InspirArt

loogoo

Μεθυσμένο σκοτάδι

 
   Πάλι πίνεις, καημένε μου; Πάλι προσπαθείς να επουλώσεις τις πληγές που γρατζουνούν την ψυχή σου; Κοίτα πώς κατάντησες, να υποφέρεις σιωπηλά, να γίνεσαι έρμαιο του ποτού, να προσπαθείς να βγεις από το τίποτα της ζωής σου ρουφώντας λαίμαργα αλκοόλ. Δεν το αντέχεις κι όμως συνεχίζεις να γίνεσαι σκλάβος του, να το καταβροχθίζεις με ευχαρίστηση. Άραγε σου δίνει δύναμη ή μήπως μεθά τον πόνο και τον κάνει πιο γλυκό; Τραυλίζεις με το ζόρι λέξεις περίεργες, απόκοσμες και κρύες. «Αυτή», «Αυτός», «Σιχαίνομαι», «Δώσε», «Πάρε», «Ζωή»! Τα χέρια σου τρέμουν, με το ζόρι κρατάνε το ποτήρι και βρίσκουν τα χείλη από ένστικτο. Ακόμη μια θανάσιμη γουλιά γλιστρά από τη γλώσσα στο στομάχι και οξύνει τις λειτουργίες του εγκεφάλου. Το κεφάλι σου βαραίνει, ο κόσμος στροβιλίζεται απότομα και ένας ύπουλος, σχεδόν αόρατος, πόνος χτυπά με ορμή το στομάχι σου. Γιατί, γιατί το κάνεις αυτό με τόση άνεση, γιατί οδηγείσαι σε αυτό το απονενοημένο διάβημα; Τα μάτια σου στάζουν καυτή λαβα και το κορμί φλέγεται αργά, βασανιστικά, χαρίζοντάς σου πόνο και αποκαΐδια. Δεν είσαι για χαρές εσύ, δεν τις αντέχεις. Κοίτα πού σε οδήγησε η τελευταία σου απόπειρα για ευτυχία. Σε πρόδωσαν και πάλι με ευκολία, σε έριξαν σε μια περίοπτη γυάλα και σε άφησαν να αργοπεθαίνεις μόνος δίχως συντρόφια. Γι αυτό είσαι απόψε εδώ, γι αυτό πίνεις και πίνεις χωρίς σταματημό, λεβέντη μου. Μάταια προσπαθείς να ερωτευτείς, να βρεις ανθρώπους με κόκκινα συναισθήματα και.
 
methi01
 
   Διάολε, ξέρεις καλά που ανήκεις. Μην κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, μην είσαι άτεγκτος μαζί του. Λυπάμαι που γίνομαι αυστηρός, που αντιμετωπίζω με φλέγμα το πρόβλημά σου, όμως είναι ο μόνος τρόπος για να διώξω τη μέθη του μυαλού και της καρδιάς. Δε σου ταιριάζει το φως, ο έρωτας, η χαρά. Εσύ είσαι σκοτεινός, μοναχικός, έξυπνος και δαιδαλώδης. Τι δουλειά έχει το μαύρο με το κόκκινο, το φως με το σκοτάδι, η μοναξιά με τη συντροφιά; Ο μονήρης βιος σου είναι σκληρός, κρύος και μελαγχολικός, όμως, κάπου εκεί, ανάμεσα στο άδειο και το γεμάτο, υπάρχει κάτι που σου δίνει ελπίδα. Αυτό να γεύεσαι με όρεξη κι όχι το πικρό πιοτό του θανάτου. Όσο κι αν ποθείς τη ζεστασιά του έρωτα, τη δύναμη της φιλίας, να θυμάσαι πόσο σκληροί εγωιστές είναι οι άνθρωποι και να κρύβεσαι στο σκοτάδι σου. Δεν είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις αυτό το αχόρταγο εγώ που ποθεί συνεχώς κι άλλα κι άλλα, χωρίς σταματημό. Γι αυτό σε χρησιμοποίησαν χυδαία και στράγγιξαν κάθε σταγόνα ομορφιάς που θέλησες να μοιραστείς μαζί τους. Αιχμάλωτος των αναμνήσεων και των συναισθημάτων, εκτίεις την ισόβια ποινή σου μέσα σε ένα ιταμό μπαρ και κατακρεουργείς τις κόκκινες ελπίδες που, έστω κι άσκοπα, πλημμύρισαν τη ζωή σου.   
 
methi02   «Κάθε φορά που αγγίζω το ποτήρι με τα χείλη μου, κάθε φορά που το ποτό βυθίζεται στο κορμί μου, μια αλγεινή ανάμνηση ξεθωριάζει». Με αυτή την αδέσποτη σκέψη κοροϊδεύεις τον εαυτό σου και συνεχίζεις να μεθάς τη θλίψη σου. Αυτό έχεις ανάγκη να πιστέψεις για να ολοκληρωθεί η γοερή μυσταγωγία του θανάτου σου. Μόνο που ο θάνατος δε θα φέρει τη λύτρωση που περιμένεις, δε θα σε ελευθερώσει από τα δεσμά της καταισχύνης. Όμως δεν μπορείς να σκεφτείς καθαρά, να βάλεις το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων και να πολεμήσεις τον αόρατο εχθρό σου. Χόρεψε με τις σκιές, μείνε στο μαύρο σου και ξέχνα ό,τι ποτίζει με δηλητήριο τα τρυφερά βλαστάρια της ψυχής σου. Σβήσε από τη μνήμη σου εκείνη που σου έδωσε κίβδηλα φιλιά, εκείνον που σε αποκάλεσε φίλο, εκείνους που σου υποσχέθηκαν ελευθερία. Μπορείς να με ακούσεις, να νιώσεις την παρουσία μου; Ναι, μπορείς κι αυτό είναι άσχημο, καημένε μου. Σημαίνει πως έρχεσαι εδώ μαζί μας, από την άλλη μεριά. Κλαις, λυγίζεις, χάνεις την ισορροπία σου και πέφτεις από την καρέκλα στο έδαφος. Ο κόσμος γελάει με ειρωνεία, σε κατακρίνει αυστηρά, μα εσύ δεν ακούς, ετοιμάζεσαι για το μακρινό ταξίδι. Σκόρπιες, μεθυσμένες, σκέψεις ερεθίζουν το μυαλό σου και προσπαθούν να σε κρατήσουν στον κόσμο της ύλης. Είναι το πρόσωπο εκείνης της ξανθιάς κοπέλας που σου χαμογελά με νάζι, η φιλία εκείνου του μελαχρινού άνδρα που στέκεται δίπλα σου σα βράχος.

   Ξαφνικά μετανιώνεις για την κατάντια σου και προσπαθείς να σώσεις ό,τι μπορείς από τα συντρίμμια της ψυχής σου. Δε θα είναι πλέον εύκολο, καλέ μου φίλε. Σηκώνεσαι με το ζόρι και παραπατώντας βγαίνεις έξω από το μεθυσμένο μπουντρούμι. Είναι μια παγερή, άγρια βραδιά κι εσύ πολύ μεθυσμένος για να βρεις το δρόμο της επιστροφής. Τα σκοτεινά όντα της αβύσσου πανηγυρίζουν εδώ δίπλα μου και περιμένουν την εντολή του αφέντη μας για να επιτεθούν στο σάπιο κουφάρι σου. Μετανιωμένος, προσπαθείς να βρεις βοήθεια, να ξεφύγεις από τα αιχμηρά σαγόνια του σκότους. Μόνο τώρα, στο τέλος, νιώθεις την απειλή και ανήμπορος περιμένεις να γίνεις βορά του θηρίου. Προχωρείς μερικά μέτρα και πέφτεις στην τραχιά άσφαλτο. Είσαι ξαπλωμένος ανάσκελα σε μια απόμερη γειτονιά και ο τρόμος είναι διάχυτος στο πρόσωπό σου. Δεν υπάρχει ψυχή γύρω σου κι αυτό αναστατώνει τις αισθήσεις σου. Νιώθεις το στομάχι σου να πάλλεται από την υπερβολική ποσότητα αλκοόλ και θέλεις να ξεράσεις, όμως δεν μπορείς. Κοιτάζεις το φεγγάρι με παράπονο, είναι το μόνο που μπορείς να αντικρίσεις με τα μεθυσμένα μάτια σου και το παρακαλείς να σε βοηθήσει. Συγχώρα με που άργησα να σου μιλήσω, που δεν πρόλαβα να σε απομακρύνω από τούτο το μπαρ. Είναι πλέον αργά και σε λίγο θα είσαι εδώ δίπλα μου, χαμένος στο αιώνιο τίποτα, για να υποφέρεις μαζί μου.   
 
methi03   Κάνε κουράγιο κι όλα θα τελειώσουν γρήγορα, χωρίς μαρτύριο και πόνο. Μα, να, η εντολή δόθηκε και τα σκοτεινά όντα της αβύσσου ελευθερώθηκαν από τα δεσμά τους. Έρχονται να σε πάρουν κι εσύ το νιώθεις έντονα καθώς αφήνεις τούτο το μάταιο κόσμο. Τρέμεις, φοβάσαι, προσπαθείς να φωνάξεις για βοήθεια, μα το ποτό νέκρωσε τις λειτουργιές σου και είναι πλέον αργά. Ο χάρος υπέγραψε το θάνατό σου και του ανήκεις. Ο έρωτας, η πίστη, η αγάπη, η φιλία, αυτά σε οδήγησαν στο τέλος, αυτά έπρεπε να αποφύγεις, ευαίσθητε φίλε μου. Έπρεπε να μείνεις στη μοναξιά σου μακριά από ό,τι δεν ήσουν έτοιμος να γευτείς. Μα, για στάσου! Είναι δυνατόν; Μπορεί να συμβαίνει στ’ αλήθεια αυτό; Εκεί, απέναντί μου, πλάι στον άρχοντα του σκότους, μια λαμπερή οντότητα, απαιτεί τη ζωή σου. Είναι όμορφη, γλυκιά και τόσο οικεία. Μιλά με πυγμή, λέει πως δεν είναι η ώρα σου ακόμη και κατηγορεί το χάρο για πλαστογραφία. Επικρατεί αναστάτωση, μπορείς να το νιώσεις; Ναι, μπορείς και γνωρίζεις ποια είναι αυτή η όμορφη οντότητα που είχε το θάρρος να μπει στην άβυσσο και να διεκδικήσει την ψυχή σου. Δακρύζεις σιωπηλά και την ευχαριστείς, έπειτα ζητάς από εμένα να μην αποκαλύψω την ταυτότητά της.  Το σέβομαι, μόνο που δεν μπορώ να συγκινηθώ πλέον, να υμνήσω τη δύναμη της αγάπης, αυτή που πίστευα πως δεν υπήρχε. Τα πεινασμένα όντα της αβύσσου επιστρέφουν απογοητευμένα και εκείνη η φωτεινή οντότητα με χαιρετά με γλύκα καθώς απομακρύνεται από το μαύρο σάβανο του σκότους. Οι ώρες περνάνε γρήγορα και ο αδύναμος ήλιος αναλαμβάνει το θρόνο του. Με ακούς; Ξύπνα! Όχι, δεν μπορείς να με ακούσεις πλέον, δεν ανήκεις στον κόσμο μου. Σηκώνεσαι με δυσκολία και κοιτάζεις ζαλισμένος γύρω σου. Όλα μοιάζουν ψεύτικα κι εσύ νομίζεις ότι η αλήθεια είναι ψέμα και το ψέμα αλήθεια, νομίζεις ότι εμείς δεν υπάρχουμε, ότι έβλεπες έναν εφιάλτη, ένα νεκρό όνειρο. Όμως κάνεις λάθος. Περπατάς αργά προς το σπίτι σου και η δίψα για ποτό επιστρέφει. Θέλεις να πιεις ξανά αυτό το δηλητήριο, χωρίς να νοιάζεσαι, χωρίς να έχεις συνειδητοποιήσει τι πέρασες χθες το βράδυ. Μουτρωμένος, απογοητευμένος, διασχίζεις το δρόμο και χάνεσαι πίσω από τα γκρίζα κτήρια. Συγχώρα με τον καταραμένο, μα κάτι μου λέει ότι σύντομα θα ανταμώσουμε και πάλι, ότι το ποτό θα σου δώσει το εισιτήριο για το σκοτάδι.

John Emmans
 

InspirArt

Facebook Comments