InspirArt

loogoo

Του εγωισμού κατάρα

 

katara3   Η εξώπορτα του σπιτιού μου έκλεισε με νεύρο και ένα ρίγος αγκάλιασε το κορμί μου. Κοίταξα το ρολόι κρατώντας ένα καστανόξανθο ποτήρι ουίσκι. Ήταν περασμένες έντεκα και η νύχτα ζητούσε εκεχειρία με τα περίεργα πλάσματα των σκιών. Πλησίασα στο παράθυρο και άνοιξα την κουρτίνα. Το ταξί περίμενε έξω από το σπίτι μου καθώς η βροχή το μαστίγωνε ανελέητα. Εκείνη έτρεξε βιαστικά προς το μέρος του κρατώντας ένα περιοδικό στο κεφάλι της για να προστατευτεί από τις αιχμηρές σταγόνες. Άνοιξε την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου και σήκωσε απαλά το βλέμμα της προς το μέρος μου. Με κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα περιμένοντας να της πω να μείνει, να της πω όλα αυτά που δεν είχα το θάρρος να ξεστομίσω όσο ήταν μπροστά μου. Πίσω από την ασφάλεια του παραθύρου κούνησα το χέρι μου χαιρετώντας την. Ένιωσα την απογοήτευση της καθώς σούφρωνε τα χείλη της λυπημένα. Δεν έφταιγα εγώ, ήταν αυτός ο απαίσιος εγωισμός που μεγάλωνε επικίνδυνα μέσα μου. Αυτός κατασπάραζε την ευτυχία μου και με κρατούσε φυλακισμένο στο κενό της αλαζονείας. Έπρεπε να τον νικήσω αν ήθελα εκείνη την υπέροχη κοπέλα δική μου. Χτύπησα με τα δάχτυλα μου το τζάμι και έκλεισα την κουρτίνα. Πλησίασα τον καναπέ και κάθισα πίνοντας μια γουλιά από το αλκοολούχο δηλητήριο. Άκουσα τη μηχανή του αυτοκινήτου να απομακρύνεται. «Αυτό ήταν, έφυγε», σκέφτηκα, και συνέχισα. «Διάολε, γιατί να είμαι τόσο εγωιστής;». Εκείνη τη στιγμή με μίσησα όσο ποτέ ξανά και δικαίως. Το ποτήρι άδειασε γρήγορα και η μοναξιά μου δεν είχε ξεδιψάσει. Σηκώθηκα και γέμισα το ποτήρι ξανά. Έπειτα στράφηκα σε εκείνον το φάκελο που μου είχε αφήσει εκείνη επάνω στο τραπέζι. Πλησίασα φοβισμένος και τον κράτησα στα χέρια μου. Για μια στιγμή σκέφτηκα να μην τον ανοίξω, να τον πετάξω στα σκουπίδια. Όμως τι θα κέρδιζα; Άλλωστε δεν της άξιζε κάτι τέτοιο. Άρπαξα ένα μαχαίρι και τον άνοιξα γρήγορα κλείνοντας τα μάτια. Τράβηξα το περιεχόμενο προς τα έξω. Το άρωμα της είχε φυλακιστεί μέσα στο φάκελο και συγκινημένος τον μύρισα με αγάπη. Τότε ένιωσα τον εγωισμό να λυγίζει και τη ζεστασιά του έρωτα να πυρώνει. Τα συναισθήματα μου τρελάθηκαν και ζητούσαν απεγνωσμένα εκείνη. Έπρεπε να τρέξω, να πάω να τη βρω, να της πω "συγγνώμη" και να προσπαθήσουμε ξανά. Μέσα στο φάκελο υπήρχε μια φωτογραφία και ένα γράμμα. Ήταν μια φωτογραφία που είχα τραβήξει εγώ στο αγαπημένο μας σημείο. Εκεί που είχαμε πρωτογνωριστεί πριν από εννέα χρόνια περίπου. Ψηλά στο βουναλάκι με θεά τη θάλασσα και τα βράχια. Εκείνη χαμογελούσε κοιτώντας τη θάλασσα. Έπιασα το γράμμα και διάβασα βιαστικά...
 
«Αγαπημένε μου,

   για να διαβάζεις τώρα τούτο το γράμμα σημαίνει πως δε με συγχώρεσες για ότι σου έκανα. Ίσως να είχες και δίκιο, ποιος μπορεί να σε κρίνει; Σίγουρα όχι εγώ.» Άφησα στο τραπέζι το φάκελο και το γράμμα, χωρίς να το διαβάσω ολόκληρο. Ήταν περιττό και θα έχανα άδικα το χρόνο μου, καθώς είχα πάρει τις αποφάσεις μου. Ντύθηκα βιαστικά και της τηλεφώνησα χωρίς αποτέλεσμα. Το είχε απενεργοποιημένο. Βγήκα katara2από την είσοδο βιαστικά και έτρεξα προς το αυτοκίνητο μου. Το σπίτι της απείχε είκοσι λεπτά από το δικό μου. Οδηγούσα ήρεμα και απολάμβανα τη βραδινή βροχή που έπεφτε στο τζάμι χωρίς σταματημό. Οι σταγόνες έκαναν απαλό μασάζ στο παρμπρίζ και έπειτα έπεφταν στο δρόμο για να συναντήσουν τη μοίρα τους. Οι δρόμοι είχαν ελάχιστο κόσμο και τα φώτα των μαγαζιών ζωήρευαν το μουντό τοπίο. Στις διαβάσεις, άνθρωποι με ομπρέλες περνούσαν βιαστικά απέναντι και έτρεχαν να βρουν ασφάλεια στις φωλιές τους. Εμένα όμως με ενδιέφερε να βρω εκείνη και να τη σφίξω στην αγκαλιά μου. Είχα φερθεί ανώριμα και τυφλώθηκα από εγωισμό. Την εγκατέλειψα όταν με είχε πραγματικά ανάγκη, την πρόδωσα και αποδείχτηκα ανάξιος της αγάπης της. Παρόλα αυτά όμως, εκείνη τη διαολεμένη βραδιά, εκείνη έτρεξε να με βρει, να προσπαθήσει, να διεκδικήσει την αγκαλιά μου. Εγώ; Για άλλη μια φορά την έδιωξα και άφησα τη βροχή να ξεπλύνει από πάνω της τη σκόνη του έρωτα μας. Άραγε να ήταν αργά; Υπήρχε ελπίδα να την κερδίσω; Πάτησα το γκάζι με νεύρο και το αυτοκίνητο μούγκρισε από πόνο. Έφτασα κάτω από το σπίτι της και παρκάρισα σε μια γωνιά. Κοίταξα ψηλά στον τρίτο όροφο το διαμέρισμα της. Τα φώτα ήταν σβηστά. Πλησίασα στην είσοδο και πάτησα το κουδούνι. Περίμενα, και περίμενα, χωρίς να πάρω απάντηση. Ένα κύμα παροξυσμού χτύπησε με βία την ψυχή μου. Ένιωσα τον εγωισμό να ζωντανεύει και πάλι. Ύπουλα, κατασπάραζε τη ζεστασιά του έρωτα και ο θυμός δεν άργησε να έρθει. Είχα χαθεί για άλλη μια φορά στον ωκεανό του εγωισμού μου και δεν μπορούσα να βρω καμία σωτήρια λέμβο. Προχώρησα αργά μέσα στη βροχή επιτρέποντας της να ξεπλύνει κάθε όμορφο συναίσθημα που είχα για εκείνη. Έκατσα στο πεζοδρόμιο και θυμήθηκα εκείνο που μας χώρισε, εκείνο που για εμένα ήταν απυρόβλητο. Επέστρεψα στο σπίτι ηττημένος, πληγωμένος και ξέσπασα στο αλκοολούχο δηλητήριο. Κοιμήθηκα βαθιά, βλέποντας άσχημους εφιάλτες. Το επόμενο πρωινό σηκώθηκα με πονοκέφαλο και έβαλα μια κούπα καφέ για να συνέλθω. Κοίταξα το τηλέφωνο μου μήπως είχα κάποια κλήση (από εκείνη) και άνοιξα την τηλεόραση για συντροφιά. Τότε θυμήθηκα το γράμμα που καρτερικά περίμενε πάνω στο τραπέζι. Γέλασα ειρωνικά και πλησίασα. Το πήρα στα χέρια μου και ετοιμάστηκα να το σκίσω. Αόρατες, ερωτικές θωπείες μαλάκωσαν τη σκληρή ψυχή μου και με έπεισαν να το διαβάσω.
 
   Το άνοιξα προσεκτικά και άφησα τα μάτια μου να κατρακυλήσουν.
 
katara«Αγαπημένε μου,
 
   για να διαβάζεις τώρα τούτο το γράμμα σημαίνει πως δε με συγχώρεσες για ότι σου έκανα. Ίσως να είχες και δίκιο, ποιος μπορεί να σε κρίνει; Σίγουρα όχι εγώ. Προσπάθησα πολύ να επανορθώσω, να κολλήσω τα κομμάτια που έσπασαν για εμάς. Πόνεσα, έκλαψα, γεύτηκα την παρακμή και έφτασα πολλές φορές έξω από την πόρτα σου. Ήθελα να χτυπήσω, να μου ανοίξεις και να πέσω στην αγκαλιά σου για να λυτρωθώ. Όμως η πόρτα έμενε πάντα κλειστή κι εγώ βούλιαζα όλο και πιο βαθιά στο σκοτάδι της μοναξιάς. Συγχώρα με για όσα σου γράφω, δεν κατηγορώ εσένα για τίποτα. Εσύ έκανες αυτό που ένιωσες χωρίς υπερβολές και υποκρισία. Μόνο που ποτέ δεν άκουσες τι είχα να σου πω εγώ, όχι γιατί αδιαφορούσες, μα γιατί δεν άντεχες. Γι' αυτό σου γράφω αυτά τα τελευταία λόγια. Μπορεί να έκανα λάθη στη σχέση μας και να έχασα τον έλεγχο, όμως ποτέ μου δε σε πρόδωσα. Ποτέ δεν κοίταξα κάποιον άλλο άνδρα, ούτε ονειρεύτηκα τη ζωή μου χωρίς εσένα. Σε αγάπησα με τα ελαττώματα σου, με αυτό τον άτρωτο εγωισμό που σε κρατούσε αιχμάλωτο του. Δε θέλησα να σε αλλάξω, να πλάσω τον χαρακτήρα σου όπως τον ήθελα εγώ, γιατί πολύ απλά, σε ήθελα ακριβώς γι' αυτό που ήσουν. Για τις κακές συνήθειες, τον οξύθυμο χαρακτήρα, την τρυφερή και ευαίσθητη πλευρά, το μεγαλείο της ψυχής σου. Αμέσως κατάλαβα ότι εσύ κι εγώ ήμασταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλο και σου παραδόθηκα δίχως μάχη. Πέρασα εννέα υπέροχα χρόνια πλάι σου και θα ήμουν αχάριστη αν δεν ομολογούσα ότι με έκανες ευτυχισμένη. Κι ενώ εγώ δέχτηκα όλες τις επιθυμίες σου, εσύ έκανες πίσω όταν για πρώτη φορά θέλησα κάτι διαφορετικό από ότι εσύ. Με έσβησες έτσι απλά, σα να μην ήμουν κάτι ξεχωριστό για εσένα και προχώρησες παρακάτω. Σήμερα προσπάθησα για τελευταία φορά να έρθω να σε βρω ελπίζοντας ότι αυτό που είχαμε δεν ήταν ψεύτικο. Γι' αυτό λοιπόν απόψε θα δώσω ένα τέλος σε όλα αυτά. Αρκετά ο πόνος. Όταν φύγω από το σπίτι σου θα πάω στο μέρος που ξεκίνησαν όλα για εμάς. Θα σε περιμένω όλο το βράδυ να φανείς, να μου αποδείξεις ότι τελικά δεν ήσουν περαστικός. Κι αν δεν έρθεις να με βρεις, να μου πεις αυτό που ποθώ, δεν πειράζει. Να θυμάσαι πως σε αγαπώ και πως χωρίς εσένα δεν υπάρχει νόημα να ζω. Συγγνώμη που δεν μπόρεσα να γίνω αυτό που ήθελες, συγγνώμη που αναστάτωσα τη ζωή σου. Σε περιμένω.»
 
   Ένα βίαιο ηλεκτροσόκ χτύπησε το κορμί μου. Το στόμα στέγνωσε και τα μάτια θόλωσαν. Τι ήταν αυτό; Τι είχα κάνει, διάολε; Πως επέτρεψα, για ακόμη μια φορά, στον άσχημο εγωισμό μου να με καταστρέψει; Έκατσα στον καναπέ προσπαθώντας να συνέλθω. Κοίταξα το γράμμα που κρατούσα στα χέρια μου κι εκείνη την όμορφη φωτογραφία. «Ηλίθιε!», αναφώνησα οργισμένος. Δεν είχα δύναμη να σηκωθώ, να τρέξω μακριά να τη βρω. Το κεφάλι έστριψε ασυναίσθητα προς την τηλεόραση και βυθίστηκε για μερικά δευτερόλεπτα στις αλλοπαρμένες εικόνες της. Δεν είχα καταλάβει ακόμη τι είχε πραγματικά συμβεί. Ξύπνησα απότομα από το λήθαργο όταν το τηλέφωνο χτύπησε νευρικά. Απάντησα χωρίς συναίσθημα, χωρίς να σκεφτώ τίποτα και έλαβα την τιμωρία μου. Μια αναστατωμένη, γυναικεία φωνή μου είπε να τρέξω αμέσως στο νοσοκομείο. Εκείνη, είχε χτυπήσει σοβαρά και έδινε μάχη για τη ζωή της. Ένιωσα τον ύπουλο εγωισμό να με κοροϊδεύει και να με φτύνει κατάμουτρα χωρίς να με λυπάται. Αυτό μου άξιζε. Έφυγα βιαστικά και μέσα σε λίγη ώρα βρέθηκα στο άρρωστο κτήριο. Ανέβηκα τα σκαλιά όσο πιο γρήγορα μπορούσα και βρέθηκα στο διάδρομο της εντατικής. Είδα τους γονείς, τα αδέλφια και τους φίλους της. Δεν άντεξα, γαμώτο, έπεσα στα γόνατα και έκλαψα με λυγμούς. Ο πατέρας της φώναξε με μίσος εναντίον μου και η μάνα της με έδιωχνε σα να ήμουν ένα τέρας. Περπάτησα στα τέσσερα και αγκάλιασα τα πόδια της. «Συγχώρα με, μάνα!», είπα με δάκρυα στα μάτια. Όμως εκείνη με κλότσησε, σωριάζοντας με στο έδαφος. Ο αδελφός της πλησίασε και με σήκωσε. Με συνόδεψε ευγενικά έξω και μου είπε να φύγω. Για την οικογένεια της δεν ήμουν απλά παρείσακτος αλλά δολοφόνος. Επέστρεψα στο σπίτι κομμάτια και προσπάθησα να μείνω ζωντανός, όχι για εμένα, για εκείνη. Πέρασαν πέντε ημέρες κι εγώ δεν μπορούσα να συνέλθω, να ηρεμήσω. Κάθε μέρα πήγαινα έξω από το νοσοκομείο και περίμενα με δάκρυα στα μάτια. Ήθελα να την δω, να την αγγίξω και να της ζητήσω συγγνώμη. Ήταν η κατάρα του εγωισμού που δε με άφηνε να χαρώ την αγάπη και την ευτυχία. Με παγίδευε ύπουλα και με βασάνιζε χωρίς οίκτο, στραγγαλίζοντας ότι όμορφο είχα δημιουργήσει. Ώσπου, ένα απόγευμα, το χτύπημα του τηλεφώνου μου έδωσε ελπίδα και χαρά. Με κάλεσε μια φίλη και μου είπε πως εκείνη ήταν καλύτερα, πως μπορούσα να την δω για λίγο. Συναρμολόγησα τα σκόρπια κομμάτια μου και έφυγα για το νοσοκομείο. Πάλευα με δύναμη να υποτάξω τον απαίσιο χαρακτήρα μου και να σκοτώσω τον εγωισμό. Φοβήθηκα πως επέστρεφε, γιατί επέστρεφε. Ανέβηκα τα σκαλοπάτια και συνάντησα την κοπέλα που μου είχε τηλεφωνήσει. Οι γονείς εκείνης έλειπαν, δεν ήθελαν να με δουν, όμως επέτρεψαν να πάω μήπως βοηθούσε η παρουσία μου.
 
katara4   Στάθηκα θυμωμένος έξω από την πόρτα και έπιασα το χερούλι. Ένιωσα ένα κύμα θυμού να χτύπα με λύσσα την ψυχή μου κι εκείνον τον ύπουλο εγωισμό να με δαγκώνει στο λαιμό. «Γιατί μου φέρθηκαν τόσο άσχημα;», σκέφτηκα για τους γονείς της και τράβηξα το χέρι από το χερούλι. «Δεν καταδέχτηκαν να με συναντήσουν». Έκανα προς τα πίσω και απομακρύνθηκα από την κλειστή πόρτα. Γύρισα την πλάτη και περπάτησα θυμωμένος προς την έξοδο. «Στάσου!», φώναξε η φίλη της. «Άν φύγεις τώρα δε θα έχεις άλλη ευκαιρία!». Κάθισα για λίγο στα σκαλιά και πάλεψα με το αιμοβόρο κτήνος. Εκείνο με πρόσταζε να φύγω μακριά κι εγώ το χτυπούσα με όση δύναμη μου είχε απομείνει. Όμως είχε επιστρέψει με πυγμή και δεν τα παρατούσε. Δηλητηρίαζε το μυαλό μου με ψέματα και έσκιζε τα σωθικά μου. Σηκώθηκα όρθιος και φώναξα δυνατά γεμάτος οργή. Έτρεξα αμέσως και μπήκα στο δωμάτιο. Μόλις τα μάτια μου καρφώθηκαν επάνω της το τέρας χάθηκε ντροπιασμένο. Εκείνη ήταν ξαπλωμένη και κοιμόταν βαθιά. Δάκρυσα. Πλάι της, το μηχάνημα έδειχνε τους σταθερούς, αλλά αδύναμους, παλμούς της καρδιάς της. Έπιασα το τρεμάμενο στόμα μου και το ακινητοποίησα. Ήταν το ίδιο όμορφη όπως όταν την είχα πρωτογνωρίσει. Πλησίασα αργά και κάθισα δίπλα της. Δεν είχα πολύ χρόνο στη διάθεση μου, γι' αυτό έπρεπε να βιαστώ. Έπιασα τρυφερά το χέρι της και της τα εξήγησα όλα. «Αν διάβαζα το γράμμα όταν έπρεπε τώρα θα ήμασταν μαζί. Συγχώρα με!», της είπα στο τέλος κι εκείνη ελευθέρωσε ένα δάκρυ από τα μάτια της. Την φίλησα για τελευταία φορά και ξάπλωσα ελαφρώς πλάι της. Η νοσοκόμα μπήκε απότομα μέσα και με μάλωσε με έντονο ύφος. Μου ζήτησε να φύγω. Προχώρησα ατάραχος και λίγο πριν βγω από το δωμάτιο την είδα να μου χαμογελά. Το ήξερα, ήμουν σίγουρος πως με είχε συγχωρέσει. Επέστρεψα σπίτι και ξάπλωσα με τη φωτογραφία της αγκαλιά. Λίγες μέρες αργότερα με ειδοποίησαν πως έχασε τη μάχη με τη ζωή. Δεν πήγα στην κηδεία, δεν μπορούσα. Οι γονείς της με κυνήγησαν πολύ και προσπάθησαν να με καταστρέψουν. Δεν τα κατάφεραν όμως, γιατί πολύ απλά το είχα κάνει εγώ από μόνος μου. Ο καιρός πέρασε γρήγορα και καμιά νέα σχέση που έκανα δεν μπόρεσε να στεριώσει. Όλες περνούσαν βιαστικά και έφευγαν, πριν προλάβω να νιώσω έντονα συναισθήματα. Μόνο εκείνη υπάρχει στο μυαλό και την καρδιά. Κάθε χρόνο πηγαίνω εκεί, στο μέρος μας, αγναντεύω τη θάλασσα και μπαίνω στον πειρασμό να πάω να την βρω. Όμως του εγωισμού η κατάρα δε με αφήνει να λυτρωθώ. Με κρατάει αιχμάλωτο και με βασανίζει.
 
John Emmans

 

InspirArt

Facebook Comments