Starlight

Έρωτας δίχως αύριο

 
erotasdihosaurio01   Η παγωμένη καρδιά του χειμώνα χτυπούσε δυνατά και οι πρώτες νιφάδες χιονιού έπεφταν χορεύοντας ένα απαλό βαλς, μεθυσμένες από έρωτα. Δεν ήταν οι μόνες όμως. Εκεί, λίγα μέτρα μετά το ερημικό πάρκο, μια κοπέλα καθόταν δίπλα στο παράθυρο και χάζευε το χαμογελαστό κόσμο που την περίμενε έξω με ανυπομονησία. Αλλιώς είχαν εκείνοι το "κρέμασμα" στο μυαλό τους και αλλιώς εκείνη στο δικό της. Η καρδιά της ήξερε καλά πως δύο τινά υπήρχαν. Το προηγούμενο βράδυ ή είχαν τελειώσει όλα ή μόλις είχαν αρχίσει. Η Μαρίνα ετοιμαζόταν να ανέβει τα σκαλιά της εκκλησιάς ντυμένη νύφη. «Μόνο ένας τρελός θα παντρευόταν με τόσο κρύο», έλεγε ξανά και ξανά και ο πατέρας της, κι εκείνη είχε μπόλικη τρέλα. Βλέπετε άλλον αγαπούσε κι άλλον παντρευόταν. Το μυαλό της κοπέλας χάθηκε για μερικά λεπτά και ταξίδεψε στην προηγούμενη μέρα. Εκείνη που της χάρισε μια γλυκιά πίκρα, μια ανάσα ζωής σε έναν αργό θάνατο.
 
erotasdihosaurio02   Όλα ξεκίνησαν με ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα. Ήταν εκείνος, ο Κωνσταντίνος, ο άντρας που είχε χαράξει μέσα της δυνατά συναισθήματα, ο άντρας που δεν μπορούσε να ξεχάσει. «Θέλω να σε δω», της είπε κι εκείνη έλιωσε, πώς μπορούσε να του αρνηθεί; Ναι, το θυμόταν πως παντρευόταν την επόμενη μέρα, αλλά η καρδιά της ήταν δική του. Αγαπούσε το μέλλοντα σύζυγο, τον αγαπούσε σαν άνθρωπο αλλά ποτέ δεν τον ερωτεύτηκε. Γιατί  ο έρωτας της ζωής της, αυτός που περίμενε με λαχτάρα, ήταν ο Κωνσταντίνος. Εκείνος την άλλαξε, την έκανε γυναίκα, πρώτα στο μυαλό και μετά στο σώμα. Καθώς ετοιμαζόταν να πάει να τον συναντήσει για μία τελευταία φορά, η πόρτα του δωματίου άνοιξε διάπλατα και οι δύο φίλες της μπήκαν βροντοφωνάζοντας «Πού θα κάνουμε το Bachelor, φιλενάδα, απόψε»; Πού όρεξη για τέτοια πράγματα; Εκείνη ζούσε μόνο για τη στιγμή που θα τον έβλεπε από κοντά. Ένιωθε ενοχές, ένιωθε φτηνή και βρόμικη, αλλά όταν η καρδιά προστάζει, ποιος μπορεί να μην υπακούσει; «Δεν μπορώ απόψε κορίτσια» είπε και έσκυψε το κεφάλι λυπημένα. «Ετοιμάζομαι να πάω να συναντήσω τον Κωνσταντίνο. Αποφάσισα πως την τελευταία μου βραδιά σαν ελεύθερη έπρεπε να την περάσω με εκείνον που θέλει να με δει νύφη περισσότερο από όλους σας. Συγνώμη»! Ήταν έτσι ακριβώς όπως τα έλεγε. Ήταν τόσο ερωτευμένοι μα τους χώριζαν άλλα πράγματα. Εκείνος δέκα χρόνια μεγαλύτερός της είχε ζήσει τη μισή ζωή του, είχε διαφορετική κουλτούρα, διαφορετικές εμπειρίες ζωής και αντιλήψεις που δεν του επέτρεπαν νοητικά να ξανανιώσει πιτσιρικάς. Εκείνη ήταν νέα, όμορφη, με όνειρα και αξίες. Όπως κάθε νέα κοπέλα, είχε σαν σκοπό στη ζωή της την οικογένεια. Να ερωτευτεί, να αγαπήσει, μέχρι να ολοκληρωθεί σαν άνθρωπος. Έβαλε τα παπούτσια της, τόνισε λίγο το κραγιόν, μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε για εκείνο το μέρος που έζησε μαζί του τις πιο γλυκές αναμνήσεις της ζωής της. Το σπίτι της συγχωρεμένης της γιαγιάς της. Πέρασαν πέντε χρόνια από την τελευταία φορά που τον συνάντησε εκεί και έπιασε τον εαυτό της να έχει το ίδιο καρδιοχτύπι. Το ίδιο χαμόγελο. Τα ίδια βουρκωμένα μάτια. Πάρκαρε βιαστικά στο στενό δίπλα από το σπίτι, κατέβηκε, έφτιαξε τη μακριά φούστα της και το πουκάμισο που τόνιζε το στήθος, πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να κάνει τα τελευταία βήματα που χρειάζονταν για να πέσει στην αγκαλιά του. Ένιωσε πως άρχισε να τη διαπερνά ένα ρίγος, μα δεν επέτρεπε στον εαυτό της να του το δείξει. «Όχι», έλεγε, «εκείνος είναι υπεύθυνος που παντρεύομαι. Εκείνος το ήθελε. Θα του δώσω τη χαρά που αποζητάει λοιπόν»! Κοίταξε γύρω της τους άδειους δρόμους και μελαγχόλησε. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Έτριψε τους ώμους της για να ζεσταθεί κι έπειτα έβαλε τα χέρια στις τσέπες. Μια γνώριμη φωνή επιτέθηκε στην ψυχή της, την χτύπησε με δύναμη και παραδόθηκε χωρίς μάχη. «Μαρίνα»; Αυτό ήταν! Δεν την κρατούσαν τα πόδια της πια.
 
erotasdihosaurio03   Γύρισε αργά το κεφάλι της και αντίκρισε το χαμογελαστό πρόσωπο εκείνου. «Μπορώ να σε αγκαλιάσω;» της είπε και άνοιξε τα χέρια του. Αυτή η τρεμάμενη φωνή του δεν ήταν καθόλου καλό σημάδι. "Μη λυγίσεις" φώναζε  μέσα της. Τον κοίταξε λαίμαργα για μερικά δευτερόλεπτα. Ήταν το ίδιο γοητευτικός, όπως την τελευταία φορά που τον είδε να χάνεται στο βάθος. Τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει ελαφρώς και η αρρενωπή ομορφιά του αιχμαλώτισε το ερωτοχτυπημένο κοριτσόπουλο. Η Μαρίνα έσφιξε τα χείλη της και απάντησε. «Φυσικά! Μόνο κράτα τις συγκινήσεις για λίγο. Ας μπούμε μέσα γιατί έχει υπερβολικό κρύο και η αλήθεια είναι πως δεν έχω διάθεση να εμφανιστώ νύφη με συνάχι»… Μέσα σε δύο κουβέντες του είχε υπενθυμίσει πως την επόμενη μέρα παντρευόταν κάποιον άλλον και εν μέρει τον είχε ειρωνευτεί κιόλας. Ο Κωνσταντίνος ήξερε πως τον αγαπούσε, πως δεν θα ερωτευόταν ξανά άλλον άντρα εκτός από εκείνον και πως οποιονδήποτε και να είχε δίπλα της, θα τον σύγκρινε πάντα μαζί του. Μα εκείνος δεν ήταν έτοιμος για γάμο. Δεν ήθελε να παντρευτεί ποτέ στην ζωή του. Η αντίληψη του ότι ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα, του είχε τρυπώσει καλά στο μυαλό και όσες προσπάθειες και αν έκανε η Μαρίνα στο παρελθόν για να του το βγάλει, πήγαν χαμένες. «Θέλω να είμαστε ελεύθερα σώματα, ελεύθερα πνεύματα, να μην ανήκουμε σε κανέναν. Ο έρωτάς μας θα πεθάνει αν παντρευτούμε κι εγώ δεν το θέλω αυτό» έλεγε ξανά και ξανά ο ώριμος άνδρας, μέχρι που την άφησε ελεύθερη να πραγματοποιήσει τα όνειρά της. Αφού την αγαπούσε, αυτό έπρεπε να κάνει. Μα εκείνη δεν του το συγχώρησε ποτέ. Μπήκαν βιαστικά στο παλιό σπίτι και άναψαν το τζάκι για να ζεσταθούν. Εκείνη δεν έπαιρνε τα μάτια της από πάνω του, προσπαθούσε να συλλέξει όσες περισσότερες εικόνες μπορούσε από το καλλίγραμμο κορμί του. Η αμηχανία δημιουργούσε ένα μεγάλο τοίχο και όποια προσπάθεια πήγαινε να κάνει εκείνος, καιγόταν στις φλόγες. Ώσπου ξαφνικά, ένα δροσερό αεράκι πήρε μακριά τις τυπικότητες και καθισμένοι δίπλα στο τζάκι, ο ένας ρωτούσε για την ζωή του άλλου τα τελευταία πέντε χρόνια. Ένα ήταν το συμπέρασμα. Τίποτα το ενδιαφέρον δεν υπήρχε σε καμία από τις δύο ζωές.
 
erotasdihosaurio04   Το πρόσωπο του Κωνσταντίνου φώτισε. Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε τα μαλλιά της. Έπειτα χαμογέλασε και μίλησε.
- Λοιπόν; Παντρεύεσαι, ε; Χαίρομαι για εσένα, Μαρίνα. Ήταν ένα όνειρό σου που έκανες πραγματικότητα επιτέλους. Εκείνη ένιωσε περίεργα, άβολα και απάντησε διστακτικά.
- Ναι, παντρεύομαι. Μου φαίνεται απίστευτο που έφτασα εδώ και όμως έφτασα. Ξέρεις είναι πολύ καλός άνθρωπος ο Μάνος. Με έχει στηρίξει πάρα πολύ και τον αγαπώ.
- Τον αγαπάς! Πιο πολύ από εμένα; Πόσο δυνατή ήταν μια απλή ερώτηση να φουντώσει ένα σκεπασμένο από τον καθωσπρεπισμό πάθος; Γιατί την αποσυντόνισε τόσο πολύ;
- Κωνσταντίνε μην αρχίζεις. Η σχέση μας είναι πλέον φιλική και ο λόγος που βρισκόμαστε εδώ, είναι για να μοιραστώ την χαρά μου μαζί σου. Ήσουν ο παιδικός μου έρωτας και όσα χρόνια και αν περάσουν θα παραμένεις σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Εκείνος σούφρωσε τα φρύδια θυμωμένα και έσφιξε τη γροθιά του.
- Τα ξέρω, Μαρίνα αυτά… Άλλο σε ρώτησα και απάντηση δεν πήρα. Τον αγαπάς περισσότερο από εμένα;  
- Ναι.
- Απόδειξέ το. Με μια γρήγορη κίνηση σφράγισε τα χείλη του επάνω στα δικά της. Ήταν γνώριμη η υφή αυτών των χειλιών. Γνώριμη η γεύση τους. Αυτή η γεύση που ήταν ναρκωτικό και για τους δύο. Μετά από απεξάρτηση πέντε χρόνων ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό; Και οι δύο ήθελαν εκείνη την τελευταία δόση του ναρκωτικού και ας τους οδηγούσε στο θάνατο. Ξαφνικά η Μαρίνα τον έσπρωξε δυνατά, με μίσος.
- Όχι, σταμάτα! Σηκώθηκε να φύγει. Εκείνος όρμησε σα θηρίο, την έπιασε δυνατά από τα μπράτσα και την κόλλησε στον τοίχο. Ψιθύρισε κάτι στο αυτί της και έπειτα έβγαλε τα ρούχα της. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο από την γύμνια δύο ξαναμμένων σωμάτων και από την εγκεφαλική επικοινωνία δύο μυαλών που είχαν γίνει ένα. Τα σώματά τους λειτουργούσαν σαν μαγνήτης. Πολλές φορές αυτά τα λένε καλύτερα από το ίδιο το στόμα. Το δικό της σώμα έλεγε "Δεν θα ξαναγαπήσω κανέναν αν αυτός δεν είσαι εσύ" και εκείνος της απαντούσε "Μόνο με εσένα αποκτά νόημα η ζωή μου". Μέχρι που κατέληξαν σε μία εκκωφαντική ένταση που τους έκανε να βγάλουν ό,τι πολυτιμότερο είχε ο ένας για τον άλλον. Εκείνο το βλέμμα στα μάτια που διάβαζε τις σκέψεις και το ψιθυριστό "Σ' αγαπώ" που είχε σκονιστεί. Όταν το πάθος σώπασε, όταν η καυτή ανάσα έσβησε, εκείνος την κοίταξε στα μάτια και μίλησε, καθώς η λαχανιασμένη φωνή έβγαινε με το ζόρι.
- Μη με αφήσεις από την αγκαλιά σου. Νόμιζα πως σε είχα χάσει, νόμιζα πως...
- Δεν με έχασες ποτέ αγάπη μου, τον διέκοψε καθώς μάζευε τα μπερδεμένα μαλλιά της. Δε θα με χάσεις ποτέ. Παντρεύομαι αύριο, μα παντρεύεται το σώμα μου και όχι η ψυχή. Τελικά νόμιζα πως ήμουν δυνατή να προχωρήσω τη ζωή μου μακριά από εσένα, μα γελάστηκα. Πάντα σε σύγκρινα μαζί του και ποτέ δεν με κάλυψε πραγματικά όσο εσύ. Αυτό που μας ένωσε ήταν το ενδιαφέρον και τίποτα περισσότερο. Αυτό είχα ανάγκη όταν με χώρισες.
Εκείνος σοβάρεψε και κοίταξε βαθιά μέσα στη φωτιά που λαίμαργα έτρωγε το χοντρό κούτσουρο.
-Έπρεπε να σε αφήσω ελεύθερη, Μαρίνα. Εγώ δεν μπορώ να σου δώσω αυτά που θέλει και λαχταράει η ψυχή σου. Δεν θα μπορέσω ποτέ, όσο κι αν σε αγαπάω.
- Αν δεν θέλουμε εμείς οι δύο να πεθάνει ο έρωτάς μας, δεν θα πεθάνει ποτέ.
- Δεν έχει σημασία πια, κορίτσι μου. Έκανες την επιλογή σου και πολύ καλά έπραξες. Αύριο ντύνεσαι στα λευκά και ένα καινούργιο κεφάλαιο ανοίγει στη ζωή σου. Δυστυχώς εγώ δεν χωράω πια σε αυτή, οπότε θα φύγω μακριά. Η Μαρίνα γούρλωσε τα γαλανά μάτια της και ετοιμάστηκε να δακρύσει.
- Θα φύγεις μακριά, Πού;
- Θα πάω να μείνω μόνιμα στην Κρήτη. Έχω ένα φίλο εκεί που θα με βοηθήσει να κάνω μια νέα αρχή. Χωρίς εσένα αισθάνομαι πως ο μόνος λόγος να ξεφύγω είναι να αλλάξω περιοχή και ανθρώπους που με περιτριγυρίζουν. Εκείνη ξεφύσησε αγανακτισμένα και προσπάθησε να δαμάσει την παραφροσύνη του.
- Μπορώ να τα διαλύσω όλα τώρα. Μόνο πες μου πως θα μείνεις εδώ. Κλέψε με, πάρε με μακριά για πάντα. Δεν ανήκω σε κανέναν άλλον εκτός από εσένα. Και δεν θέλω να κάνω ένα γάμο από πείσμα. Στο διάολο τα στεφάνια, οι μπομπονιέρες, τα νυφικά και όλα. Αν είναι να έχω εσένα, δεν θέλω να παντρευτώ ποτέ. Όμως εκείνος είχε πάρει τις αποφάσεις του. Δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο σε αυτή την καταραμένη, καταδικασμένη σχέση και την αποχαιρετούσε με τον τρόπο του. Αυτό που δεν μπορούσε εκείνη να καταλάβει ήταν το πως άντεχε να τη βλέπει να παντρεύεται άλλον. Μια ακόμα συνάντησή τους κατέληξε σε τσακωμό. Ο εγωισμός μπήκε μπροστά και όσο γρήγορα βρήκαν τον παλιό τους έρωτα άλλο τόσο γρήγορα τον ξανά έθαψαν. Λυπόταν πολύ μέσα του που η τελευταία τους συνάντηση είχε την κατάληξη, εκείνη να κλαίει πίσω του και εκείνος, ενώ έφευγε, να της ψιθυρίζει το "Θα σε αγαπώ για πάντα" που μόνο ο ίδιος άκουγε.
 
erotasdihosaurio05   «Έτοιμη η νύφη μας;»  ζητωκραύγαζαν οι ελεύθερες φίλες που ετοίμαζαν την νύφη και την αποσυντόνισαν από τις σκέψεις της. Η Μαρίνα επανήλθε απότομα από την προηγούμενη βραδιά και ανοιγόκλεισε τα μάτια της μηχανικά. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έβαλε το τελευταίο χαμόγελό της και ετοιμάστηκε να παίξει εκείνη την παράσταση που θα έκρινε την καριέρα της ως σύζυγο, ως γυναίκα και ως ερωμένη. Ήταν υπέροχη στ’ αλήθεια, πανέμορφη, λαμπερή, μα η χαμογελαστή μάσκα σύντομα έπεσε και η λύπη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της. Μπήκε στο αυτοκίνητο και παρακαλούσε μέσα της να τον δει εκεί έξω να την περιμένει, να τη γλιτώσει από όλο αυτό το μαρτύριο που την είχε υποβάλλει. Να την πάρει και να φύγουνε. Να φύγουν οι δυο τους μακριά, οπουδήποτε, αρκεί να ήταν εκείνη, εκείνος και η αγάπη τους. Όταν έφτασε, δεν βρήκε απολύτως κανέναν εκτός από το πλήθος του κόσμου που περίμενε εναγωνίως να δει τη θλιμμένη πριγκίπισσα. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και κάρφωσε τα μάτια της σε ένα ύψωμα μερικά μέτρα μακριά. Στην κορυφή στεκόταν ένας άντρας με μαύρο κοστούμι και κουνούσε τα χέρια του. Ήταν εκείνος, η φιγούρα που κοίταξε για τελευταία φορά. Χιλιάδες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της κατά την θέασή του. Ένα χτυποκάρδι γνώριμο πήρε και αυτό θέση. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα κι ας ήταν δακρυσμένα. Το παγωμένο χαμόγελο τώρα έγινε χαμόγελο ευτυχίας σαν να περίμενε κάτι. «Άντε, κορίτσι μου, περιμένει ο κόσμος!» ακούστηκε ο αυστηρός πατέρας και διάλυσε το όνειρο. Προχώρησε μερικά βήματα και έριξε ένα τελευταίο βλέμμα. Κατάφερε να διαβάσει τα χείλια του πριν τον χάσει από τα μάτια της "Είσαι όμορφη. Σ' αγαπώ"! Έπειτα στράφηκε στο μέλλοντα σύζυγο και με δάκρια στα μάτια του έδωσε το φιλί του Ιούδα. Ο κόσμος χειροκρότησε δυνατά και ένα κύμα ενοχών χτύπησε με βία την ψυχή της. Κατέβηκε βιαστικά τα σκαλιά και κοίταξε στο ύψωμα. Δεν ήταν κανείς πλέον εκεί, μόνο οι νιφάδες χιονιού που με το ζόρι στριμώχνονταν η μια δίπλα στην άλλη. Ένας δυνατός άνεμος φύσηξε και η Μαρίνα γύρισε ντροπιασμένη στο γάμο της. «Είμαι καλά, είμαι καλά, από τη συγκίνηση έτρεξα να πάρω αέρα» είπε και έπνιξε για πάντα την ευτυχία της.  

Tania DeFee, John Emmans
 

Starlight

Facebook Comments