InspirArt

loogoo

Λόγια Εύθραυστα...

 
logia01   Και κάπως έτσι όλα μπαίνουν στη θέση τους. Εγώ εδώ, στο δικό μου «αγαπώ» κι εσύ εκεί, στην πολυτέλεια του εγωισμού σου. Ο καθένας δίνει τη δική του μάχη και προσπαθεί να μείνει ζωντανός πάνω σε μια νεκρή σχέση. Τελικά τίποτα δεν είναι σίγουρο σε τούτο το μάταιο κόσμο. Όλα φθείρονται, όλα λιώνουν, όλα έχουν ημερομηνία λήξης. Σχέσεις, αγάπες, έρωτες, πάθη, όλα στροβιλίζονται στη δίνη του εγωισμού, του πλούτου, της ανηθικότητας, της χαμέρπειας. Πώς θα ήταν δυνατόν να γλιτώναμε εμείς οι δυο; Σκουπίζω την πίκρα από τα χείλη μου κι αναπολώ όσα ζήσαμε, αφήνοντας μια γλυκιά μελαγχολία να χαϊδέψει το κορμί μου. Σε γνώρισα σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής μου και αμέσως ήρθαμε ο ένας κοντά στον άλλο. Ήσουν ο μαγνήτης μου κι εγώ το μέταλλό σου. Με βοήθησες να γίνω δυνατός, να ξεπεράσω τα προβλήματά μου και να γευτώ τις χαρές της ζωής. Με έβγαλες από το σκοτάδι και μου έδειξες το φως, τη μεθυστική αλήθεια. Όμως, όπως σε κάθε ιστορία, το κακό δεν άργησε να επιτεθεί στο χαρούμενο εμείς. Σωρεία φαιδρών ανθρώπων προσπάθησε να κατακρεουργήσει τον έρωτά μας κι εσύ ενέδωσες χωρίς μάχη. Συμμάχησες μαζί τους προδίδοντας όλα όσα δημιουργήσαμε μαζί, προδίδοντας εμένα. Γιατί; Ακόμη προσπαθώ να καταλάβω. Μεταμορφώθηκες σε ένα τρομακτικό κνώδαλο γεμάτο θυμό και μίσος, παρασύροντας στο πέρασμά σου οτιδήποτε προσπαθούσε να σε σταματήσει. Έπεσες επάνω μου με μανία και κάρφωσες τα αιχμηρά σου νύχια βαθιά στο δέρμα μου. Με πόνεσες, όμως δεν αντιστάθηκα. Έπειτα με έριξες κάτω, ακινητοποιώντας το σώμα μου. Σε κοίταξα στα μάτια με απορία και ετοιμάστηκα να σε ρωτήσω. Γιατί; Δεν πρόλαβα, άνοιξες το στόμα και με δάγκωσες στο στήθος. Έβγαλες την πονεμένη μου καρδιά και την έφτυσες στη γη. Βρυχήθηκες με ευχαρίστηση κι έπειτα χάθηκες στο βάθος της ζούγκλας, αφήνοντάς με ολομόναχο ανάμεσα σε μια λίμνη αίματος. Κρύο, ένιωσα κρύο και έντονο πόνο καθώς σε έβλεπα να φεύγεις. Έκλαψα με παράπονο και έπιασα την πληγή που αιμορραγούσε θανάσιμα. Κοίταξα τα ζωγραφισμένα με αίμα χέρια μου και είπα να εγκαταλείψω τη μάχη, να αφήσω το μαυροφορεμένο άνδρα να με πάρει μαζί του στον κόσμο των σκιών, να ρίξω την αυλαία. Έστρεψα το βλέμμα και κοίταξα την καρδιά μου. Χτυπούσε ακόμη με πείσμα. Κάτι σάλεψε μέσα μου εκείνη τη στιγμή, κάτι κελάηδησε και με έκανε να βρω κουράγιο. Χαμογέλασα αισιόδοξα και έδιωξα το μαυροφορεμένο άνδρα που καρτερούσε υπομονετικά. Σύρθηκα με το ζόρι προς την καρδιά μου, αγνοώντας τους αφόρητους πόνους και την έπιασα στα χέρια μου. Την τοποθέτησα με ευγένεια στη θέση της και φώναξα για βοήθεια κλείνοντας αργά τα βλέφαρα μου. Με βρήκαν σε άσχημη κατάσταση φίλοι και συγγενείς. Χρειάστηκαν μήνες για να επουλώσουν οι πληγές, για να βρω το θάρρος να σου γράψω τούτο το κείμενο ακούγοντας μια γνώριμη μελωδία. 
 
logia02   Κρατιέμαι με το ζόρι για να μη γίνω αλγεινός, να μην εκφράσω τον πόνο μου με τρόπο αιχμηρό και σκοτώσω τα τελευταία ψίχουλα συναισθημάτων που έμειναν γι αυτό που είχαμε κάποτε. Κι αν με ρωτάς γιατί θυμώνω, γιατί βουρκώνω που σε βλέπω στην αγκαλιά κάποιου άλλου, θα σου απαντήσω χωρίς ενδοιασμούς. Δε θυμώνω που ξέχασες τα γενέθλιά μου, που πάτησες τους όρκους σου, που δεν ήσουν αυτή που νόμιζα, που έγινα μια θολή σκιά στον ορίζοντά σου, που επίτηδες επιδεικνύεις το καινούργιο σου τρόπαιο. Θυμώνω, γιατί κάπου εκεί, ανάμεσα στον πλούτο της υπεροψίας σου και τη φτώχεια της ταπεινοφροσύνης, υπάρχει κάτι που μου ανήκει. Ξέρεις, θυμάσαι τι είναι, πόσο το αγαπώ, πόσο το λατρεύω και. και, πανάθεμά σε, το θέλω πίσω. Δε σου αξίζει, δεν έχεις δικαίωμα να το κρατάς μέσα σου και να το εκμεταλλεύεσαι με τρόπο οχληρό. Θέλω να κολυμπήσω μακριά από το βόρβορο της καρδιάς σου και να χαθώ στον ωκεανό μιας πραγματικής αγάπης. Σου ορκίζομαι πως κάποια μέρα θα τα καταφέρω, θα απαρνηθώ τους χυδαίους, ψεύτικους, όρκους σου και θα ζήσω. Τ' ακούς; Θα ζήσω, για εμένα, για να γευτώ αυτά που μου στέρησες. Κάθομαι στην παραλία, πλάι στα βότσαλα, και γράφω σε ένα λευκό χαρτί αυτά που ένιωσα για εσένα, εμένα, εμάς. Ο χειμωνιάτικος ήλιος μου κάνει συντροφιά και το λαμπερό τοπίο αναμοχλεύει τις αναμνήσεις μιας ζωής. Ένα ανάλαφρο αεράκι φέρνει αρώματα από τη γειτονική πόλη με τους πολυάσχολους ανθρώπους και ανακατεύει τις επιθυμίες μου. Αγαπημένες μυρωδιές τρυπώνουν ύπουλα στα ρουθούνια και χτυπάνε αμέσως στην καρδιά. Δακρύζω. Αχ, αυτή η καρδιά, πόσα πέρασε; Κι όμως, ακόμη χτυπάει. Χαϊδεύω την απαλή, χρυσαφένια άμμο και αιχμαλωτίζω μια μεγάλη ποσότητα από δαύτη στο χέρι μου. Την σκορπάω στον αέρα και οι μικροσκοπικοί κόκκοι χάνονται μακριά, όπως και ο θυμός μου. Συγχώρα με που έγινα αυστηρός, που άφησα το θυμό να πνίξει τα ζεστά συναισθήματα. Δε σε μισώ για ό,τι έκανες, δε θέλω να υποφέρεις. Πήγαινε παρακάτω, μόνο δώσε μου εκείνο που μου ανήκει και συνέχισε την άμωμη ερμηνεία σου. Εύχομαι, ελπίζω, ο καινούργιος έρωτας σου να είναι καλύτερος και κομψότερος από εμένα, να σου χαρίσει αυτό που, ίσως, δεν κατάφερα να σου χαρίσω εγώ. Το χέρι μου γλιστρά πάνω σε τούτο το λευκό χαρτί και με τη βοήθεια της πένας, εκμυστηρεύεται τις σκέψεις μου. Ωστόσο, δειλιάζει να εξομολογηθεί κάτι που τρώει τα σωθικά μου, κάτι που θα λύτρωνε τις καταραμένες ενοχές μου. Γυρίζω το κεφάλι μου και αγναντεύω το απέραντο γαλάζιο για αρκετή ώρα. Ννιώθω γαληνή. Θέλω να τρέξω στα παγωμένα νερά, να βουτήξω με ορμή και να χορέψω αγκαλιά με τα κύματα. Θα είναι ένα ερωτικό βαλς σαν εκείνο που χορεύαμε μαζί, όταν με έσφιγγες στην αγκαλιά σου. Διάολε, ακόμη θυμάμαι το άρωμά σου, τα νόστιμα φιλιά κι εκείνο το βελούδινο κορμί που με αιχμαλώτιζε πίσω από τις καμπύλες του. Σταματώ για λίγο να γράφω και κλείνω τα μάτια. Είναι μια δική μου προσωπική στιγμή και δε θέλω να τη μοιραστώ μαζί σου.
 
   Επέστρεψα συγκινημένος. Αυτό που θα ήθελα τώρα, αυτό που θα μου έδινε δύναμη, είναι ένα γεμάτο μπουκάλι με κόκκινο κρασί. Να το απολαύσω εδώ, πλάι στα κύματα, παρέα με τα θαλασσοπούλια. Να μεθύσω τις αναμνήσεις μου, να βρω τη δύναμη να φύγω μακριά σου. Βαθιά μέσα μου, όσο κι αν αρνούμαι να το πιστέψω, ξέρω πως δεν ήθελες να μου κάνεις κακό. Έπρεπε να με διαλύσεις για να χτίσεις κάτι νέο. Μόνο που δεν υπολόγισες τη ζημιά που προκάλεσες στις εύθραυστες χορδές της ψυχής μου. Δε σε παρεξηγώ, δε σου αποδίδω ευθύνες. Πήγαινε παρακάτω, ζήσε με νόημα τη ζωή σου και κάνε το κάθε λεπτό να μετράει. Μόνο να θυμάσαι ότι σε αγάπησα πραγματικά κι ότι.
 
logia03   Πέρασε η ώρα και πρέπει να φύγω. Διαβάζω προσεκτικά για τελευταία φορά όσα έγραψα και αναρωτιέμαι αν πρέπει τελικά να σου τα δώσω. Δεν ξέρω αν τα έγραψα για να ξεσπάσω ή για να τα διαβάσεις, ξέρω όμως ότι βγήκαν από μέσα μου. Είναι δύσκολη απόφαση κι εγώ αρκετά κουρασμένος για να σκεφτώ ορθά. Θα μπορούσα να σκίσω τα γραπτά, να τα πετάξω στη θάλασσα ή και να τα θάψω στην αμμουδιά, χωρίς να λυπηθώ τον κόπο μου. Γυρίζω το κεφάλι προς τα δυτικά και κοιτάζω στο βάθος. Σε απόσταση μικρότερη των τετρακοσίων μέτρων, βλέπω κάποιον άνδρα να πλησιάζει προς το μέρος μου, περπατώντας μόνος του πλάι στα κύματα. Αν κι έχει κρύο, εκείνος έχει σηκωμένα τα μπατζάκια του λευκού παντελονιού του και περιπατάει ξυπόλητος πάνω στην υγρή άμμο. Κάνει συχνές στάσεις και κοιτάζει τη θάλασσα σα να ψάχνει κάτι. Έχει ένα κομψό μουσάκι γύρω από το στόμα του και καστανά μαλλιά. Μια σκέψη ξεπηδά από μέσα μου και διατάζει τις επιθυμίες μου. Το σκέπτομαι για μερικά δευτερόλεπτα κι έπειτα αποφασίζω. Αυτό είναι, θα βάλω τούτα τα γραπτά μέσα στο γκρίζο φάκελο με το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνσή σου. Ας αποφασίσει αυτός ο άγνωστος αν πρέπει να τα διαβάσεις ή όχι. Τον αφήνω εδώ, στην όμορφη αυτή παραλία και φεύγω προς τα ανατολικά με την ελπίδα ότι κάτι νέο θα ανατέλλει στη ζωή μου. Αν ποτέ διαβάσεις αυτό το κείμενο ξέχνα ό,τι είπα και κράτα αυτό που μου ανήκει. Νομίζω ότι τελικά δε μου αξίζει, ότι δε μου άξιζε ποτέ. Εύχομαι όλα να πάνε καλά και για τους δυο μας. Δε λέω αντίο, δε λέω να προσέχεις, λέω απλά αυτό που ένιωσα και νιώθω για εσένα...Σε αγαπώ! (ποτέ δεν έπαψα)

John Emmans   
*Αφιερωμένο στον άνδρα που χάθηκε στα ανατολικά, από τον άνδρα που ήρθε από τα δυτικά.
 

InspirArt

Facebook Comments