Βιβλία

Η Φωνή

bookxx5

Χρήστος Α. Χωμενίδης - "H Φωνή"
Εκδόσεις Πατάκη

   Οι επανακυκλοφορίες των βιβλίων δηλώνουν ενίοτε την ανάγκη των εκδοτικών οίκων να επιστρατεύσουν τα μεγάλα ονόματα της λογοτεχνίας για να προσελκύσουν τους αναγνώστες στις δύσκολες εμποροοικονομικές στιγμές που ζούμε, κι ενίοτε μια πρόκληση για τους νέους αναγνώστες να ανακαλύψουν βιβλία που ανεξαρτήτως της χρονιάς που εκδόθηκαν, διαθέτουν διαχρονική πένα αλλά και σημασία… παντός καιρού.

   Ένα από αυτά είναι και η «Φωνή» του Χρήστου Χωμενίδη που επανακυκλοφόρησε στα τέλη του 2011 υπό νέα στέγη, τις Εκδόσεις Πατάκη. Ανήκοντας στη δεύτερη κατηγορία, το άρπαξα από τον πάγκο του βιβλιοπωλείου, αφενός γιατί μου αρέσει η γραφή του Χωμενίδη και αφετέρου γιατί βρήκα δελεαστικό το εξώφυλλο που φιλοτεχνήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαμιχόπουλο κατόπιν παραγγελίας του συγγραφέα. Και μάλιστα, όπως άκουσα σε μια συνέντευξή του συγγραφέα, η γνωριμία μεταξύ τους έγινε μέσω twitter.

   O Λάζαρος Παλάσκας, δημοφιλής έλληνας τραγουδιστής, χάνει τη φωνή του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Tη στιγμή που η πολλά υποσχόμενη καριέρα του μοιάζει να ανακόπτεται συναντά το Δώρο Μιχαηλίδη, έναν αλλόκοτο εικοσάχρονο έλληνα από την Tασκένδη, απ΄ όπου κατά κάποιο ‘εκδιώχθηκε΄ από τους γονείς του αναζητώντας τώρα μια καλύτερη ζωή στην πατρίδα των προγόνων του. Ο Παλάσκας θα γνωρίσει την αποθέωση χάρη στη «Φωνή» του νεαρού, συνεσταλμένου αλλά ταλαντούχου αοιδού. Όταν ο χρόνος προσπαθήσει να «γιατρέψει» την φιλοδοξία του ανθρώπου- φιδιού να φτάσει στην κορυφή με κάθε τίμημα, κάποιοι θα αρνηθούν να επιστρέψουν στην άσημη ζωή της μέσης τάξης και κάποιοι άλλοι θα αναζητήσουν την αγάπη μέσα στα σκατά.

   Ο Δώρος Μιχαηλίδης, ένας εκ των ηρώων του βιβλίου είναι ο άνθρωπος που είναι από αλλού και μπαίνει σε μια άλλη πραγματικότητα, δε ξέρει τι γίνεται και προσπαθεί να προσαρμοστεί. Χαρακτηριστικό του Χωμενίδη από το πρώτο του συγγραφικό έργο (Σοφό Παιδί), που όμως δε μπορεί να ξεφύγει από αυτό το μοτίβο γιατί θα ήταν σα να έφευγε από τον εαυτό του. Η χαρά της νέας γνώσης, της εμπειρίας, μιας καινούριας πτυχής του κόσμου που αγνοούσε είναι για τον συγγραφέα η πρόκληση για να τον κάνει ήρωα στο βιβλίο του.

   Σύμφωνα με το σημείωμα του συγγραφέα: «Τοποθέτησα τους ήρωές μου σε αστραφτερά νεόπλουτα αλλά και σε αποπνικτικά μικροαστικά περιβάλλοντα, τους έβαλα να διασχίζουν την Αθήνα μέσα σε ταξί που αγκομαχούν και την ύπαιθρο μέσα σε τζιπ 4x4 που μαρσάρουν στη λάσπη, να συνωμοτούν μετρώντας πάκα με λεφτά και να πασχίζουν να αποδράσουν ακόμα και πεσμένοι στα γόνατα σε τουαλέτες μπαρ. Δεν επικεντρώνεται στον υπόκοσμο αλλά στον -ακαθόριστων διαστάσεων- ημίκοσμο που έδινε επί δεκαετίες τον τόνο στην κοινωνία μας. Στην ανθρώπινη πανίδα η οποία αποτελούνταν από επιχειρηματίες της αρπαχτής, αριβίστες της γειτονιάς, κορίτσια του γλεντιού που αντιμετώπιζαν το φύλο τους ως δώρο και συνάμα ως όχημα και αγόρια που έπρεπε να επανεφευρίσκουν τον ανδρισμό τους μέσα σε συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες».

   Ο Χρ. Χωμενίδης είναι ένας νεότερος συγγραφέας με γνήσιο πάθος στη γελοιοποίηση των πάντων. Στα μυθιστορήματά του περιγελά αξίες και θεσμούς και μόνο στο τέλος αφήνει μια νότα ευαισθησίας δηλώνοντας πίστη για παράδειγμα στον έρωτα. Γι’ αυτό και στο τέλος τοποθετεί τον ένα ήρωα- δολοπλόκο να ευτυχεί ζώντας σε ένα ψέμα και τον αθώο- ταλαντούχο από την Τασκένδη να συμπεριφέρεται σαν ένας ευαίσθητος αισθηματίας υπεράνω χρημάτων (Το 'βλεπα καθαρά ότι κανείς δε θα με αγαπήσει, ούτε στον σοσιαλισμό, ούτε στον καπιταλισμό / Μια στάλα αγάπης δε μου χάρισε κανείς).

   H «Φωνή» είναι ένα από τα πιο καλογραμμένα έργα παρωδιακής πεζογραφίας των τελευταίων χρόνων. Oι τριακόσιες πενήντα σελίδες του «πίνονται» μονομιάς σα νεράκι και οι αναγνώστες παρασύρονται στην μυθοπλαστική εξέλιξη μιας σύγχρονης ιστορίας με μπουζουκόβιους καλλιτέχνες που αγαπούν την δόξα, επιχειρηματίες, γυναίκες πονεμένες, πουτάνες, φιλόδοξους δικηγόρους και ρομαντικούς νέους που αναζητούν την αγάπη. Αν και το βιβλίο γράφτηκε και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1998, η ιστορία μοιάζει πολύ σύγχρονη και μάλιστα δίχως να έχει επέλθει το τέλος. Ο συγγραφέας τότε συνέλαβε την ιδέα, στην προλυμπιακή Ελλάδα όταν τριγυρνούσε μονάχος του μεσάνυχτα στα δρόμους των Αμπελοκήπων. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, το θέμα του βιβλίου παραμένει επίκαιρο επειδή οι άνθρωποι του ημίκοσμου (όπως τους χαρακτηρίζει ο Χωμενίδης) συνεχίζουν να απασχολούν τον κόσμο του- μας, ενώ είναι κι ένα δείγμα το πώς οι μεγάλες απάτες του σταρ σίστεμ οδηγούνται στην κατάρρευση. Άραγε, βρισκόμαστε όντως πριν από το τέλος μιας κοινωνικής γκλαμουριάς, όπου ο μειωμένος μισθός των ελλήνων θα σημάνει την παύση της ρίψης των λουλουδιών στους πισταδόρους της νύχτας, καθώς «δύσκολοι καιροί για γκλίτερ στις εξόδους μας»;

   Η υπόθεση και η γραφή στο βιβλίο του Χρήστου Χωμενίδη, αν εξαιρέσεις εκείνες τις φράσεις και τις λέξεις που οργανώνουν εντέχνως την πλοκή χωρίς τόσες επαναλήψεις και πλατειάζουσες περιγραφές, θα μπορούσε να αποτελεί ένα μακροσκελές ρεπορτάζ με συνέχειες σε κάποιο κουτσομπολίτσικο ελληνικό περιοδικό με βαρύγδουπους τίτλους. Ή στην καλύτερη των περιπτώσεων, το σενάριο ενός ελληνικού σήριαλ με φόντο την λεωφόρο Βουλιαγμένης, αν η ελληνική τηλεόραση δεν είχε κατακλυστεί από τουρκικά σήριαλ. Αλήθεια, μήπως να το σκεφτεί ο συγγραφέας για τη νέα τηλεοπτική χρονιά;

Κατερίνα Νικολακούλη

Facebook Comments

Βιβλία