Starlight

Πρωτοχρονιάτικο Βατερλό

 
Πρωτοχρονιά. Λίγο μετά την αλλαγή του χρόνου…
 
vaterlo03   Η τηλεόραση είχε τις κλασικές αηδίες της κι εγώ βαριόμουνα οικτρά να κάτσω μέσα στη σαπίλα του καναπέ. Χρειαζόμουν επειγόντως αλκοόλ και καμία νέα αιθέρια ύπαρξη να χαϊδέψει το καλογυμνασμένο κορμί μου. Το ολοκαίνουργιο smart phone χτύπησε με μανία και το ringtone – Boston ''More Than A Feeling'' (ναι, ναι, πρέπει να το αλλάξω κάποια στιγμή)  - ξύπνησε τον τίγρη που κοιμόταν μέσα μου. Απάντησα αμέσως και η φωνή του Κώστα, με την μπρουτάλ βραχνάδα, ταρακούνησε το ακουστικό. «Τι θα γίνει, ρε φίλε, θα πάμε καμία βόλτα να δούμε κανένα μωρό»; Ο Κώστας ήταν ο κολλητός, ο αδελφός, ο στρατηλάτης μου! Καμιά μάχη δε χάθηκε όσο ήταν πλάι μου, τον εμπιστευόμουν τυφλά και σεβόμουν τη γνώμη του. Έτσι λοιπόν, δεν ήθελα παρακάλια, δεν τα χρειαζόμουν, άδραξα την ευκαιρία και βγήκα από το καβούκι μου. Δώσαμε ραντεβού σε εκείνο το μπουζουκομάγαζο που τραγουδάει εκείνος ο αηδιαστικός τύπος με τις σαχλές επιτυχίες. Τα σκυλέ σουξεδάκια που απευθύνονται σε χαμηλή κουλτούρα ανθρώπων.  Έβαλα την πουκαμισιά και καβάλησα την Yamaha. Α, ρε Σαλόνικα, δε σ' αλλάζω, ρε, κι ας έχεις τον πιο ελεεινό περιφερειακό της Ελλάδας. Το πατούσα το ρημάδι, παρά την παγωμένη άσφαλτο και ένιωθα την ηδονή να χαστουκίζει το κορμί μου. Δεν άργησα να φτάσω… Όχι εγώ, ο καλύτερος οδηγός της πόλης! Ο Κώστας με περίμενε έξω από το μαγαζί, παρέα με δυο κουκλάρες. Το μάτι μου γυάλισε αλλά δεν το έδειξα, κρατήθηκα και τσαπατσούλικα πάρκαρα το θηρίο. Ο κόσμος είχε κάνει ουρά για να μπει, να ακούσει τον σαχλαμάρα, ενώ το κρύο τον χτυπούσε ανελέητα. «Πάνε καλά, ρε γαμώτο;» αναφώνησα και κλότσησα μερικά ορφανά χαλίκια που ήταν πεσμένα στο δρόμο. Θέλω να πω, ΟΚ κι εγώ εκεί ήμουν, αλλά όχι για να διασκεδάσω με τραγούδια που θυμίζουν αντιγραμμένο τσιφτετέλι του ‘80. Ήμουν εκεί γιατί, κακά τα ψέματα, τα καλύτερα κομμάτια στα μπουζούκια πάνε. Βαμμένα, στολισμένα, με κέφι και ζωντάνια, πίνουν μερικά ποτά και είναι πολύ εύκολο να τα κάνεις να βγάλουν τα κομψά φορέματα τους, τα σουπερ μίνι που ασφυκτικά κολλάν επάνω τους. Αυτό έψαχνα κι εγώ, ένα πρωτοχρονιάτικο, εύκολο πήδημα. Προχώρησα στην εύθυμη παρέα του φίλου μου και συστήθηκα. Η Ντίνα και η Όλγα ήταν υπερπαραγωγές, οι γκόμενες που λαίμαργα χαζεύεις στο δρόμο και σφυρίζεις σαν κάγκουρας όταν τις βλέπεις να περνάνε. Διότι, ναι ρε φίλε, σέβεσαι τα παντελόνια που φοράς και θέλεις να κάνεις ένα κομπλιμέντο και ας μην πετύχει. Εσύ το προσπάθησες. Τα κορίτσια έκαναν παρέα με τον Κώστα τον τελευταίο καιρό και η φιλιά τους του χάρισε πολλά προνόμια. Η μελαχρινή Ντίνα χαμογέλασε με νάζι και το ατελείωτο κορμί της έγινε η εμμονή μου. Τρελάθηκα, έχασα τα λογικά μου και έπρεπε να πιω επειγόντως για να καλμάρω τις σκόρπιες ορμές. Τελικά καταφέραμε να μπούμε μέσα και όπως ήταν φυσικό, αν δεν έχεις κλείσει τραπέζι τέτοια μέρα παίρνεις τα τρία τους. Αράξαμε στο bar αλλά εμένα καρφί δεν μου καιγόταν. Τι με νοιάζει εμένα πού θα κάτσω, όταν το μόνο που είχε κλειδώσει στο μυαλό μου ήταν να κάτσει το γιαβρί επάνω μου.
 
vaterlo01   Ξεκίνησα το μπλα μπλα με το γκομενάκι κι αυτό ανταπέδωσε. Το σουτιέν της έσφιγγε με μανία τα υπέροχα στήθη (σίγουρα τριάρι ή τεσσάρι) κι εγώ δε μπορούσα να συγκεντρωθώ. Το τοπίο ήταν μοναδικό και άξιζε να χαθώ μέσα του, έστω και αν θα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκανα στη μίζερη ζωή μου. Πήραμε τα ποτάκια μας (βότκα όπως πάντα) και όλα πήγαιναν μελί γάλα, ώσπου το Ντινάκι άρχισε να ασχολείται με το κινητό του. Το πρόσωπο μου άλλαξε εκφράσεις πολλές φορές και συνειδητοποίησα πως χάνω το παιχνίδι, πως κάτι έκανα λάθος. Όμως τι ήταν αυτό; Συμμάζεψα το θάρρος μου και ετοιμάστηκα να επιτεθώ, να αλλάξω την κατάσταση, όταν ξαφνικά εκείνη μίλησε με μια μελαγχολία στη φωνή της. «Ο πρώην μου» είπε και με χαστούκισε αυτή η βαριά λέξη που σε ξενερώνει, σε ξευτιλίζει και σε πετάει σαν χρησιμοποιημένο προφυλακτικό. «Χωρίσαμε πρόσφατα και ξέρεις πως πάνε αυτά. Είμαι μπερδεμένη». Ξεκίνησε λοιπόν η βαρετή κουβέντα που σιχαίνεται κάθε άντρας, που θέλει να συνεχίσει να λέγεται άντρας. Δεν είμαι ψυχολόγος, κούκλα μου, ούτε φιλαράκι σου, γιατί μου πρήζεις τον έρωτα; Σύντομα κατάλαβα πως η κοπέλα ήταν αλλού δοσμένη και πως δεν θα έτρωγα επιδόρπιο. Έδωσα τόπο στην οργή και συνέχισα τα γέλια ακολουθώντας την υποτονική πλέον παρέα. Μετρούσα ήδη το πέμπτο ποτό και έπρεπε να  ολοκληρώσω το έθιμο χρόνων που με ήθελε  την πρώτη μέρα του χρόνου να ξυπνάω με μια καυτή παρουσία δίπλα μου. Το κέφι είχε φτάσει στο ζενίθ και η πίστα ξεχείλιζε από κόσμο που λικνίζονταν υπό τους ήχους του μπουζουκιού. Αρσενικό να χορεύει αγκαλιά με θηλυκό τσιφτετέλι και να κουνιέται χαρωπά; Όχι, ρε, γαμώ την τρέλα μου, όχι, ρε αδέλφια, όχι αυτό. Λίγη σοβαρότητα. Πώς θα την πάρουμε την πόλη; Το θέαμα μου προκαλούσε έμετο και έβριζα. Γύρισα το βλέμμα μου προς το διπλανό τραπέζι και ασυναίσθητα καρφώθηκα σε ένα ξανθό άγγελο. Επάνω στο τραπέζι χόρευε με πάθος και με κοιτούσε έντονα. Μου έκανε νόημα να πάω εκεί, να χορέψω πλάι της. Χαμογέλασα ειρωνικά και κούνησα το ποτήρι μου, είπα «Στην υγεία σου»! Η παρέα της, μιλφάρες του κερατά (σαραντάρες - πενηντάρες) σχολίαζε και έδειχνε προς το μέρος μου. Κοίταξα προσεκτικά και δεν είδα κανένα κόκορα στην παρέα. Οπότε έπρεπε να κάνω την κίνηση ματ. Σε λίγα λεπτά ο Κώστας και τα κορίτσια με καληνύχτισαν. Η Ντίνα μου χάρισε μια ζεστή αγκαλιά και ένα ψιθυριστό «συγγνώμη». Πόσο γλυκιά έγινε ξαφνικά και πόσο μαλάκωσε τον αντρισμό μου; «Θα τα ξαναπούμε σίγουρα» είπα και στράφηκα προς το νόστιμο ορεκτικό. Πλησίασα με αέρα νικητή και συστήθηκα. «Έλλη» μου είπε με αισθησιακή φωνή και μπρίο. Αυτό ήταν! Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι το κορμί ψοφάει για σεξ. Μιλούσαμε ασταμάτητα και από το πολύ ποτό άρχισε να ξεφεύγει η κατάσταση.  Ώσπου ένιωσα το χέρι της να χαϊδεύει απαλά το κολλητάρι μου, εκείνον που δεν με πρόδωσε ποτέ και μοιραστήκαμε μαζί τα καλύτερα κορμιά. Δεν ήθελε πολύ κι αυτός και τσουπ ορθώθηκε με καμάρι. «Κοίτα τι έκανες τώρα»! Τη μάλωσα παιχνιδιάρικα… «Πρέπει να κάνεις κάτι να τον ξανακοιμήσεις και... να σου πω; Δεν κοιμάται εύκολα. Θέλει πολύ φροντίδα». Με βλέμμα όλο πάθος, έβγαλε την καυτή γλώσσα της και έγλειψε προκλητικά τα σαρκώδη χείλη της.
 
vaterlo02   Φύγαμε βιαστικά για το σπίτι μου καβάλα στη Yamaha και κατάφερα να κλέψω με ευκολία μερικές πληροφορίες για τη ζωή της. Η Έλλη ήταν τριάντα επτά χρονών, παντρεμένη με δυο παιδάκια (δεν της φαινόταν, με τέτοια κορμάρα σίγουρα όχι). Φραγκάτη Καλαμαριώτισα που είχε βαρεθεί την ανιαρή ζωή της, τον ηλίθιο άντρα της που δεν την πηδούσε. Αφήνεις να πάει χαράμι τέτοιο κομμάτι, ρε φίλε; Σε άλλο μαγαζί αυτός με τα φιλαράκια, στα μπουζούκια αυτή με τις μιλφάρες. Καλά σου κάνει, ρε φλώρε! Καθώς πατούσα το γκάζι με έσφιγγε στην αγκαλιά της και ένα γνώριμο συναίσθημα άναβε νωχελικά μέσα μου. Για πότε φτάσαμε σπίτι μου χαμπάρι δεν πήρα. Ανεβήκαμε βιαστικά και αφού παιδεύτηκα για λίγη ώρα, κατάφερα να χώσω το κλειδί στην πόρτα. Μπήκα μέσα πρώτος και βιαστικά τακτοποίησα όσα σκόρπια ρούχα μπόρεσα. Το ρολόι στον τοίχο έδειχνε έξι και μισή και το μακρινάρι μου δεν άντεχε άλλο, ξεντύθηκα και ετοιμάστηκα να τη σκίσω. Αυτή ήταν τελείως λιώμα, παραπατούσε, σκόνταφτε και έλεγε ένα σωρό ασυναρτησίες. Αφού κατάφερε να ξεχωρίσει μέσα στη σούρα της τα ρούχα, τα έβγαλε βιαστικά χωρίς δεύτερη σκέψη. Το καλλίγραμμο κορμί της έμοιαζε σα θειο αριστούργημα και όρμησα να το κάνω δικό μου. Όμως εκείνη δεν καταλάβαινε τίποτα, μούγκριζε σαν ζόμπι και τα μάτια της έκλειναν από τη μέθη. Ένιωσα μαλάκας, ανόητος και ξευτίλας. Σταμάτησα αμέσως και έκανα πίσω. Δεν είναι αυτός ο τρόπος ο αρσενικός, κοιμάσαι με κάποια που γουστάρει να είναι μαζί σου και είναι στα καλά της. Όχι λιώμα από τα ξίδια, να την εκμεταλλευτείς με χυδαίο τρόπο. Της έδωσα δυο σφαλιάρες να συνέλθει και την έβαλα να ξαπλώσει στο κρεβάτι μου. Έβαλα ελληνικό καφέ να ψήνεται και κοίταξα έξω. Ήταν ακόμα σκοτεινά. Χαμογέλασα. Για όλα υπάρχει η πρώτη φορά. Η πρώτη ήττα, η πρώτη επιτυχία. Ξάπλωσα στον καναπέ και αποκοιμήθηκα παρέα με το πεινασμένο κολλητάρι μου. Ο σκύλος της κυρά Μαρίας με ξύπνησε βίαια. Κοίταξα το ρολόι του τοίχου. Δυο και μισή. «Γαμώτο, η γκόμενα!», σκέφτηκα και σηκώθηκα γρήγορα. Το κρεβάτι ήταν άδειο με ένα σημείωμα επάνω. «Γλύκα, σ' ευχαριστώ που με σεβάστηκες. Λυπάμαι που δεν έκανα το ίδιο κι εγώ. Δε με λένε Έλλη και δεν έχω παιδιά, για την ακρίβεια δεν είμαι καν παντρεμένη. Ούτε αμάξι έχω ούτε φράγκα. Γι αυτό δείξε λίγη κατανόηση που σου πήρα 600 ευρώ από το συρτάρι και τη σουπερ μηχανάρα σου. Καλή χρονιά και να προσέχεις. Α! Και κάτι να απαλύνω τον πόνο σου. Λεβέντη μου, τι εργαλείο είναι αυτό που κρύβεις μέσα στο παντελόνι σου; Τόσα χρόνια τέτοιο έπος δεν έχω ξαναδεί. Κρίμα που δεν το γεύτηκα»… Έπιασα το κεφάλι μου και ξέσπασα σε νευρικά γέλια. Σόρυ, μάγκες, περιμένατε να την είχα χώσει ε; Σας άφησα με το πουλί στο χέρι, φανταστείτε όμως τι πέρασα εγώ που έμεινα με το παπάκι στο χέρι. Α, ρε Yamaha!
 
John Emmans
 

Facebook Comments

Starlight