InspirArt

loogoo

Μην πεις αντίο, πες απλά καληνύχτα...

 
Kalhnyxta   Ήταν ένα θλιμμένο βράδυ του Φεβρουαρίου όταν, εκείνη που κατείχε το κλειδί της καρδιάς μου, μου τηλεφώνησε για να τη συναντήσω επειγόντως. Η φωνή της ήταν μονότονη και με το ζόρι ψέλλιζε εκείνη την αδιαλάλητη επιθυμία για... Συγκράτησα το φόβο μου και προσπάθησα να είμαι τρυφερός, ήρεμος. Δεν ήθελα να την απωθήσω. Συνέχισε να μιλά χωρίς συναίσθημα, αγνοώντας τις γρατζουνιές που χάραζαν την ψυχή μου. Μου ζήτησε να τη συναντήσω σε εκείνο το πάρκο που κάποτε σήμαινε τόσα πολλά για εμάς. Ένιωσα μια περίεργη απειλή, ένα αλλόκοτο συναίσθημα θλίψης και έσφιξα νευρικά τις γροθιές μου. Κάτι δεν πήγαινε καλά, σίγουρα. Άλλωστε, μετά από τόσα χρόνια, εκείνο το κόκκινο συναίσθημα που πολύς κόσμος ποθεί είχε πεθάνει για εμάς. Όμως εγώ δεν μπορούσα να κάνω πίσω, να της πω αντίο. Για εμένα ήταν ο κόσμος όλος, οι γεύσεις της ζωής, το οξυγόνο που λαίμαργα γέμιζε τα πνευμόνια μου. Τον τελευταίο καιρό η επικοινωνία μας λιγόστευε και η σχέση αιμορραγούσε θανάσιμα. Αυτή ζούσε στο δικό της κόσμο κι εγώ συμβιβαζόμουν για να κρατήσω τα κατακάθια του έρωτα μας. Μάταια μου έλεγαν οι φίλοι και γνωστοί να δώσω ένα τέλος, να πάω παρακάτω και να φτιάξω τη ζωή μου. «Μα, αυτή είναι η ζωή μου», απαντούσα και πάλευα με τα κύματα και τις φουρτούνες. Έκλεισα το τηλέφωνο και ντύθηκα αμέσως. Ένα δάκρυ γαργάλησε το μάγουλο μου καθώς κοίταζα το σπίτι, καθώς μύριζα το άρωμα της, σα να ήταν η τελευταία φορά. Το κρεβάτι είχε μαραζώσει και ο καναπές θρηνούσε την απώλεια. Όλα τα άψυχα αντικείμενα είχαν πάρει ανθρώπινη λαλιά και με ρωτούσαν: «Που είναι; Πότε θα γυρίσει; Γιατί σε άφησε τόσες μέρες μόνο σου;». Τι να απαντούσα; Δεν ήξερα! Η μύχια απάντηση δεν τολμούσε να ενσαρκωθεί με λόγια. Θα πονούσε, και ίσως δεν ήμουν έτοιμος να τη δεχτώ. Άνοιξα την εξώπορτα και χαμογέλασα. Σε αυτό το σπίτι ζήσαμε και κλειδώσαμε τις πιο δυνατές στιγμές της ζωής μας. Γενέθλια, εκπλήξεις, έρωτες, τσακωμούς, εντάσεις. Τίποτα απ' όλα αυτά όμως δεν πονούσε όσο εκείνη η άδεια παιδική κούνια. Εκείνη η κούνια που ποτέ δεν γέμισε, ποτέ δε χρησιμοποιήθηκε. Ίσως να ήταν η αιτία που το "εμείς" έγινε "εγώ" και το "σ' αγαπώ", "δεν σε αντέχω". Λαχταρούσαμε την άφιξη εκείνου του πλάσματος όσο τίποτα στον κόσμο. Γελούσαμε, κάναμε όνειρα και ευχαριστούσαμε ο ένας τον άλλο. Η φύση όμως δεν επικροτούσε τη χαρά μας, μας έδινε να πιούμε πικρό δηλητήριο και σύντομα έσβησε το γέλιο από το στόμα μας. Όλα ξαφνικά έγιναν. Οι ξαφνικοί πόνοι, το αίμα, ο γιατρός.
 
Kalhnyxta2   Βγήκα στο δρόμο και προχώρησα αφηρημένος. Ήταν περίεργη βραδιά κι ο κόσμος έδειχνε να συμμερίζεται την αλλόκοτη επιθυμία της νύχτας για περιδίνηση συναισθημάτων. Ακόμη κι αυτή, χαμένα τα είχε. Το κρύο χάιδευε απαλά το κορμί μου με διαβολική, φιλήδονη ευχαρίστηση και το σκοτάδι έκρυβε όλα όσα έπρεπε να κρατήσει δικά του. Τα πόδια μου σταμάτησαν μηχανικά μπροστά από τη βιτρίνα ενός μπαρ. Ήταν μικρό και ήσυχο. Ο κόσμος απολάμβανε το ποτό του δείχνοντας να περνάει καλά. Τα μάτια μου επεξεργαστήκαν το χώρο γρήγορα και καρφώθηκαν στο τελευταίο τραπεζάκι της γωνίας. Μια ξανθιά κοπέλα, όχι πάνω από 25, καθόταν λυπημένη και άκουγε τα αυστηρά λόγια που με ευκολία έβγαιναν από το στόμα του συνομήλικου αγοριού της. Τι της έλεγε; Δεν μπορούσα να διαβάσω τα χείλη του, μα καταλάβαινα τη γλώσσα του σώματος. Εκείνη έπιανε νευρικά το ποτήρι με το λευκό κρασί και το χάιδευε προσπαθώντας να αποφύγει να τον κοιτάξει στα μάτια. Ξαφνικά, εκείνος σηκώθηκε από το τραπέζι και της φώναξε δυνατά, τραβώντας τα βλέμματα του κόσμου. Της είπε μερικά ακάθαρτα λόγια κι έπειτα κλότσησε το τραπέζι. Πέταξε ένα χαρτονόμισμα και βγήκε από το μαγαζί. Πέρασε από δίπλα μου και ετοιμάστηκα να του μιλήσω, να του πω «Γιατί;». Όμως κάτι με σταμάτησε, κάτι μου είπε «δεν είναι δική σου δουλειά». Τον έβλεπα να περνά το δρόμο και να χάνεται πίσω από τα κτίρια, καθώς ένα περίεργο συναίσθημα κούρνιαζε μέσα μου. Ετοιμάστηκα να προχωρήσω, να συνεχίσω την πορεία μου, όταν η πόρτα του μπαρ άνοιξε και πάλι. Η κλαμένη ξανθιά κοπέλα βγήκε με φόρα φωνάζοντας το όνομα εκείνου. Σκούπισε τα υγρά της μάτια προσπαθώντας να συνέλθει από την ταραχή και έψαξε το μικρό τσαντάκι που κρατούσε στα χέρια της. Η καρδιά μου πόνεσε, έγινε κομματάκια. «Από εκεί πήγε», της είπα δείχνοντας με το χέρι μου. Με κοίταξε μερικά δευτερόλεπτα και το βλέμμα της μου είπα όλα όσα χρειαζόμουν για να καταλάβω. Εκείνος, εκείνη, το λάθος, ο χωρισμός, ο πόνος! Ήθελα να την αγκαλιάσω, να τη σφίξω δυνατά, να της πω «μη στενοχωριέσαι, όλα θα πάνε καλά!». Μα, ένα τέτοιο ψέμα δεν ήμουν ικανός να το πω σε 'μένα, πως θα το έλεγα σε εκείνη; Κούνησε το κεφάλι της ευχαριστώντας με και έτρεξε πίσω του. Έβαλα τα χέρια στην τσέπη για να τα προφυλάξω από το τσουχτερό κρύο και προχώρησα. Κάποιες απαλές αναμνήσεις τρύπωσαν ύπουλα στο μυαλό μου και με έκαναν να δακρύσω. Θυμήθηκα τότε που είχα πρωτογνωρίσει την καλή μου, πριν μερικά καλοκαίρια, σε μια πανέμορφη παραλία. Φορούσε ένα υπέροχο μαγιό που αγκάλιαζε ερωτικά το υπέροχο κορμί της. Εντυπωσιάστηκα από το καλλίγραμμο σώμα και ερωτεύτηκα το δαιδαλώδες μυαλό της. Από εκείνη την ημέρα ορκίστηκα να την κρατήσω για πάντα δική μου.
 
Kalhnyxta3   Πως καταλήξαμε εδώ; Πως κάναμε το μεγάλο μας έρωτα κατάντια; Ένιωσα τιποτένιος, άνανδρος, και μια πύρινη λαίλαπα επιτέθηκε στα συναισθήματα μου. Έπρεπε να την ξανακερδίσω, να την κάνω και πάλι δική μου. Δεν εγκαταλείπεται έτσι απλά ένας αγώνας, ακόμη κι αν η άλλη πλευρά είναι πληγωμένη, μπερδεμένη. Το χαμένο θάρρος επέστρεψε στις βάσεις του και η αγάπη μου αναθερμάνθηκε. Έφτασα στο πάρκο μερικά λεπτά πριν από το ραντεβού και κάθισα στο παγωμένο παγκάκι. Ξαφνικά η νύχτα είχε γίνει πιο φιλική, πιο οικεία για εμένα. Μπορούσα να την καταλάβω, να χαθώ στα σκοτεινά μονοπάτια της και να τα γεμίσω φως. Λίγα μέτρα μακριά μου ένα νεαρό ζευγαράκι φιλιόταν με πάθος κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Εκείνη του χάιδευε απαλά τα μαλλιά και τον κοίταζε στα μάτια. Εκείνος είχε περασμένα τα χέρια του γύρω από τη μέση της, σφίγγοντας την με πάθος. Ψιθύριζαν ο ένας στον άλλο λόγια όμορφα, λόγια ερωτευμένα, λόγια που όλοι μας έχουμε ξεστομίσει. Αυτή είναι η ομορφιά της ζωής, αυτή είναι η υπέρτατη δύναμη που τρέφει τον άνθρωπο με ευτυχία. Τα φώτα της λάμπας δεν έφταναν έως εκεί, παρόλα αυτά μπορούσα να διακρίνω το νεαρό της ηλικίας τους. Η κοπέλα ήταν μελαχρινή, περίπου 20 με 25 ετών και έλαμπε από ευτυχία. Το συνομήλικο παλικάρι της ήταν καστανόξανθο και είχε βαριά ευθύνη να την προστατεύει. Καθώς τους κοίταζα, μια νοητή φωνή μου μίλησε γι' αυτούς, μου εξιστόρησε την ιστορία τους. Εκείνος τελείωνε την ιατρική κι εκείνη δούλευε πωλήτρια σε ένα μαγαζί με είδη δώρων. Δεν μπορούσαν να είναι μαζί, δεν μπορούσαν να ευχαριστήσουν τους γονείς τους, τους φίλους τους. Παρ' όλα αυτά η αγάπη τους ήταν δυνατή, δεν ακολουθούσε κανόνες και πρέπει. Ερχόντουσαν εδώ, στο παρκάκι τους, και μεθούσαν από έρωτα. Θα τα παρατούσε όλα αν μπορούσε για χάρη της, θα την έκλεβε για να ζήσουν μακριά. Θα αρκούσε όμως αυτό; θα μπορούσαν να ζήσουν μόνο με αγάπη; Ήταν κι αυτή η διαολεμένη καλοπέραση, οι ανέσεις, που δεν μπορούσε εύκολα να απαρνηθεί. Η ζωή δεν είναι ένα όμορφο και καλογραμμένο παραμύθι με αίσιο τέλος. Είναι αδυσώπητη και κατασπαράζει κάθε συναισθηματικά ανόητο που αφήνει τον έρωτα να διέπει τη ζωή του. Αυτή είναι η γνωστή φάρσα της ζωής. «Δε θέλω να ακούσω άλλο», είπα δυνατά, «πάψε!». Το ζευγάρι με κοίταξε περίεργα, σχεδόν με πέρασε για τρελό, κι έπειτα έφυγε βιαστικά χαρίζοντας μου μερικές ανάρμοστες λέξεις. Αυτές που είχα ανάγκη να ακούσω για να συνέλθω από τον συναισθηματικό όλεθρο.
 
Kalhnyxta4   Έμεινα και πάλι μόνος, σιωπηλός, περιμένοντας εκείνη που λαχταρούσα να σφίξω στην αγκαλιά μου. Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να ταξιδέψω πλάι στις αναμνήσεις μου όταν, ξαφνικά ανθρώπινα βήματα με επανέφεραν πίσω στην πραγματικότητα. Κοίταξα στο βάθος την κεντρική πύλη με περιέργεια, προσπαθώντας να δω ποιος πλησίαζε. Ο φωτισμός δεν έφτανε έως εκεί, επεκτείνοντας έτσι την αγωνία μου. Μια σκιά, μια γυναικεία σιλουέτα άρχισε να ξεπροβάλει μέσα από το σκοτάδι. Σούφρωσα τα φρύδια και ανάγκασα τα μάτια μου να κοιτάξουν καλύτερα. Μπορούσα πλέον να διακρίνω τις δυο μεγάλες βαλίτσες που κρατούσε στα χέρια της. Πλησίασε την πρώτη λάμπα αργά κι επιτελούς το πρόσωπο της αποκαλύφθηκε. Ήταν εκείνη! Η γυναίκα της ζωής μου, το άλλο μου μισό. Σηκώθηκα και έτρεξα προς το μέρος της. Την αγκάλιασα σφιχτά και κόλλησα το μάγουλο μου στον ώμο της. Της μιλούσα συνέχεια, της έλεγα πόσο μου είχε λείψει, πόσο άδεια ήταν η ζωή μου αυτές τις τελευταίες ημέρες που με άφησε. Έδωσα αγάπη και θετική ενέργεια χωρίς να είμαι φειδωλός. Εκείνη στεκόταν όρθια, ανέκφραστη, χωρίς να αφήνει τις βαλίτσες από τα χέρια της, χωρίς να λέει το παραμικρό. Σάστισα με την κρύα συμπεριφορά της και τράβηξα το σώμα μου μακριά από το δικό της. «Ούτε μια αγκαλιά, ούτε ένα χάδι; Αυτό ήταν λοιπόν; Είμαστε δυο ξένοι πλέον;», σκέφτηκα και έγλειψα αμήχανα τα χείλη μου. Πλησίασα και πάλι, προσπαθώντας να τη φιλήσω με το δικό μου ξεχωριστό τρόπο. Εκείνη έστριψε το κεφάλι της αποφεύγοντας να αγγίξει τα χείλη μου. Έκανε ένα βήμα προς τα πίσω και είπε «Σε παρακαλώ, δε βλέπεις ότι δεν θέλω;». Ένα τεράστιο παγόβουνο έπεσε με ορμή επάνω μου, με διέλυσε, με εξευτέλισε. Τα χέρια μου έτρεμαν και η φωνή δεν μπορούσε να βγει, είχε πεισμώσει. Δεν ήξερα πλέον τι ήταν σωστό και τι λάθος, τι ήταν ζωή και τι θάνατος. Πάνω απ όλα όμως αδυνατούσα να καταλάβω ποια ήταν αυτή η γυναίκα και γιατί ήθελε να με δει, γιατί επέλεξε αυτή την απηνή τιμωρία. Ναι, εξωτερικά έμοιαζε με τη δική μου αγαπημένη. Ήταν όμορφη και φρέσκια, όμως μέσα της ήταν πικρή και άσχημη. Ένα δυνατό αεράκι σήκωσε μερικά σκόρπια χαρτιά στον αέρα και αφού έκαναν έναν κύκλο γύρω μας πέταξαν πέρα μακριά. Πόσο θα ήθελα να ταξιδέψω μαζί τους, να έφευγα από εκείνο το απαίσιο μέρος και να έσβηνα από τη μνήμη κάθε δευτερόλεπτο που καρατόμησε την ψυχή μου.
 
Kalhnyxta5   Με κοίταξε με θάρρος κατάματα και, δίχως ντροπή, άρχισε να μιλάει. Έλεγε και έλεγε ένα σωρό λόγια με στόμφο, χωρίς σταματημό. Οι λέξεις περνούσαν από μπροστά μου κι όταν κάποιες ήταν τσουχτερές, με γρατζουνούσαν. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ, απλά μάζευα όσες από δαύτες μπορούσα, προσπαθώντας μάταια να βγάλω νόημα. Μόνο όταν τέλειωσε τον μονόλογο της και ετοιμάστηκε να φύγει την διέκοψα. «Μπορείς να φύγεις για πάντα μακριά. Όμως, μην πεις αυτή την λέξη που θα με σκοτώσει. Αν νιώθεις κάτι για έμενα, ακόμη και οίκτο, μην το πεις. Μην πεις αντίο, πες απλά καληνύχτα και μετά πήγαινε εκεί απ όπου ήρθες». Χαμογέλασε τρυφερά και ψιθύρισε μια λέξη που πλέον για εμένα δεν είχε καμιά σημασία. Έπειτα είπε ένα «καληνύχτα» και γύρισε την πλάτη της. Προχωρούσε αργά πλησιάζοντας το σκοτάδι. Ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπα και... διάολε, δεν μπορεί να χωρίσουμε έτσι! Φώναξα τ' όνομα της δυνατά. Σταμάτησε μπροστά από την κεντρική είσοδο με την πλάτη γυρισμένη, χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει. Άφησε τις βαλίτσες της κάτω και έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα ακίνητη. Μας χώριζαν περίπου πενήντα μέτρα. «Μη φύγεις...», είπα με τρεμάμενη φωνή και ελευθέρωσα ένα ζευγάρι δάκρυα από τα μάτια μου. Καμιά απάντηση. «Θα προσπαθήσουμε από την αρχή και θα τα καταφέρουμε», είπα με όση δύναμη μπορούσα να ελευθερώσω. Εκείνη έσκυψε και πήρε τις βαλίτσες εξακολουθώντας να έχει την πλάτη της γυρισμένη. «Θα γίνω αυτός που δεν...», είπα και πριν προλάβω να ολοκληρώσω, προχώρησε βιαστικά περνώντας την είσοδο. Έτρεξα πίσω της νιώθοντας την καρδιά μου να πάλλεται. Βγήκα στο δρόμο κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά. Ένα κόκκινο αυτοκίνητο ήταν σταματημένο μερικά μέτρα μακριά μου κι εκείνη περίμενε από έξω. Κρύφτηκα πίσω από ένα κτίριο και παρακολουθούσα από ασφάλεια. Ένας άντρας βγήκε από την θέση του οδηγού και αφού πήρε τις βαλίτσες της την αγκάλιασε στοργικά. Εκείνη έκλεγε με λυγμούς και για μια στιγμή την είδα να απλώνει τα χέρια της προς το πάρκο. Έπειτα μπήκαν μέσα και το αυτοκίνητο χάθηκε για πάντα μαζί με εκείνη. Προχώρησα ήρεμα και διέσχισα τον κεντρικό δρόμο. Έβγαλα από την τσέπη το κινητό μου και διέγραψα τον αριθμό της. Έπειτα ψιθύρισα «καληνύχτα» και κατευθύνθηκα προς το σπίτι.
 
John Emmans

InspirArt

Facebook Comments