manoAmano

loogoo

manoAmano XIV: Kick it, biht it, kickobiht it, bihtokick it!

 
«Μάνο νερουλά, θα έλθω εκεί και θα σου κλείσω το σπίτι»!

   Ο ξάδελφος του Ντάνη, που λες, γιατρέ μου, ο οποίος σήμερα είναι γιατρός κι αυτός και μάλιστα στην Αγγλία και διαπρέπει και του οποίου το όνομα μου διαφεύγει (ψέμα), τα είχε πάρει που του κάνανε φάρσες στο τηλέφωνο. Και όσο να πεις, ένα δίκιο το είχε και μάλιστα πολύ. Κάποια στιγμή τον πήρα τηλέφωνο, όταν έμαθα ότι το ζήτημα είχε πάρει διαστάσεις και είχε ζητήσει να παρακολουθείται το τηλέφωνό του. Μου μίλησε ζεστά, με κάλεσε να πάμε παρέα Maiden στον Λυκαβηττό και μου εξιστόρησε τη φαρσοκατάσταση. Ήταν απόλυτα τσαντισμένος και αν νομίζεις ότι εκείνος ο Μάνος φταίει, έχεις πατήσει κι εσύ τη μπανανόφλουδα. Απλά, ο άμοιρος πιτσιρικάς έτυχε να βρίσκεται στο λάθος μέρος τη λάθος ώρα. Κι αυτό είναι κάτι που μάλλον χαρακτηρίζει όλους εμάς. Κάποια στιγμή, εκεί στο γηπεδάκι του μπάσκετ, έτυχε να στραβοκοιτάξει τον φίλο μας και εκείνος δεν το ξέχασε. Πώς δεν ξέχασε ο Hetfield τις μπουκετιές του Mustaine; Κάπως έτσι…
kickit2144
   Και μην νομίσεις, γιατρέ μου. Αυτή η λάθος στιγμή πραγματικά μας ενώνει, στο πάνθεο των ηλιθίων, που είχαν την αίσθηση πως η πολλή χαλαρουΐτα θα τους βγει σε καλό. Θα ξεχάσω εγώ που είχε φέρει για μπάνιο την άλλη του ξαδέλφη, που είχε μια προσωπάρα καραμελαχρινή και κουκλίστικη και δεκαπέντε παραπανίσια κιλά; Και που είχε λυσσάξει μαζί μου κι εγώ το έπαιζα άνετος και «Ναι, εντάξει, όλες το παθαίνουν αυτό με μένα»… Ναι, ναι, Πόρσε μου και να μην μου τα χρωστάω. Και την επόμενη χρονιά, ήλθε η εξαδέλφη και ήταν τόσο αδυνατισμένη όσο έπρεπε κι ούτε να με φτύσει. Η λάθος στιγμή, ντοτόρε μου. Πανταχού παρούσα η ρημάδα… Παρέα με τη μπανανόφλουδα…

   Εκείνο το βράδυ το Αυγουστιάτικο είπαμε να κάνουμε το ετήσιο sleepless. Είχαμε την απαραίτητη συνοδεία από κράκουλες, είπαμε να εντρυφήσουμε στα υποβρύχια και κατά τη μία το πρωί σκεφτήκαμε να πάρουμε τηλέφωνο έναν φίλο μας – τότε – και να μην τον αφήσουμε να κοιμηθεί. Ο καθένας από εμάς βούταγε το τηλέφωνο και του έψελνε κάτι για μερικά δευτερόλεπτα. Ήλθε κι η σειρά μου. «Έλα, μ’ ακούς»; Πρόλαβε και είπε «Ναι» μέσα στη νύστα του. “KICK IT”! Το φώναξα, το χάρηκα, ίσως πιο πολύ κι απ’ τους ίδιους τους Beastie Boys στο video. O κουμπάρος, επόμενος στη σειρά, ήταν πιο ευρηματικός. «ΜΠΙΧΤ ΙΤ!» του πέταξε και πάσαρε τη συσκευή στον επόμενο. Και μετά… όταν ξανάλθε η σειρά μου, του είπα «ΚΙΚΟΜΠΙΧΤ ΙΤ!», για να ακολουθήσει η παρότρυνση «ΜΠΙΧΤΟΚΙΚ ΙΤ!» και να τεθεί επί τάπητος το επόμενο υποβρύχιο. Το τηλεφώνημα εκείνο κράτησε πάνω από είκοσι λεπτά. Μερικές ώρες μετά, όταν ξημέρωσε, αποφασίσαμε να πάμε για μπάνιο από τις εννιά. Νομίζω πως στη διαδρομή για το Αίας Κλαμπ είδα τον Ινδιάνο από την ταινία “The Doors” να μου γνέφει και να γελά. Νομίζω δηλαδή…
 

   Η Χρύσα μου είχε γουρλώσει τα μάτια. Δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει, πότε έπρεπε να γελάσει και γιατί. Είχε φορέσει το υπ’ αριθμόν 11 Queensryche μπλουζάκι της (Revolution Calling), είχε στεγνώσει τα κατάμαυρα μαλλιά της και με διέκοπτε μόνο για να ρωτήσει τι σημαίνουν οι λέξεις «Νταλαμπαμπάουα», «Ταλαμασάουα», «Στουρρρρρρ», «’τρας», πάντα σε συνδυασμό με τις κικομπιχτιές και τις μπιχτοκικιές. «Κάτσε, ρε αγαπάκι μου… Κεράσατε σφηνάκια τον Γιοκαρίνη και ούτε καν τα πληρώσατε; Και του λέγατε ‘Κάτσε καλά, κάτσε καλύτερα’ και τέτοια εμπριμέ»; Βλέπεις, γιατρέ μου, η Χρύσα μπορεί να είναι κι αυτή σαν κι εμάς, αλλά κάποια πράγματα την ξεπερνούν. «Και γιατί φώναξες σε κείνη τη Ζωή να βγει έξω»; Ιστορίες κι άλλες ιστορίες και εκείνη να μην έχει κανένα πρόβλημα να ακούει μόνο. Την έχει κουφάνει η ταχυγλωσσία μου ή το πόσο ξεκάρφωτες είναι οι αφηγήσεις; Εσύ τι λες; Θα ξανακαθίσω στον καναπέ ή θα πάω καλιά μου;

Κώστας Κούλης