InspirArt

loogoo

Η τελευταία παράσταση

 
   Η αυλαία ανοίγει κι εσύ προχωρείς δειλά, σέρνοντας με το ζόρι το ισχνό κορμί σου. Στέκεσαι στη μέση της σκηνής και κοιτάζεις στο βάθος το κοινό. Ανάμεσα στα χαμογελαστά πρόσωπα παρατηρείς τους δικούς σου ανθρώπους, οι οποίοι σε χειροκροτούν φανερά συγκινημένοι. Δακρύζεις, πονάς, χάνεσαι. Θέλεις να τους πεις αυτό που σε βασανίζει καιρό τώρα, να τους εξηγήσεις γιατί φέρεσαι τόσο σκοτεινά, τόσο μοναχικά. Γυρνάς το βλέμμα και θυμάσαι πως ξεκίνησαν όλα.
 
02
 
   Τον τελευταίο καιρό το έσκαγες κρυφά από το σπίτι τα απογεύματα και επισκεπτόσουν εκείνο το μεγάλο κτήριο με την οσμή θανάτου. Έμπαινες κι έβγαινες συχνά, προσπαθώντας να ανακαλύψεις τις περίεργες αλλαγές που έβλεπες στο κορμί και την ψυχή σου. Ήταν το βλοσυρό μυστικό σου και δεν το είχες εκμυστηρευτεί σε κανέναν. Πάντα τόσο ξεροκέφαλος ήσουν, πάντα τόσο υπερήφανος και μόνος. Τα μηχανήματα σου προκαλούσαν τρόμο, αλλά υπέμενες εκεί, καρτερικά, σωστό παλικάρι. Ώσπου τελικά έφτασε εκείνη η άκαρδη ημέρα, εκείνη η μέρα που θα θυμάσαι για πάντα με πίκρα. Ο άνδρας με τη λευκή στολή και τα κορνιζαρισμένα πτυχία πίσω από το γραφείο του κοίταζε τα χαρτιά και κουνούσε λυπημένα το κεφάλι του. Εσύ περίμενες με αγωνία να σου πει τι έγινε, τι αποτελέσματα είχαν αποτυπωθεί στα λευκά έντυπα. Ήταν άραγε καλά, ήταν κακά, μέτρια, τι; Μίλα, διάολε, μίλα, αρκετά υπέφερε τόσο καιρό! Εκείνος, αφού τα άφησε απαλά στο κουλτουριάρικο γραφείο του, στράφηκε με έκδηλο οίκτο προς εσένα και χαμογέλασε αμήχανα. Πώς να σου έλεγε, χωρίς γλυκύτητα στο πρόσωπό του, αυτά που διάβασε; Πώς να σου έλεγε τα παγερά νέα; Η φωνή του τρεμόπαιξε μερικά δευτερόλεπτα κι έπειτα είπε, έδωσε την απάντηση και χαμήλωσε το κεφάλι του, σουφρώνοντας τα μικρά του χείλη. Ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα κουλουριάστηκε μέσα σου και έσφιξε δυνατά την ψυχή σου. Έσφιξε κι άλλο, πιο δυνατά, ώσπου κατάφερε να τη σπάσει σε χίλια κομμάτια. Σοκαρισμένος, χαμένος, έρμαιο ενός ανελέητου βασανιστηρίου, βγαίνεις στο δρόμο και περπατάς, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσεις την απόκοσμη αλήθεια. Ένα αιχμηρό χάδι μαχαιριών αγγίζει την πληγωμένη σου καρδιά και νιώθεις ότι αυτό είναι πλέον το μοναδικό χάδι που σου έχει απομείνει. Κοιτάζεις χωρίς να ακούς τον κόσμο που περπατά ανέμελα στο δρόμο, τα αυτοκίνητα που προσπερνούν το ένα το άλλο, τον ήλιο που φωτίζει και δίνει ζωή. Τίποτα δεν μοιάζει το ίδιο πια, τίποτα δεν έχει την ίδια μαγεία. Καταπίνεις με δυσκολία το δηλητήριο που κυλά από τα μάτια σου και αναπνέεις μηχανικά το άρωμα του θανάτου. Σκέψεις μακάβριες περνάνε από το μυαλό σου και στήνουν χορό. Σε προσκαλούν να γευτείς τις αμαρτίες του «εγώ» και να κονιορτοποιήσεις οτιδήποτε σου προκαλεί χαρά. Εκεί, στο βάθος, όπου κανένα ανθρώπινο μάτι δεν φτάνει, μπορείς πλέον να δεις τη μαυροφορεμένη φιγούρα με το σαρδόνιο γέλιο. Είναι μοχθηρή, ύπουλη και σε καλεί κοντά της, λέγοντας πως της ανήκεις. Προστάζει να γίνεις κακός και να αδιαφορήσεις για όλα, να αφοσιωθείς στον πόνο σου σφετεριζόμενος ότι δεν σου ανήκει. Όχι, δεν θέλεις να το κάνεις, δεν είσαι εγωιστής. Δε θα παραδοθείς εξολοκλήρου στη σκοτεινή πλευρά, έχεις μια οικογένεια που σε χρειάζεται. Σφίγγεις τα δόντια με μανία και διώχνεις κάθε τι κακό από το μυαλό.
 
03   Επιστρέφεις στο σπίτι καταρρακωμένος και θέλεις να πέσεις στο κρεβάτι ολομόναχος για να θρηνήσεις τα κακά μαντάτα. Όμως δεν μπορείς. Η οικογένειά σου είναι γαλήνια και χαμογελαστή, δε γνωρίζει τίποτα για το δράμα που βιώνεις. Γι αυτούς πρέπει να προσποιηθείς, να παίξεις το ρόλο που έμαθες καλά απ έξω και να δώσεις τη φθοροποιά παράσταση, αποδεικνύοντας πόσο καλός ηθοποιός είσαι. Μια αγκαλιά στα παιδιά σου, ένα φιλί στη σύντροφο και χαμογελάς με όση δύναμη σου έχει απομείνει. Πόσο πονάει, διάολε; Πόσο δύσκολο είναι να κρύψεις μέσα σου το θάνατο; Κάνε κουράγιο φίλε μου, κάνε κουράγιο γι αυτούς που σε χρειάζονται, γι αυτούς που σε αποκαλούν πατέρα, σύζυγο, φίλο, γιο, αδελφό, ξάδελφο, ανιψιό, εγγονό. Ποιος μπορεί στ’ αλήθεια να καταλάβει τι αναγκάζεσαι να κάνεις, την ύψιστη θυσία γι αυτούς που αγαπάς; Κοιτάζεις τα παιδιά σου και αναρωτιέσαι, μέχρι πότε θα μπορείς να τα χαζεύεις, να τα αγγίζεις, να τα διδάσκεις το σωστό; Η ώρα περνά γρήγορα, όπως άλλωστε και η ζωή σου. Τους βάζεις για ύπνο και κάθεσαι στο σαλόνι ολομόναχος. Βρίσκεις παρηγοριά σε εκείνο το καταραμένο γυάλινο μπουκάλι με το καστανό υγρό. Πίνεις και πίνεις λαίμαργα, προσπαθώντας να δαμάσεις τον πόνο της ψυχής, που ολοένα και διογκώνεται. Το μυαλό θολώνει από το υγρό ναρκωτικό και χάνεσαι για λίγο. Αφήνεις πίσω δάνεια και χρέη, οικογένεια και φίλους. Πετάς με τα κέρινα φτερά, που με δόλο σου χάρισε ο Ίκαρος, και δεν ακούς το Δαίδαλο που σου φωνάζει. «Μείνε χαμηλά»! Για λίγο, για μια λαίμαργη στιγμή, κοιτάς εσένα, τον εγωισμό σου και αδιαφορείς για όλους. Κουνάς τα φτερά και ακολουθείς το αέρινο μονοπάτι της υπεροψίας. Ο ήλιος λιώνει χωρίς ένοχες το κερί και σε αναγκάζει να πέσεις απότομα στην ανθρώπινη κόλαση της εξαθλίωσης. Τσακίζεσαι στα βράχια, γδέρνοντας χέρια και πόδια. Μένεις ξαπλωμένος χωρίς να μπορείς να κινηθείς, να νιώσεις τίποτα, παρά μόνο τη μουχλιασμένη ατμόσφαιρα του κακού. Σε πλησιάζουν άνοα πλάσματα της μισαλλοδοξίας και με λύσσα επιτίθενται στο πληγωμένο σου κουφάρι. Ξεσκίζουν τη σάπια σάρκα σου και καταπίνουν αμάσητα ότι προλάβουν, πριν ο κύριός τους εμφανιστεί για να εισπράξει τη μερίδα του λέοντος. «Ξύπνα, καημένε!», φωνάζει η λογική. Όνειρα και εφιάλτες, αγάπη και μίσος, υγεία και αρρώστια, χαρά και λύπη. Όλα μαζί, ανακατεύονται με μαεστρία και το νόστιμο κράμα της γευστικής ηδονής σε επαναφέρει πίσω, εκεί που πρέπει, για να πολεμήσεις γενναία με όσο θάρρος σου έχει απομείνει.  
 
04   Οι μέρες κυλάνε γρήγορα κι εσύ συνεχίζεις να υποκρίνεσαι με επιτυχία, ξεπουλώντας τα εισιτήρια της γκροτέσκας παράστασής σου. Μόνο που, κάτω από το μέικ απ, κάτω από το ψεύτικο χαμόγελό σου, η κούραση έχει αρχίσει να φαίνεται έντονα. Πρέπει να σταματήσεις τώρα, όσο είναι ακόμη καιρός. Όμως εσύ δεν ακούς κανέναν, συνεχίζεις την άμωμη ερμηνεία σου και δέχεσαι τις επευφημίες του κοινού. Όταν τα φώτα σβήνουν και ο κόσμος αποχωρεί με χαμόγελα από την αίθουσα, εσύ ελευθερώνεις αυτά που έχεις καλά κρυμμένα στα ενδόμυχα της ψυχής. Μόνος, σκοτεινός και ταλαιπωρημένος, στέκεσαι στο άδειο θέατρο, γονατίζεις στο σανίδι και ξεσπάς σε κλάματα. Ακουμπάς τα χέρια κάτω και για πρώτη φορά μονολογείς μπροστά στις άδειες καρέκλες…
 

   «Τι μαρτύριο περνώ, άνθρωπε; Γιατί με βάζεις μπρος σε τέτοια δοκιμασία, ω, εσύ, άγνωστη δύναμη του κόσμου τούτου; Ποιο θανάσιμο αμάρτημα ξεπληρώνω με τόκο; Πώς μπορείς να βλέπεις τόση αδικία και να είσαι απών; Κλαίω, εδώ μπροστά στο άδειο θέατρο. Όχι για εμένα, όχι για την κατάντια της ζωής μου, μα για εκείνη τη μάνα που θα αναγκαστεί να αποχαιρετήσει το παιδί της, εκείνη τη γυναίκα που θα χάσει το ερωτικό χάδι του συντρόφου της, τα παιδιά που δεν θα ξαναπαίξουν με τον πατέρα τους. Παραμένω εδώ, χωρίς όπλα, χωρίς θυμό, και προσπαθώ με το μειλίχιο λόγο μου να δώσω αυτό που χάνω άδικα. Πώς να πω αντίο σε όλους αυτούς που με αγαπούν; Πώς να προδώσω τον όρκο αγάπης σε εκείνη που με αποκαλεί σύζυγο; Δε ζητώ τον οίκτο, το δάκρυ, κανενός. Μόνο, να, θα ήθελα να πάρω μακριά τον πόνο της απώλειας, τις γοερές κραυγές της οικογένειάς μου. Όμως μια στιγμή! Δεν είμαι μόνος στην αίθουσα αυτή, ναι, μπορώ να σε δω, μαυροφορεμένη φιγούρα με το σατανικό χαμόγελο. Στέκεσαι ώρα εκεί και με κοιτάς με στωικότητα, περιμένοντας να ακούσεις αυτό που αρνούμαι πεισματικά να ξεστομίσω. Με μισείς, όλους μας μισείς, γιατί εμείς μπορούμε να ζήσουμε αυτό που εσύ είσαι καταδικασμένος να στερείσαι στα σκοτεινά μπουντρούμια της αθανασίας. Είμαι άνθρωπος, πατέρας, φίλος. Λέξεις συνηθισμένες, απλές και όμορφες. Λέξεις, που εσύ ποτέ δεν κατάλαβες τι σημαίνουν και δεν τις γεύτηκες όπως εγώ. Μπορεί η ζωή μου να τελειώνει έτσι άγαρμπα και σύντομα, μα είμαι ευγνώμων που κατάφερα να κτίσω τη δική μου μικρή ανθρώπινη αυτοκρατορία. Χειροκροτείς με θυμηδία το μονόλογό μου και με καλείς πιο έντονα κοντά σου. Θα έρθω, όμως όχι απόψε, δώσε μου λίγο χρόνο παραπάνω. Άσε με να ζωγραφίσω το φινάλε της ζωής μου με έντονα χρώματα, να δώσω την τελευταία παράσταση χαμογελώντας με ευτυχία, να φύγω πλάι σε εκείνους που αγαπώ. Και ξέρω θα το κάνεις, όχι γιατί το θέλεις, αλλά γιατί είσαι αναγκασμένος. Εμπρός, φύγε από εδώ, είσαι παρείσακτος, γύρνα στο σκοτάδι όπου ανήκεις»!
 
01   Κι έτσι απλά, όπως στις κινηματογραφικές ταινίες, γυρνάς στο σήμερα, στο τώρα. Αυτή είναι η τελευταία παράστασή σου και πρέπει να τη χαρείς. Η αυλαία ανοίγει κι εσύ προχωρείς δειλά σέρνοντας με το ζόρι το ισχνό κορμί σου. Στέκεσαι στη μέση της σκηνής και κοιτάζεις στο βάθος το κοινό. Ανάμεσα στα χαμογελαστά πρόσωπα, παρατηρείς τους δικούς σου ανθρώπους, οι οποίοι σε χειροκροτούν φανερά συγκινημένοι. Δακρύζεις, πονάς, χάνεσαι. Θέλεις να τους πεις αυτό που σε βασανίζει καιρό τώρα, να τους εξηγήσεις γιατί φέρεσαι τόσο σκοτεινά, τόσο μοναχικά. Ξαφνικά κάτι σαλεύει μέσα σου, κάτι χοροπηδά με ναζί και προσπαθεί να ενώσει τη διαλυμένη σου ψυχή. Γυρνάς με θάρρος(ή θράσος) και χαμογελάς σκουπίζοντας τα υγρά σου μάτια. Συνεχίζεις να παίζεις το ρόλο σου και παριστάνεις τον ήρωα που θέλουν τα παιδιά σου, το δυνατό άνδρα που ποθεί η γυναίκα σου, τον επιτυχημένο άνθρωπο που ονειρευόταν για εσένα η μάνα σου. Όχι, διάολε, όχι! Μην το κάνεις αυτό, βγάλε τον πόνο από μέσα σου, ελευθέρωσε αυτό που σε σκοτώνει και πες το δυνατά. Μη σηκώνεις το βάρος μόνος, είναι ασήκωτο. Δεν ακούς, δεν θέλεις, συνεχίζεις με πάθος και αποδεικνύεις πόσο σπουδαίος είσαι. Στο τέλος υποκλίνεσαι λαχανιασμένος και εισπράττεις διθυραμβικούς επαίνους, εγκάρδιο χειροκρότημα. Τα λουλούδια υποκλίνονται μπροστά στα πόδια σου και νιώθεις τόσο όμορφα, τόσο μαγικά. Αυτή είναι η μέρα σου, καλέ μου φίλε, κοίτα να τη χαρείς όσο περισσότερο μπορείς. Τα φώτα σβήνουν ξαφνικά κι εσύ ξαπλώνεις στο σανίδι. Κοιμάσαι γαλήνια και ταξιδεύεις γι αλλού. Ένα άψυχο κορμί κείτεται στη σκηνή και ο κόσμος τρέχει γύρω σου τρομοκρατημένος…

John Emmans
 

InspirArt

Facebook Comments