όλους τους φώναζε με παρατσούκλια. Ήταν το κόλλημά του αυτό. Και στους ενοίκους των διπλανών δωματίων έδινε παρατσούκλια. Ακόμη και σ’ αυτούς με τις μπλε φορεσιές. Όλοι τους ίδιοι. Εκνευριστικά ίδιοι. Το μεγαλύτερο πρόβλημά του σ’ αυτό το κτίριο ήταν οι ατέλειωτες ομοιότητες. Όλα έμοιαζαν μεταξύ τους… Τα δωμάτια, οι άνθρωποι. Όλα ίδια. Ο Μέμος μιλούσε. Δεν ήταν σαν τον Χοντρό. Και μπορεί ο Δημήτρης να μην καταλάβαινε πάντα τι του έλεγε, αλλά το απολάμβανε. Ώσπου μια μέρα, έτσι στα ξαφνικά, ο Μέμος σιώπησε. Για ώρες δεν μιλούσε και κάποιοι ήρθαν και τον πήραν με ένα άλλο μεταλλικό κρεβάτι, που είχε και ρόδες. Λίγες μέρες μετά, κατέφθασε ο Χοντρός, με παραπανίσια κιλά και παραπανίσια θλίψη. Δεν μίλησαν ποτέ οι δυο τους. Μάλλον ο πονηρός μιλούσε από μέσα του. Αυτό σκεφτόταν ο Δημήτρης. «Να και κάτι διαφορετικό», συλλογιζόταν.
 
   Οι μέρες του – στην πλειοψηφία τους – όπως άδειες έρχονταν το ίδιο άδειες έφευγαν. Ίσως η αίσθηση του άδειου μεγάλωνε όταν έφευγαν… Όταν ο Δημήτρης αντιλαμβανόταν τη νύχτα πως στο απέραντο λευκό του, κανένα χρώμα δεν βρέθηκε να αφήσει το ίχνος του και πάλι. Έστω ανεπαίσθητα. Η μέρα του ξεκινούσε γύρω στις 8. Σηκωνόταν από το κρεβάτι – είτε είχε κοιμηθεί το προηγούμενο βράδυ είτε όχι. Έριχνε μια κλεφτή ματιά στο Χοντρό, που ακόμη ροχάλιζε και μία μεγαλύτερης διάρκειας έξω από το παράθυρο. Αυτή η δεύτερη ήταν κάπως περίεργη. Σαν να καρτερούσαν τα μάτια του να δουν κάτι. Ίσως πάλι όχι. Με αργόσυρτα βήματα, που μόνα τους πήγαιναν πια, έβγαινε από το θάλαμο και πήγαινε προς το κοινόχρηστο σαλόνι. Έχωνε το χέρι του στη δεξιά τσέπη της παλιάς φόρμας που φορούσε και με αγωνία έψαχνε να βρει το τσιγάρο. Αυτό το ένα. Το λυτρωτικό. Το δωρισμένο. Ήταν εκεί. Το έβγαζε με προσοχή και το κοιτούσε με λαχτάρα. Μερικά λεπτά αργότερα το έβαζε ανάμεσα από τα χείλη του. Έπαιρνε τη θέση του στην καρέκλα δίπλα από την κλειδωμένη πόρτα και περίμενε. Πρωινό δεν έτρωγε πάντα. Έτσι για αλλαγή. Για να σκέφτεται μετά ότι έκανε κάτι διαφορετικό, ότι ξέφυγε από τους κανόνες.
 
   Μισή ώρα μετά εμφανιζόταν ο ψηλός νεαρός με τη μπλε στολή. Ο Δημήτρης τον κοιτούσε με βλέμμα ευγνωμοσύνης και ο νεαρός του άναβε το τσιγάρο και άφηνε δίπλα του ένα χαρτί και ένα μαύρο λεπτό μαρκαδόρο. Κάπνιζε αργά το τσιγάρο και κοιτούσε το χώρο, που άρχιζε να έχει κίνηση. Άλλοι εμφανιζόντουσαν μόνοι, άλλοι σε ζευγάρια. Στην ουσία όλοι μόνοι ήταν. Ο Δημήτρης το καταλάβαινε από τα χαμένα τους μάτια. Φώναζαν ότι δεν ήταν εκεί. Το μυαλό τους δραπέτευε πάντα για αλλού. Το τσιγάρο καιγόταν σιγά σιγά. Κάθε ρουφηξιά και μια στιγμή. Μια ανάμνηση. Ένα πόνος. Τελικά η λύτρωση. Παροδική. Έπιανε το μαρκαδόρο και άρχιζε να μουτζουρώνει το χαρτί. Με εξαιρετικά αργές κινήσεις πάντα, για να γεμίσουν οι ώρες του. Στο τέλος τρεις εικόνες είχαν αποτυπωθεί, όχι ιδιαίτερης ευκρίνειας. Στην πρώτη διακρινόταν ένα παράξενο γυναικείο πρόσωπο, στη δεύτερη μία βάρκα και στην τελευταία κάτι, που κανείς δεν καταλάβαινε. Δίπλωνε το χαρτί, σηκωνόταν και πλησίαζε τους ανθρώπους. Αυτούς που ήταν σαν κι εκείνον, αυτούς με τις μπλε φορεσιές. Διάλεγε. Κάθε μέρα διάλεγε σε ποιον θα το δώσει. Κάθε φορά και σε άλλον. Έδινε το χαρτί και ήξερε πως κάποιος θα αναγνωρίσει σ’ αυτό τα όνειρά του. Έφτανε η ώρα του φαγητού. Και των χαπιών. Δύο φορές την ημέρα ο Δημήτρης έπρεπε να παίρνει κάτι μικροσκοπικά χάπια. Όλοι έπαιρναν. Άλλοι λιγότερα, άλλοι περισσότερα. Ο Δημήτρης έπαιρνε πάντα δύο. Δύο φορές την ημέρα από δύο χάπια. Το μεσημέρι επικρατούσε ησυχία. Το μόνο πράγμα που ακουγόταν ήταν τα βήματά του. Αργά, συρτά με ένα ελαφρύ και ταυτόχρονα εκνευριστικό φλαπ – φλαπ από τις φθαρμένες του παντόφλες. Μέχρι την ώρα του βραδινού περιφερόταν άσκοπα στους διαδρόμους. Τα μάτια του κοιτούσαν δεξιά και αριστερά χωρίς στην πραγματικότητα να βλέπουν.
 
klaiei2   Όταν πια τα φώτα έσβηναν το βράδυ, ο Δημήτρης αποσυρόταν στο θάλαμό του. Έφτανε η πολυπόθητη στιγμή για το ταξίδι του, γιατί στο σκοτάδι ο Δημήτρης μπορούσε να πετάξει, να ονειρευτεί, να θυμηθεί, να δουλέψει το μυαλό του, να το ζορίσει. Μόνο για εκείνον. Χωρίς να το ξέρει κανείς. Χωρίς να μπορεί να τρυπώσει κανείς. Στο σκοτάδι τα μάτια του μπορούσαν να δουν καλύτερα, να αντιληφθούν, να καταλάβουν. Ναι, να καταλάβουν… Ότι δεν είχε κανένα. Ότι δεν υπήρχε κανένας. Ότι είχαν περάσει τουλάχιστον πέντε χρόνια από την τελευταία φορά που τον είχε επισκεφτεί εκείνη. Ότι τον είχαν ξεχάσει ακόμη και τα παιδιά του. Ότι αν δεν ήταν οι τύποι με τις μπλε στολές δεν θα είχε τσιγάρο να καπνίσει και ρούχα να φορέσει. Ότι στην ουσία κανείς εκεί μέσα δεν είχε κανένα. Ότι άδικα κοιτούσε τα πρωινά έξω από το παράθυρο. Ότι ποτέ δεν θα έπαιρνε τη βάρκα που τόσο ονειρευόταν.
 
   Και ήταν κι αυτή η παράξενη σκιά, που περνούσε έξω από τα δωμάτια τις νύχτες και μπαινόβγαινε πότε κρυφά και πότε φανερά, άγρυπνος φρουρός των επιθυμιών και των ονείρων. Ο Δημήτρης ήξερε πως δεν μπορούσαν να την αντιληφθούν όλοι. Ο ίδιος όμως την έβλεπε, την άκουγε, την ένιωθε. Και όσο και αν το ήθελε δεν είχε τη δύναμη να τη διώξει. «Μοναξιά» την είχε αποκαλέσει κάποτε και έτσι παρέμεινε.
 
   …Το γρατζούνισμα από το διπλανό μεταλλικό κρεβάτι δεν έλεγε να σταματήσει. Θα ήταν επώδυνη εκείνη η νύχτα. Ο Δημήτρης το γνώριζε. Από κάποιο μακρινό δωμάτιο, ακούστηκαν μουγκρητά. Πόνου; Θλίψης; Θυμού; Ένα ουρλιαχτό και μετά λυγμοί. Βραχνοί, δύσκολοι, ανυπόφοροι. Ο Δημήτρης έστρεψε το κεφάλι του δεξιά. Τα μάτια του γυάλιζαν.
 
«Ακούς Χοντρέ; Κλαίει πάλι η μοναξιά πίσω από τοίχους.»
 
Έλλη Λινάρδου
 
* Για όλα εκείνα τα πληγωμένα ψυχάκια, που κάποτε, χωρίς να το θέλουν, κάτι στράβωσε στο μυαλό τους και τα ανάγκασαν να συνεχίσουν τη ζωή τους μόνα, ανάμεσα σε κάγκελα και κλειδωμένες πόρτες, ξεχασμένα ακόμη και από το Θεό.

The Wo(Man) In Me