The Wo(Man) In Me

loogoo

Η Μελαγχολία Της Προσμονής

 

   Καθόταν στην αγαπημένη της πολυθρόνα. Εκείνη τη μεγάλη, κόκκινη πολυθρόνα με τα ξύλινα μπράτσα, που έκανε καθετί άλλο στο χώρο να φαίνεται λίγο μπροστά της. Τη θυμόταν να κουλουριάζεται σαν γάτα τις κρύες νύχτες του χειμώνα και να χάνεται στα βιβλία της. Αυτός πάντα δίπλα της, καθισμένος με τα γόνατα στο πάτωμα να ακουμπά ανεπαίσθητα επάνω της…ίσα να νιώθει τη μυρωδιά της, την αύρα της.
 
   Καθόταν στην αγαπημένη της πολυθρόνα. Το μοναδικό πράγμα, που έμενε να θυμίζει πως κάποτε είχε υπάρξει και εκείνη σε αυτό το σπίτι, το τόσο άδειο πια. Μόνο που τώρα της είχε αλλάξει θέση. Την είχε τοποθετήσει έτσι, ώστε να μπορεί το βλέμμα του να χάνεται έξω από το παράθυρο. Δίπλα του είχε πάντα το καφέ, σκαλιστό μπαούλο, αυτό που είχαν αγοράσει σε κάποιο τους ταξίδι. Έκαναν πολλά ταξίδια οι δυο τους. Το άνοιγε που και που. Έτρεμαν τα χέρια του κάθε φορά που το άγγιζε. Σαν να μην άντεχε το βάρος του και δεν είχε πολλα μέσα. Λίγα, καλά φυλαγμένα μυστικά.
 
- Όχι, μην το ανοίξεις, ψιθύριζε κάθε φορά στον εαυτό του σαν να προσπαθούσε να τον προστατέψει από το περιεχόμενό του.
- Θέλω να τη δω, απαντούσε. Μια τελευταία φορά, έτσι στα κλεφτά και μετά θα το κλείσω. Και έπιανε στα χέρια του τον πολύτιμο θησαυρό του, που δεν ήταν άλλο από ένα κομμάτι γυαλιστερό χαρτί με το χαρούμενο πρόσωπό της να απεικονίζεται πάνω του. Μια φωτογραφία παλιά. Αυτός ήταν ο θησαυρός του.      
 
   Τότε μόνο ζούσε. Τότε που οι αναμνήσεις, απρόσκλητες και ορμητικές, εισέβαλλαν με μανία στο νου και την ψυχή του. Και πάντα η ίδια θύμηση, να του υπενθυμίζει πεισματικά πως κάποτε ήταν βυθισμένος στο πέλαγος της απόλυτης ευτυχίας, παραδομένος στον ιστό ενός έρωτα, που όμοιός του δεν ήταν δυνατό να υπάρξει.     
 
   Εκεί, στην ίδια θέση, στη δική της κόκκινη πολυθρόνα, χανόταν σε ένα απέραντο και ανυπόφορο ταξίδι αναμνήσεων. Πονούσε η ψυχή του. Ρίγη πλημμύριζαν το κορμί του, καθώς ένιωθε να την  παίρνει στα χέρια του και να τη στριφογυρνάει ώρες στη μέση της σάλας υπό τους ήχους της αγαπημένης τους μελωδίας. Την ένιωθε ακόμη. Τη μύριζε στον αέρα. Άπλωνε το χέρι του αναζητώντας το δικό της. Θαρρείς πως ήταν εκεί και την άγγιζε. Ξάφνου άνοιγε τα μάτια. Ξυπνούσε από το λήθαργο της νοσταλγίας και καταλάβαινε πως εκείνη δεν ήταν εκεί. Είχε φύγει. Σαν το δυνατό άνεμο, που σηκώνεται για μια στιγμή και σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του και μετά τίποτα. Η απόλυτη άπνοια. Έτσι και εκείνη, μπήκε στο χορό της ζωής του από το πουθενά, λικνίστηκε με πάθος, την τάραξε συθέμελα και μετά χάθηκε. Η απόλυτη σιωπή.
 
   Και ήταν τόσο εκκωφαντικός ο ήχος της σιωπής της, που νόμιζε θα του τρυπoύσε τα αυτιά.
 
- Φτάνει, φτάνει. Δεν το μπορώ άλλο, μονολογούσε στις σκόρπιες του εκρήξεις και κρυφά παρακαλούσε να γυρίσει και να τον γλιτώσει από το μαρτύριό του. Για χρόνια ολόκληρα το ζούσε αυτό. Κάθε μέρα έπαιρνε τη θέση του στην κόκκινη πολυθρόνα, εκείνη που τον έκανε να νιώθει πως βρίσκεται στην αγκαλιά της και περίμενε. Λαχταρούσε. Προσμονούσε.      
 
   Κάθε μέρα, η ίδια μέρα.           
 
   Μονάχα αυτός είχε αλλάξει. Η μελαγχολία είχε χαρακώσει το πρόσωπό του με μικρές ρυτίδες γύρω από τα μάτια και το στόμα. Τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει. Ένας γοητευτικός και συνάμα μελαγχολικός άντρας, μόνος, παρέα με το παρελθόν, που περίμενε. Αλήθεια, περίμενε. Πίστευε στο γυρισμό της ακόμη και τώρα που είχαν περάσει έντεκα χρόνια.
 
   Καθόταν στην αγαπημένη της πολυθρόνα. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο χωρίς πραγματικά να βλέπει, όταν κάτι ήρθε να ενοχλήσει τη σιωπή. Ένας ανατριχιαστικός, αλλά διστακτικός θόρυβος της παλιάς καγκελόπορτας, τον έκανε να πεταχτεί όρθιος. Είχε χρόνια να τον επισκεφτεί κάποιος. Την είδε. Ήταν εκείνη. Εκείνη που τόσο περίμενε. Δεν είχε αλλάξει πολύ. Μόνο τα πλούσια, καστανά της μαλλιά είχαν μακρύνει κι άλλο. Τα μεγάλα της μάτια… Αυτά τα μάτια που τόσο είχε αγαπήσει όταν την είχε πρωτοαντικρύσει, έκαναν την καρδιά του να σπάσει. Τον είδε. Μόνο που τώρα ένας φόβος είχε φωλιάσει μέσα του. Ήθελε να τρέξει, να την αγκαλιάσει, να χαθεί στα βασανιστικά φιλιά της, αλλά κάτι τον σταματούσε. Ήθελε να της μιλήσει, να τη ρωτήσει γιατί. Αυτό το γιατί που τον είχε αρρωστήσει. Δεν ήξερε αν θα τη δεχόταν πίσω. Αν το έκανε, θα ζούσε με το φόβο ότι θα του φύγει πάλι και ήξερε πως δεν θα το άντεχε για δεύτερη φορά.
 
Έλλη Λινάρδου
* Ο πίνακας είναι του Patrick Palmer @ 2012, άτιτλος προς το παρόν.
 

 

"The Melancholy Of Expectation" by Ellie Linardou, Translated by Nopi Angelou
You can find it here
 

The Wo(Man) In Me