Starlight

Ο κοπετός της μάνας

 
kopetos   ΜΑΝΑ! Αχ, μάνα, αχ! Που είσαι; Που είσαι να με πάρεις αγκαλιά, να απαλύνεις τον πόνο που κατασπαράζει τα σωθικά μου; Έμεινα μόνη σ' ένα σπίτι αδειανό, δίχως παρηγοριά, δίχως άντρα και παιδιά. Τους πήραν μακριά μου και θανάτωσαν τα όνειρα μου! Που είσαι να ακούσεις τον κοπετό μου, μάνα; Δεν πρόκανες να μου μάθεις τη ζωή, να μου πεις πόσο αιμοδιψείς και άρρωστοι είναι οι άνθρωποι. Έφυγες νωρίς από κοντά μου, πριν προλάβεις να με δεις να παντρεύομαι, να κάνω οικογένεια. Με μεγάλωσες με δυσκολίες και πάλεψες με κακουχίες για να κρατήσεις εμένα και τ' αδέλφια μου στη ζωή. Θυμάμαι τα λόγια σου: «Να μεγαλώσεις κόρη μου, να γίνεις σωστός άνθρωπος και να ακούς τον πατέρα σου. Να είσαι ενωμένη με τα αδέλφια σου και να μην επιτρέψεις σε τίποτα να σας χωρίσει. Έπειτα, όταν έρθει η ώρα, θα βρεις αυτόν που θα κλέψει την καρδιά σου και θα παντρευτείς. Να αγαπάς και να τιμάς τον άνδρα σου. Να τον σέβεσαι, να τον στηρίζεις», είπες, και μετά από λίγο καιρό έκλεισες τα μάτια, αφού πάλεψες γενναία με την αρρώστια. Όσο κι αν πόνεσα, όσο κι αν έκλαψα, σε άκουσα, μάνα. Έτσι έκανα. Βοήθησα τον πατέρα, ήμουν πλάι στα αδέλφια μου και παντρεύτηκα έναν υπέροχο άνθρωπο. Τον αγάπησα, τον τίμησα, τον σεβάστηκα, τον στήριξα. Κι εκείνος όμως ήταν καλός, τίμιος, εργατικός. Μου χάρισε παιδιά, με έκανε βασίλισσα του. Φτωχή σε πλούτη μα πλούσια σε αγάπη. Ζούσαμε ταπεινά, ειρηνικά και παλεύαμε για τα προς το ζην δίχως να ενοχλούμε κανέναν. Μέχρι που μια ήρεμη ημέρα ακούστηκε εκείνη η οχληρή σειρήνα. Εκείνη η τρομακτική σειρήνα που μαζί της έσερνε μια άτεγκτη λέξη γεμάτη δυστυχία, θλίψη, δεινά. ΠΟΛΕΜΟΣ! Βάρβαροι κατακτητές έπεσαν σαν τα κοράκια στην πατρίδα και θέλησαν να γίνουν ταγοί του έθνους μας. Οι στρατιώτες μπήκαν στο χωριό και, κρατώντας όπλα στα χέρια, επέβαλαν την τάξη. Εξωτερικά έμοιαζαν άνθρωποι με ιδανικά, μα μέσα τους κυοφορούσαν κακία, μίσος, μισαλλοδοξία. Ο φόβος μην πάθει κάτι κακό η οικογένεια μου θρονιάστηκε μέσα μου και αναγκάστηκα να παίξω το ρόλο του γενναίου, όχι για εμένα, για τα παιδιά μου. Οι μέρες κυλούσαν με πίεση από το βάρβαρο κατακτητή που μας ανάγκαζε να δουλεύουμε γι' αυτόν, να του δίνουμε τα τρόφιμα και τα ζώα μας. Όποιος δε συνεργαζόταν μαζί τους έβρισκε φρικτό θάνατο ή και...
 
kopetos2   Πεινούσαμε πολύ. Θυμάμαι και κλαίω, την κατάντια των παιδιών μου που παρακαλούσαν για αποφάγια, που έκλεβαν στα κρυφά το χυλό που προόριζαν για τα ζώα τους. Ώσπου μια μέρα, ο άντρας μου δεν άντεξε. Πήγε με χαμόγελο και πήρε ένα καρβέλι ψωμί από τις προμήθειες τους. Το έκανε για εμάς. Οι στρατιώτες τον σταμάτησαν ζητώντας του να τους το παραδώσει. Αρνήθηκε. Ακολούθησε ξυλοδαρμός κι έπειτα τον εκτέλεσαν για ένα καρβέλι ψωμί. Ένα καρβέλι ψωμί που πήρε για να ταΐσει την οικογένεια του, ένα καρβέλι ψωμί που έκλεψαν από εμάς. Δικό μας ήταν. ΜΑΝΑ! Γιατί, γιατί μας φέρθηκε τόσο σκληρά η ζωή; Γιατί πληρώσαμε τόσο ακριβά την παραφροσύνη μερικών άρρωστων ηγετών που θέλησαν να κατακτήσουν τον κόσμο όλο; Τι φταίμε εμείς να είμαστε τα θύματα για τα δικά τους σάπια πιστεύω; Δε ζητήσαμε τούτο τον αλυσιτελή πόλεμο, μας τον επέβαλαν με το ζόρι για να ξεπλύνουν τα δικά τους βδελύγματα. Μόνο που το αίμα των αθώων δεν μπορεί να ξεπλύνει τις ακαθαρσίες τους τόσο απλά. Καμιά απάντηση δεν μπορούσε να με λυτρώσει, να μου δώσει το φιλί της ζωής που τόσο είχα ανάγκη. Έπρεπε να συνεχίσω, να πάω παρακάτω, όχι για εμένα, για τα παιδιά μου. Έσφιξα τα δόντια και έπνιξα το μίσος, την οργή μου. Έγινα μάνα και πατέρας, πρόβατο και λύκος. Πλέον, ήμασταν πιο προσεκτικοί, προσπαθώντας να τηρήσουμε τις ισορροπίες. Το φορτίο ήταν βαρύ και με γονάτιζε συχνά. Το πείσμα όμως με βοηθούσε να υπομείνω τον πόνο, τις δυσκολίες, το θάνατο, τον εξευτελισμό! Δεν ήταν για μια γυναίκα όλα αυτά. Όχι για μια μοναχή γυναίκα που ισορροπούσε ανάμεσα σε μητρότητα και δουλεία. Ναι, δούλα. Δούλα για εκείνους που με υπερηφάνεια δήλωναν στρατιώτες, σκοτώνοντας αθώο κόσμο μόνο και μόνο επειδή έτσι τους είπαν να κάνουν. Και η ανθρωπιά σας; ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΑ ΣΑΣ; Τι έψαχνα να βρω η ανόητη; Πως είναι δυνατόν να ζει ο αλτρουισμός, η φιλαλληλία, σ' ένα κόσμο που κυριαρχεί η έπαρση, ο αφιονισμός, η προδοσία, το μίσος, το κραταιό ΕΓΩ; «Σας ελευθερώσαμε, είστε υπό την προστασία μας πλέον», έλεγαν κοροϊδεύοντας πρώτα απ' όλους τους ίδιους τους τους εαυτούς. Ελευθερία! Τόσο γλυκιά λέξη μα και τόσο περιφρονημένη. Την εκτιμούμε μόνο όταν τη χάσουμε, όταν καταλάβουμε πόσο σημαντική είναι.
 
kopetos3   Οι στρατιώτες έπαιρναν τρόφιμα χωρίς σταματημό και μας ανάγκαζαν να δουλεύουμε γι' αυτούς μέρα-νύχτα. Κι εκεί που νομίζαμε ότι είχαμε ζήσει τα χειρότερα, μια νέα συμφορά χτύπησε την πόρτα μας. Στάλθηκε μια εντολή από τους ανωτέρους τους που ζητούσε σάρκα ζωντανή. Ήθελαν να πάρουν τα παιδιά μας, τα δικά ΜΑΣ παιδιά, και να τα κάνουν σπουδαίους πολεμιστές. Τότε όρμησε με λύσσα εκείνο το παγωμένο συναίσθημα που καμιά μάνα δεν μπορεί να φιλοξενήσει μέσα της. Όχι, διάολε! Αυτά είναι τα δικά μας παιδιά, τι δουλειά έχουν στον καταραμένο πόλεμο σας; Ο άνεμος δεν ήταν ικανός να φυσήξει δυνατά, πονούσε με αυτά που έβλεπε, γι' αυτό χάθηκε μακριά. Τα σύννεφα, λυπημένα, έκρυψαν τον ήλιο και έκλαψαν χωρίς σταματημό. Το νερό που έπεφτε στο χώμα δημιουργούσε ποτάμι τρομερό. Η γη δεν ήθελε να το ρουφήξει μέσα της, είχε ήδη ποτιστεί από ανθρώπινο αθώο αίμα. Ακούσαμε βήματα πολλά να σκίζουν το ποτάμι, που μάταια προσπαθούσε να τους εμποδίσει. Άνοιξαν την πόρτα του σπιτιού μου βίαια και μπήκαν μέσα κρατώντας όπλα και σπαθιά. Εκείνος, ο ανώτερος, με το χαραγμένο πρόσωπο, γέλασε εχθρικά και διέταξε. Μπήκα μπροστά από τα παιδιά μου και άπλωσα τα χέρια μου για να τα προστατέψω. Έκλαιγαν τρομοκρατημένα και ψέλλιζαν «μη μάνα, μην τους αφήσεις να μας πάρουν!». Με χτύπησαν, με έριξαν καταγής και ανενόχλητοι τα πήραν. ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ! Τόσο άνανδροι ήταν, τόσο τιποτένιοι. Θυμάμαι αμυδρά, καθώς από τα χτυπήματα βούλιαζα στις παραισθήσεις, τα τρομοκρατημένα πρόσωπα των παιδιών μου που ικέτευαν. Αχ, ψυχούλες καλές. Συγχωρέστε με που δεν μπόρεσα να σηκωθώ, να αρπάξω το όπλο και να σας γλιτώσω από τα χέρια των εχθρών. Ζαλισμένη, σας έβλεπα να χάνεστε μακριά κι εκείνο το παγωμένο συναίσθημα ξέσκιζε με ικανοποίηση τα σωθικά μου. ΚΤΗΝΗ, ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ, ΤΟΜΑΡΙΑ. Μου πήραν τα παιδιά μου, μάνα! Αίμα βγήκε από το στόμα μου και πότισε το πάτωμα. Είχα αρχίσει να συνέρχομαι από τη μέθη του ξυλοδαρμού και συγκέντρωνα δυνάμεις. Πίεσα τα χέρια για να σηκώσουν το ισχνό κορμί μου και στάθηκα όρθια. Βγήκα από το σπίτι αργά και αντίκρισα τη φρίκη. Γυναίκες πολλές, μανάδες πικραμένες, έκλαιγαν με γοερές κραυγές. Πάει, έφυγαν τα παιδιά μας, πέταξαν γι' αλλού. Η βροχή είχε κοπάσει και ο ήλιος ντροπιασμένος άρχισε να ξεπροβάλει πίσω από τα σύννεφα. Μάνα, δε θα έρθω να σε βρω, όχι τώρα, όχι έτσι. Θα ψάξω να τους βρω και να τους σφίξω στην αγκαλιά μου. Σκύβω γεμάτη οργή και λόγια βαριά ξεπετάγονται από το στόμα μου..
 
kopetos4
Αχ βάρβαρε κατακτητή, εσύ μου πήρες τη ζωή.
Αίμα γύρευες καυτό και αθώα παιδιά έκλεψες για το στρατό.
Μόνο που δε ρώτησες αν μπορείς, τα παιδιά μου να δανειστείς.
Τα πήρες μακριά και μου πέρασες θηλιά.
Πόνο πολύ έχω στα σωθικά και δε μου βγαίνει πια μιλιά.
Άντεξα τον άδικο ξυλοδαρμό, μα όχι και τον χωρισμό.
Αχ παιδάκια μου γλυκά, η αγκαλιά μου σας ζητά.
Κτήνη, τομάρια και δειλοί σας πήραν το πρωί.
Όμως θα ψάξω να σας βρω, ακόμη κι αν πρέπει να σκοτωθώ.
Σε εσένα απευθύνομαι μικρέ και άνανδρε εχθρέ.
Της μάνας μη σε βρει η απηνής οργή.
Ποτέ δε θα ξαποστάσεις, με την κατάρα θα ξεροσταλιάσεις.
Τόλμησες να πάρεις μακριά της οικογένειας μου την καρδιά.
Γι' αυτό σου την χαρίζω την κατάρα μου εμπλουτίζω.
Πόνο να νιώσεις τραγικό και τη χαρά να συναντήσεις στον γκρεμό.
Κρύο αέρας και βροχή να σου μαδάνε την ψυχή.
Του σπαθιού η λεπίδα να σου χαράξει την ελπίδα.
Κι αν έχεις και παιδιά, εύχομαι να τα...!
Μα τι λέω η τρελή; Πως μπόρεσα να πω, τα παιδιά σου να καταραστώ;
Ο πόνος ο τραχύς έγινε παχύς.
Άλλαξε εμένα και μ' έκανε σαν εσένα.
Μάνα είμαι και πονώ, να σε καταλάβω μπορώ.
Εύχομαι λοιπόν, αυτό που ένιωσα εγώ, να το στείλεις στο κενό.
Τα παιδιά σου να τα έχεις στην αγκαλιά σου να τα προσέχεις.
Τον άδικο τον χωρισμό, να μη νιώσεις όπως εγώ.
Θέλω μόνο να σου πω, τα παιδιά μου να έχεις φυλακτό.
Πρόσεχε τα αν μπορείς και μη τα κακολογείς.
Όσο για μένα να το ξέρεις θα σε ψάξω και θα υποφέρεις.
Παιδάκια μου γλυκά, θα σας έχω πάντα στην καρδιά.
Κάποια μέρα θα σας βρω και δε θα είναι στο όνειρο αυτό..

John Emmans

Starlight

Facebook Comments