InspirArt

loogoo

Η ιστορία μιας μπουγάτσας

IstMpoug
Λίγο πριν χαθώ στο λευκό φως και με όση δύναμη μου έχει απομείνει, θα σας διηγηθώ την ιστορία της δικής μου μπουγάτσας.
 
   Ήταν ένα παγωμένο πρωινό του άκαρδου Φεβρουαρίου όταν τη γνώρισα για πρώτη φορά. Είχα κλείσει τα δεκαεννέα και ποτέ έως εκείνη την ημέρα δεν είχα ολοκληρώσει τη σχέση μου με μια μπουγάτσα. Αν και Σαλονικιός, αν και γευσιγνώστης/καλοφαγάς, δεν είχε τύχει ποτέ να γευτώ μπουγάτσα με θηλυκή γεύση και νοστιμιά. Το ρολόι έδειχνε 4 και 30 π.μ. και γυρνούσα από μια υπέροχη βραδινή έξοδο παρέα με υπέροχους φίλους. Ο Γιώργος, το αλάνι της παρέας, πρότεινε να σταματήσουμε σε ένα συνοικιακό μπουγατσατζίδικο και να φάμε μέχρι σκασμού την καλύτερη μπουγάτσα (όπως έλεγε ο ίδιος) της πόλης. Δεν ήξερα το διαολεμένο μαγαζί, δεν ήξερα τι θα συναντούσα, παρόλα αυτά ακολούθησα την παρέα και μπήκα, σχεδόν με το ζόρι, στο μικρό μαγαζάκι. Δεν υπήρχε ψυχή, κανένας πελάτης δεν έκανε ουρά για να πάρει την "καλύτερη" μπουγάτσα της πόλης. Χαμογέλασα με έκδηλη θυμηδία και κοίταξα το χώρο γύρω μου. Η χαμογελαστή κοπέλα πίσω από τον πάγκο μας καλημέρισε και μετέφερε με ένα μεταλλικό φτυάρι μια καυτή/αχνιστή μπουγάτσα στην βιτρίνα. Καθίσαμε όλοι μαζί σε δυο τραπεζάκια δίπλα στο τζάμι και γελούσαμε δυνατά με τα αστεία επίθετα που ανταλλάσσαμε. Τα παιδιά παρήγγειλαν την μπουγάτσα τους και περίμεναν να χαθούν στο γευστικό της πλούτο. Άλλοι πήραν με τυρί, άλλοι με κρέμα, άλλοι μισή τυρί - μισή κιμά κι εγώ καθόμουν μπερδεμένος να κοιτάζω τη βιτρίνα. Δεν είχε πίτσα, τυρόπιτα, λουκανόπιτα, καλτσόνε, δεν είχε τίποτα άλλο, παρά μόνο μπουγάτσα. Μου έκανε πραγματικά εντύπωση αυτό και δισταχτικά ρώτησα την όμορφη κοπέλα, γιατί; «Γιατί, οι πελάτες μας αδιαφορούν για όλα τα άλλα. Κανείς δεν παραγγέλλει όσα προανέφερες. Όλοι ζητάνε με λαιμαργία μπουγάτσα!», απάντησε με ζεστό χαμόγελο κι εγώ φλέρταρα, με απαλό τόνο στη φωνή. Επειδή μου ξεκαθάρισε αμέσως ότι είχε αγόρι, κοινώς «ξεκόλλα λιγούρη!», εστίασα την προσοχή μου στην μπουγάτσα και πήρα την απόφαση να επιλέξω με τυρί. Επέστρεψα στο τραπέζι μου ηττημένος και περίμενα το πιάτο μου, για να αλλάξω γεύση από την πικρή χυλόπιτα που μου είχε κεράσει λίγα λεπτά πριν η όμορφη κοπέλα. Η μυρωδιά της φρέσκιας μπουγάτσας αγκάλιαζε όλο το μαγαζί και η μύτη ζαλισμένη ανακάτευε αλμυρές και γλυκές μυρωδιές παίζοντας ένα όμορφο παιχνίδι με τις αισθήσεις μου. Ένα γεροδεμένο παλικάρι βγήκε πίσω από μια πόρτα έχοντας δυο μεγάλα ταψιά με ζεστές μπουγάτσες. Τις πέταξε στη βιτρίνα με στωική ευλάβεια και έφερε κι άλλες, κι άλλες, ώσπου δεν είχε χώρο για περισσότερες. Με έτρωγε η απορία, τόσες μπουγάτσες; Που είναι ο κόσμος διάολε να τις πάρει; Ήταν ξημερώματα, μα, αν ήταν όντως όπως έλεγε ο φίλος Γιώργος, έπρεπε να κάνουν ουρά. Η κοπέλα έκοβε με μαεστρία σε μικρά κομμάτια την μπουγάτσα και ετοίμαζε τα πιάτα μας. Χτυπούσε με αέρινες χορογραφίες το μπουγατσομάχαιρο κάνοντας το να σφάζει με αγάπη τα βουτυρωμένα φύλλα.
 
IstMpoug2   Το πρώτο πιάτο με την κρέμα έσκασε στο τραπέζι και ο λαίμαργος φίλος Κώστας επιτέθηκε με το πιρούνι του τσιμπώντας δυο-δυο τα κομμάτια. Αδιαφορούσε για την άχνη και την κανέλα, αυτός κατέβαζε τις μπουκιές και έκλεινε τα μάτια με απόλαυση. Ποτέ δε μου άρεσε η γλυκιά μπουγάτσα, πάντα προτιμούσα την αλμυρή, εκείνη όμως η συγκεκριμένη με έκανε να αναθεωρήσω. Ο Κώστας σκούπισε το στόμα του με τη χαρτοπετσέτα και επέστρεψε το άδειο πιάτο του παραγγέλλοντας δεύτερη μερίδα! Σε λίγη ώρα όλοι είχαν μπροστά τους την περιβόητη μπουγάτσα τους και σπαρταρούσαν από ηδονή τρώγοντας και πίνοντας το δροσερό κακάο. Τελευταία ήρθε και η δική μου μερίδα. Η κοπέλα την ακούμπησε μπροστά μου και εκείνο το άρωμα του βουτύρου με το τυρί που άχνιζε, μέθυσε τις αισθήσεις μου. Ένιωσα το στομάχι μου να πάλλεται και μια έντονη επιθυμία να τη γευτώ κολασμένα κούρνιασε μέσα μου. Την κοίταξα για λίγη ώρα αποσβολωμένος κι έπειτα σήκωσα το πιρούνι φανερά πεινασμένος. Τσίμπησα το πρώτο κομμάτι, νιώθοντας το χέρι και το σώμα μου να τρέμει όπως την πρώτη φορά που έκανα έρωτα. Άνοιξα το στόμα και έβαλα την μπουκιά μέσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Έκλεισα και μάσησα για μερικά «ατελείωτα» δευτερόλεπτα. Η τυρένια υφή χάιδεψε με νάζι τη γλώσσα μου και ερέθισε τον ουρανίσκο. Το βούτυρο βοήθησε την μπουκιά να γλιστρήσει απαλά από το λαρύγγι και να καταλήξει στο στομάχι. Ένιωσα περίεργα, παράξενα, κι ένα κύμα ηδονής με βούλιαξε σε έναν κόσμο μαγικό. Ναι, αυτή ήταν σίγουρα η καλύτερη μπουγάτσα που έφαγα ποτέ! Με αιχμαλώτισε από την πρώτη μπουκιά, με έκανε έρμαιο της και την ήθελα όλη δική μου. Άφησα το πιρούνι στην άκρη και την άγγιξα με τα δάχτυλα μου. Ήθελα να τη γευτώ χωρίς προφύλαξη, χωρίς μεσολαβητή. Η επαφή ήταν υπέροχη και έκανα έρωτα με τα νόστιμα φύλλα του κορμιού της, με την πλούσια γέμιση τυριού. Δεν επικοινωνούσα με τους γύρω μου, απλά κουνούσα το κεφάλι με τα μάτια κλειστά και άφηνα «γοερές» κραυγές ηδονής. Ήταν ένα περίεργο συναίσθημα, κράμα απόλαυσης και ικανοποίησης, το οποίο μου χάριζε πολλαπλούς οργασμούς. Έγλυφα τα δάχτυλα μου προσπαθώντας να μη χάσω ούτε μια σταγόνα νοστιμιάς από τα υγρά του κορμιού της μπουγάτσας. Τι ήταν αυτό που βίωνα, διάολε; Τι προκαλούσε τις αισθήσεις μου και πως μπορούσε να τις παραπλανήσει με τη συγκατάθεση μου; Άδειασα το πιάτο και έγλειψα τα σκόρπια φύλλα που είχαν αποκοπεί από τη μερίδα μου. Επανήλθα στη γη, στο συνοικιακό μαγαζί και έκπληκτος κοίταξα τους φίλους μου να με κοιτάζουν σα να έβλεπαν εξωγήινο. Έστρεψα το κεφάλι προς τη βιτρίνα του μαγαζιού και συνειδητοποίησα ότι το μαγαζάκι είχε γεμίσει κόσμο. Όταν λέμε κόσμο, εννοούμε κόσμο! Τρεις κοπέλες ήταν τώρα πίσω από τον πάγκο και ο γεροδεμένος τύπος έκανε υπερωρίες με τις βόλτες φέρνοντας ταψιά και ταψιά με μπουγάτσα για να ικανοποιήσει τους πεινασμένους πελάτες.
 
IstMpoug3   Είχα ανάγκη μια δεύτερη μερίδα απόλαυσης και θα έκανα τα πάντα για να την αποκτήσω. Αυτή τη φορά ήθελα γλυκιά με κρέμα. Στήθηκα στην ουρά και περίμενα να έρθει η σειρά μου. Καθώς κοίταζα τις κοπέλες που έκοβαν τις μερίδες με στυλ, παρατήρησα ότι πίσω μου η ουρά είχε μεγαλώσει επικίνδυνα. Ο κόσμος στριμώχνονταν σε μερικά τετραγωνικά και ανυπομονούσε για εκείνο το νόστιμο έδεσμα του βορά. Ήταν πραγματικά υπέροχο να βλέπεις όμορφες κοπέλες να ετοιμάζουν τα πακέτα με τη σαγηνευτική μπουγάτσα. «Μια με τυρί», φώναζε η ξανθιά, «τέλειωσε το σπανάκι», έλεγε η μελαχρινή και ο τύπος δεν προλάβαινε να μπαινοβγαίνει στο δωμάτιο που τις έψηναν. Άκουσα τον κόσμο να ζητά περίεργους συνδυασμούς και για μια στιγμή μου πέρασε από το μυαλό να πειραματιστώ κι εγώ, αλλά κρατήθηκα. «Μισή τυρί, μισή κρέμα», «Μια τυρί, μισή κιμά», «μια σπανάκι, μισή τυρί, μισή κιμά», «Μια κρέμα χωρίς άχνη και μια τυρί. Τύλιξε τα μαζί», «Μισή σοκολάτα, μισή κρέμα» Το ψυγείο άνοιγε σχεδόν σε κάθε παραγγελία και το γάλα κακάο συνόδευε τη σακούλα με τα καλούδια. Διότι, ναι, ο σωστός καλοφαγάς, μαζί με την μπουγάτσα που καταβροχθίζει ρουφά και το κακάο του. Η ταμιακή μηχανή ξέρναγε νομίσματα για ρέστα και στρίμωχνε μέσα της χάρτινους θεούς που γλιστρούσαν από τις τσέπες των πελατών. Χαλάλι τα φράγκα που βγάζει το μαγαζί, τα αξίζει με το παραπάνω. Όταν ήρθε η σειρά μου και παρήγγειλα, η κοπέλα με ρώτησε, άχνη/κανέλα, θέλεις; Ναι, είπα περιμένοντας τη δόση μου. Μέσα στο πιάτο, η γλυκιά μπουγάτσα έδειχνε όμορφη και σέξι. Η κοπέλα πασπάλισε άχνη ντύνοντας τη με ένα αέρινο λευκό φόρεμα και κανέλα, ζωγραφίζοντας τις θηλυκές καμπύλες της. Επέστρεψα στο τραπέζι και ξεκίνησα να γεύομαι τη δεύτερη μερίδα μου. Η διαφορά με την αλμυρή ήταν αισθητή. Όχι, δεν ήταν πιο νόστιμη, ούτε πιο σαγηνευτική, ήταν ακριβώς το ίδιο και οι δυο. Μόνο που τούτη εδώ προκαλούσε κάτι πιο ζεστό, πιο οικείο στις αισθήσεις μου. Η αλμυρή (αν μπορώ να το θέσω έτσι) ήταν η ερωμένη μου, αυτή που θα μπορούσα να αμαρτήσω για χατίρι της. Η γλυκιά ήταν πιο τρυφερή, πιο ρομαντική, ξυπνούσε απαλά ονειρικά χάδια και σε αγκάλιαζε με αγάπη καθώς την ένιωθες μέσα σου. Θα μπορούσα να την παρομοιάσω με το «θηλυκό για σπίτι» που ονειρεύεται κάθε άντρας. Η ζεστή κρέμα έλιωνε στο στόμα και η άχνη κολλούσε στη γλώσσα επιτρέποντας στην κανέλα να κάνει τα μαγικά της. Τι όμορφοι γευστικοί συνδυασμοί; Είχα παραδοθεί και δεν ήθελα να ξεφύγω από τα δίχτυα εκείνης της γλυκιάς μπουγάτσας. Η τελευταία μπουκιά κατέβηκε με θλίψη και ένα απαλό αεράκι δρόσισε το γυμνό πρόσωπο μου. «Αυτό ήταν λοιπόν, τέλειωσε;», σκέφτηκα και σηκώθηκα όρθιος μαζί με τα παιδιά. Προχωρήσαμε προς την έξοδο και με δυσκολία προσπεράσαμε την ουρά του κόσμου που περίμενε να παραγγέλλει. Είχα σκάσει από τις δυο μερίδες και δεν μπορούσα με τίποτα να πάρω τρίτη. Όμως δεν ήθελα να φύγω από εκεί έτσι απλά χωρίς να τη χαιρετήσω. Κόλλησα το πρόσωπο μου στο τζάμι της βιτρίνας και κοίταξα για λίγα δευτερόλεπτα τα βουτυρωμένα φύλλα με την αιχμάλωτη γέμιση μέσα τους.
 
IstMpoug5   Εκείνο το βράδυ γύρισα σπίτι φανερά αναστατωμένος και προς έκπληξη μου, η μάνα μου μου ανακοίνωσε τα άσχημα νέα. Ο πατέρας είχε πάρει μετάθεση. Μετακομίζαμε για πάντα στην Πάτρα! Θυμάμαι το κλάμα που έριξα. Την αγαπούσα τη Θεσσαλονίκη, δεν μπορούσα χωρίς αυτή και ορκίστηκα μέσα μου πως θα επιστρέψω κάποια μέρα. Ολοκλήρωσα τις σπουδές μου, πήγα στρατό και μετά από λίγα χρόνια επέστρεψα στην πατρίδα. Κατά ένα περίεργο τρόπο, όλα είχαν αλλάξει. Η παλιά μου γειτονιά, οι φίλοι, η κουλτούρα του κόσμου, εγώ ο ίδιος. Μόνο το άρωμα και η μαγεία της πόλης αυτής παρέμειναν το ίδιο θυμίζοντας μου πόσο τυχερός ήμουν που μεγάλωσα στην πόλη της νοστιμιάς, της γεύσης. Έτρεξα αμέσως σε εκείνο το συνοικιακό μαγαζί με την καλύτερη μπουγάτσα της Ελλάδος. Περίμενα χρόνια να γευτώ εκείνη τη γεύση που μπορούσε να με παρασύρει μακριά από προβλήματα και στενοχώριες. Κατέβηκα από το αυτοκίνητο και προχώρησα αργά, νιώθοντας ένα ρίγος στο κορμί, όπως τότε που την πρωτοδοκίμασα πριν από αρκετά χρόνια. Σταμάτησα λίγα μέτρα από το μαγαζί και κοίταξα έκπληκτος. Δεν υπήρχε μπουγατσατζίδικο εκεί, μόνο ένα όμορφο ανθοπωλείο. Έσφιξα τα δόντια και μπήκα να ρωτήσω. Ένας ευγενικός κύριος μου εξήγησε πως το μαγαζί είχε κλείσει πριν από μερικά χρόνια και πως κάνεις δεν ήξερε που πήγε ο ιδιοκτήτης. Έφαγα όλη μου τη ζωή να αναζητώ εκείνη τη γεύση, εκείνη τη γλύκα, εκείνη την ομορφιά. Πέρασα δύσκολα χρόνια, διαζύγια, αρρώστιες, στενοχώριες, όμως ποτέ δεν εγκατέλειψα την αναζήτηση. Καμία μπουγάτσα δεν μπορούσε να φτάσει στο παραμικρό τη γοητεία και τη γεύση εκείνης, της δίκης μου μπουγάτσας. Οι ρυτίδες σχηματίστηκαν στο πρόσωπο μου και εκείνη η νεανική, φρέσκια όψη χάθηκε για πάντα. Γέρασα, γέρασα και ένιωθα κουρασμένος, ώσπου ένα άκαρδο πρωινό, ο γιατρός μου ανακοίνωσε τα άσχημα νέα. Η ασθένεια μου είχε προχωρήσει και όπως έδειχναν τα πράγματα είχε ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση. Έπεσα σε βαθιά κατάθλιψη, παράτησα τη ζωή και έμεινα κλεισμένος μέσα στο έρημο σπίτι μου. Ο γιος μου προσπαθούσε να με σώσει, να μου δώσει κίνητρο να συνεχίσω, όμως εγώ δεν μπορούσα να πάω παρακάτω. Κάθε μέρα μου έφερνε μπουγάτσα από διαφορετικό μαγαζί. Δεν έτρωγα, δεν την ακουμπούσα, δεν ήθελα. Την είχα πλέον σιχαθεί και ήξερα μέσα μου πως ποτέ δε θα την ξανά έβρισκα, εκείνη, τη δική μου μπουγάτσα. Τον Ιούνιο του 2014, λίγα μέτρα από το σπίτι μου άνοιξε ένα καινούργιο μπουγατσατζίδικο και ο γιος μου έκανε την τελευταία του προσπάθεια. Πήγε στενοχωρημένος και μου πήρε μια μερίδα. Επέστρεψε, και αφού άφησε τη σακούλα πάνω στο τραπέζι, τακτοποίησε τα ψώνια. Η μυρωδιά της κρέμας τρύπωσε ύπουλα στα γερασμένα ρουθούνια μου, που μετά βίας μπορούσαν να ξεχωρίσουν οσμές.
 
IstMpoug4   Αυτή η μυρωδιά! Είναι, είναι δυνατόν; Κάτι μέσα μου ξύπνησε και με ταρακούνησε. Σηκώθηκα αργά από την πολυθρόνα μου και πλησίασα την τυλιγμένη μπουγάτσα. Άνοιξα το περιτύλιγμα και κοίταξα συγκινημένος, καθώς μύριζα το άρωμα της. Έπιασα ένα κομμάτι με το χέρι μου και με αργές κινήσεις το έβαλα στο στόμα για να βεβαιωθώ ότι ήταν εκείνη. Μάσησα αργά την μπουκιά προσπαθώντας να την απολαύσω κι ένα αλμυρό δάκρυ κύλησε από τα μάτια μου. Αναμνήσεις ξύπνησαν αμέσως και έστησαν χορό, γνώριμα χάδια της γλώσσας. Αισθάνθηκα για λίγο νέος και ταξίδεψα πίσω στο χρόνο, τότε που αγκάλιαζα τα φιλαράκια μου με ντόμπρα αγάπη. Γονάτισα και ξέσπασα σε λυγμούς. Μετά από τόσα χρόνια, μετά από τόσες στενοχώριες, τη βρήκα, ναι, επιτέλους τη βρήκα! Ο γιος μου στάθηκε πίσω μου κι αφού σκούπισε τα μάτια του, με βοήθησε να πατήσω στα πόδια μου. Με έντυσε και με συνόδεψε στο μαγαζί. Στάθηκα για λίγο έξω από τη βιτρίνα και ένα αεράκι σήκωσε θαλασσινή αύρα από το Θερμαϊκό. Έπειτα γύρισα και κοίταξα στο βάθος το μαγαζί. Σας ορκίζομαι, τους είδα. Ήταν η κοπέλα και ο γεροδεμένος τύπος που είχα συναντήσει χρόνια πριν. Δεν είχαν γεράσει, δεν είχαν αλλοιωθεί καθόλου στο πέρασμα του χρόνου. Μου χαμογέλασαν με ζεστασιά και με κάλεσαν μέσα, να φάω για τελευταία φορά μπουγάτσα. Έκανα ένα βήμα, ακολούθησα το λευκό φως στο βάθος και περπάτησα, ώσπου έφτασα στο τραπέζι με τη μπουγάτσα. Τους κοίταξα και χαμογελώντας ευχήθηκα... Καλή όρεξη!
 
John Emmans
 
* αφιερωμένο στον κυρ Ηλία, ο οποίος ήταν η πηγή έμπνευσης μου. 

InspirArt

Facebook Comments