Άρθρα & Συνεντεύξεις

Απόλυτο σκοτάδι (pt. 2)

 
 
darkness3   Ο Αλεξάντερ άναψε τον επαγγελματικό φακό και πυροβόλησε το σκοτάδι. Η δέσμη φωτός έπεσε στο έδαφος και επιτέλους μπορούσαν να δουν το καφέ χώμα. Ήταν μια απελπισμένη κίνηση, μια λαίμαργη στιγμή ζεστασιάς. Επιτέλους μπορούσαν να δουν, έστω κι έτσι, το χώρο που τους κρατούσε φυλακισμένους. Όμως μέσα στο σκοτάδι, το φως λειτουργούσε σα φάρος. Μπορούσε να μαγνητίσει οτιδήποτε ζωντανό υπήρχε τριγύρω και να το παρασύρει κοντά του. Ο Αλεξάντερ σημάδεψε το έδαφος γύρω τους. Υπήρχαν κατακρεουργημένα ανθρώπινα μέρη παντού! Μισοφαγωμένα πτώματα, αίμα και μαύρα, κολλώδη υγρά. Ήταν φρικτό, ήταν απαίσιο. Έπειτα, με αργές κινήσεις, έστρεψε το φακό στο πρόσωπο της Αλίσα. Ήθελε κολασμένα να την δει κι έπειτα να στρέψει το φακό στο δικό του πρόσωπο για να τον δει κι αυτή. Αυτή τη φορά όμως, το φως που έπεσε πάνω στη γυναίκα, φανέρωσε κάτι πιο τρομακτικό, κάτι αιμοβόρο και ύπουλο. Ο Αλεξάντερ φώναξε δυνατά.
 
   Έκανε προς τα πίσω προσπαθώντας να αποφύγει το μακάβριο θέαμα. Τα πόδια του μπλέχτηκαν σε ένα άψυχο, κουρελιασμένο πτώμα και ο φακός έφυγε από τα χέρια του. Έπεσε στο έδαφος και κατρακύλησε μακριά του. Το φως χόρευε νευρικά καθώς απομακρυνόταν μακριά του και η φωνή της Αλίσα ελευθερώθηκε στο σκοτάδι «Στάσου, όχι, μη» Ο άντρας έχασε την ισορροπία του και προσγειώθηκε σε κάτι σκληρό με το κεφάλι. Το χτύπημα ήταν δυνατό και τα άχρηστα μάτια έκλεισαν βυθίζοντας τον σε λήθαργο. Το τελευταίο πράγμα που είδε ήταν τα πόδια που στάθηκαν μπροστά από τη δέσμη φωτός. Κάποιος, κάποιοι, έσκυψαν και...

dark4   Ο Αλεξάντερ ταξίδεψε στον κόσμο των ονείρων και επέστρεψε στο σπίτι του. Οι μνήμες συνεργάστηκαν με τα όνειρα και έδωσαν απλόχερα απαντήσεις στο λιπόθυμο άντρα. Ήταν 1 μ.μ. όταν μπήκε στο σπίτι του οργισμένος και πέταξε τα παπούτσια στο χολ. Η κόρη του, Σάντρα, χάζευε κινούμενα σχέδια στην τηλεόραση και η γυναίκα του, Τατιάνα, μαγείρευε στην κουζίνα. Προχώρησε χωρίς να χαιρετήσει τη μικρή και μπήκε στην κουζίνα. Στάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα και κοίταξε το υπέροχο κορμί της γυναίκας του, τις ζουμερές καμπύλες. Έκλεισε τα μάτια του και στραβοκατάπιε.
- Τα ξέρω όλα, είπε απότομα τραντάζοντας την ανέμελη νοικοκυρά. Εκείνη έβαλε το χέρι στο στήθος και χαμογέλασε χωρίς να ξέρει τη σοβαρότητα της κατάστασης.
- Ω! κάλε μου, με τρόμαξες. Ήρθες πιο νωρίς. Απάντησε εκείνη και πλησίασε για να τον αγκαλιάσει. Εκείνος όμως επιτέθηκε και τη χτύπησε στο πρόσωπο. Στην αρχή συγκέντρωσε όλη του τη δύναμη, μα στο τέλος, λίγο πριν την αγγίξει, δειλιάζοντας, χρησιμοποίησε το ένα τέταρτο της οργής του. Παρόλα αυτά, το χτύπημα ήταν δυνατό και η γυναίκα ένιωσε ζάλη. Σοκαρισμένη έκατσε στην καρέκλα και καθησύχασε το παιδί, το οποίο ακούγοντας φωνές ρώτησε να μάθει τι έγινε, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από την τηλεόραση.
- Νόμιζες ότι μπορείς να κάνεις ότι θέλεις πίσω από την πλάτη μου; Έμαθα για το χρέος σου, έμαθα για τον Αντρέ. Πως μπόρεσες να πουλήσεις την αγάπη μου, το παιδί μας; Η Τατιάνα έπιασε το πρόσωπο της και προσπάθησε να σταθεί όρθια ακουμπώντας στο τραπέζι.
- Είσαι άδικος, Αλεξάντερ. Δε σε κατηγορώ, ούτε σου κρατώ κακία. Απλά δεν ξέρεις τι έγινε και..
- Πηδήχτηκες, γαμώτο! Την διέκοψε απότομα εκείνος, και πέταξε ένα ποτήρι στον τοίχο. Πηδήχτηκες με έναν τοκογλύφο για να ξεπληρώσεις το χρέος της ξεφτίλας σου.
dark- Όχι, ανόητε. Δεν πηδήχτηκα, πάψε να γίνεσαι γελοίος και μη φωνάζεις. Το παιδί ακούει.
- Και; Φοβάσαι μη μάθει ότι είσαι μια πόρνη; Το χέρι της γυναίκας εκδικήθηκε απότομα τις προσβολές χτυπώντας τον στο μάγουλο. Ακολούθησε ένας άγριος τσακωμός και η μικρή Σάντρα παρακολούθησε τη φρίκη και τη βία που δεν μπορούσε να ελέγξει ο πατέρας της. Ο Αλεξάντερ άρπαξε τα κλειδιά του αυτοκίνητου και έφυγε βιαστικά, αφήνοντας πίσω του ένα μικρό κορίτσι να κλαίει και μια γυναίκα αιμόφυρτη στο έδαφος. Δεν μπορούσε να δει καθαρά, να νιώσει τη σκοτεινή πλευρά που όλο ένα και περισσότερο τον έκανε δικό της.

   Οδηγούσε νευρικά χωρίς να ελέγχει τα συναισθήματα του. Έβγαλε το κινητό από την τσέπη του και κάλεσε το δικηγόρο του. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Αυτός ο γάμος ήταν πλέον νεκρός και το διαζύγιο η μόνη διέξοδος. Πάνω στο θυμό του, ούτε που σκέφτηκε τη σοβαρότητα της κατάστασης. Είχε χτυπήσει μια γυναίκα, τη γυναίκα του, θανάσιμα, την είχε παρατήσει αιμόφυρτη πλάι στο παιδί του. Τι σοι άνθρωπος/πατέρας, ήταν αυτός; Η αστυνομία θα τον αναζητούσε σύντομα κρίνοντας τον ένοχο. Όμως το θολωμένο του μυαλό δεν έβλεπε καθαρά. Τον ωθούσε στη φυγή. Το φεγγάρι στόλισε τον ουρανό και ο άντρας πάρκαρε έξω από το σπίτι της πρώην του. Εκεί έμενε τα τελευταία χρόνια, η Ρομάνα. Είχε να την δει πάνω από έξι χρόνια κι ούτε αυτός ήξερε γιατί οδηγήθηκε σε αυτή την άκαρδη σκύλα. Βγήκε από το αυτοκίνητο και πλησίασε δειλά. Στάθηκε έξω από την εξώπορτα και ακούμπησε το αυτί του στην πόρτα για να ακούσει. Χαμογέλασε και απομακρύνθηκε. Δεν ήταν μόνη. Μπήκε στο αυτοκίνητο και έμεινε εκεί, περιμένοντας τον εραστή της να φύγει. Το τηλέφωνο του χτυπούσε συνέχεια από τη στιγμή που έφυγε από το σπίτι του. Οι γονείς του, ο αδελφός του, οι φίλοι του, ο κουνιάδος του. Όλοι τηλεφωνούσαν για να δουν τι έγινε, να μάθουν που βρίσκεται. Εκείνη τη στιγμή, ένα κύμα ενοχών dark3χτύπησε τον Αλεξάντερ και συνειδητοποίησε τι είχε κάνει. Δεν τον ένοιαζε για το βρομοθήλυκο, αυτό το είχε ήδη ξεγράψει. Μάτωσε μέσα του για την κόρη του, γι αυτό το αθώο πλάσμα, που έγινε μάρτυρας ενός βάναυσου τσακωμού. Έπιασε το τηλέφωνο και ετοιμάστηκε να πάρει τον αδελφό του, να μάθει για το παιδί του, μα, δεν μπόρεσε. Φοβήθηκε την αστυνομία, τις ερωτήσεις και όλα εκείνα που δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει. Για άλλη μια φορά το εγώ του μπήκε πάνω από την κόρη του. Ξέσπασε σε κλάματα με λυγμούς και ο αρρενωπός άνδρας μεταμορφώθηκε σε αμούστακο αγόρι. Άραγε θα τον συγχωρούσε ποτέ; Έγειρε στο κάθισμα και προσπάθησε να κοιμηθεί, να ηρεμήσει. Οι εικόνες όμως της γυναίκας του να πηδιέται με τον τοκογλύφο ήταν βασανιστικές. Ξαναμμένη, φώναζε με δυνατές κραυγές ηδονής δίνοντας το υπέροχο κορμί της στον πεινασμένο λύκο. Πάνω στο τραπέζι, στο χαλί, στο γραφείο, στην πισίνα. Την έπαιρνε εκείνος ο Αντρέ, παρέα με άλλα αποβράσματα του υποκόσμου. «Μοιχαλίδα, τσούλα», είπε δαγκώνοντας τα χείλη του. Ήταν όμως έγκυρη πηγή ο πληροφοριοδότης του; Του είπε την αλήθεια; Μια βασανιστική αμφιβολία κούρνιασε στα ενδόμυχα της ψυχής του. Έπιασε και πάλι το τηλέφωνο γεμάτος ενοχές. Έψαξε το νούμερο του αδελφού του και κάλεσε. Εκείνος απάντησε αμέσως με αγανάχτηση. Τον ρώτησε που ήταν, τι έκανε, γιατί το έκανε; Του είπε ότι η κόρη του ήταν στα πεθερικά του και ότι η Τατιάνα είχε μπει στο νοσοκομείο. Η κατάσταση της ήταν κρίσιμη. Η αστυνομία τον έψαχνε και ο αδελφός του, τον συμβούλεψε να παραδοθεί. Ο Αλεξάντερ έκλεισε το τηλέφωνο και απενεργοποίησε τη συσκευή. Περίμενε εκεί όλο το βράδυ, χαμένος στις σκέψεις και τις ενοχές του. Μετά το βασανιστικό ξενύχτι, οι πρώτες ακτίνες του ηλίου χάιδεψαν με ευλάβεια τον καταρρακωμένο άνδρα. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν επτά και δέκα. Η πόρτα από το σπίτι της Ρομάνα άνοιξε και ένας μουσάτος μαλλιάς, πάνω από 120 κιλά, βγήκε χαμογελώντας. Πίσω του στάθηκε η κοκκινομάλλα γυναίκα φορώντας ένα απλό νυχτικό. Ο τύπος καβάλησε τη μηχανή του και χάθηκε στο βάθος του δρόμου.
 
dark5   Ο Αλεξάντερ βγήκε από το αυτοκίνητο και πλησίασε στο σπίτι. Χτύπησε το κουδούνι και κοίταξε γύρω του. Η Ρομάνα άνοιξε και χαμογέλασε χωρίς να δείχνει έκπληκτη.
- Καλώς τον, είπε και έξυσε το κεφάλι της. Έμοιαζε νυσταγμένη και πολύ γερασμένη. Ο Αλεξάντερ την θυμόταν διαφορετική. Θυμήθηκε το απαλό δέρμα της, το λαμπερό πρόσωπο της. Τα χρόνια είχαν αφαιρέσει τη φρεσκάδα της. Όμως δεν είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας. Εκείνη τον περνούσε μόλις πέντε χρόνια.
- Συγγνώμη για την ενόχληση. Ήθελα απλά..
- Σκάσε και μπες μέσα, τον διέκοψε εκείνη. Ο άντρας προχώρησε και κάθισε στον καναπέ. Το σπίτι της είχε διάφορα βαλσαμωμένα ζώα, μωβ κεριά και μια αύρα σκοτεινή. Ένα αλλόκοτα μεθυστικό άρωμα τρύπωνε στα ρουθούνια του, προκαλώντας του ευφορία. Η Ρομάνα ήταν τσιγγάνα στην καταγωγή, μα κάποιοι την αποκαλούσαν επικίνδυνη μάγισσα. Βέβαια ποτέ δεν είχε βρεθεί κάτι κακό εναντίον της.
- Λοιπόν, άλλαξες. Είπε ο Αλεξάντερ. Εκείνη έβαλε ένα ποτήρι φρέσκο χυμό και του το πρόσφερε. Στη συνέχεια έβαλε ουίσκι για εκείνη και έκατσε πλάι του.
- Άλλαξα! Χμ, ακούστηκε περισσότερο σαν "πως έγινες έτσι, μωρή;" Δεν έχεις τρόπους αδελφέ μου, είπε η γυναίκα και γέλασε δυνατά.
- Όχι, ήθελα να πω... προσπάθησε να απολογηθεί εκείνος.
- Μη σκας καλέ μου. Έχω επίγνωση του τι μου συμβαίνει. Λοιπόν, τι σε φέρνει στο σπίτι μου; Μπας και βαρέθηκες το γυναικάκι σου; Δεν πηδάω πρώην μου, να ξέρεις. Είπε και κατέβασε μια πλούσια γουλιά ουίσκι.
- Έμπλεξα. Χτύπησα την Τατιάνα και την παράτησα αιμόφυρτη. Είναι στο νοσοκομείο και η αστυνομία με κυνηγάει. Είπε εκείνος με ταραγμένη φωνή και ήπιε μια φτωχή γουλιά από το χυμό του.
- Ο ίδιος μαλάκας όπως πάντα. Και; Τι θέλεις από εμένα; Καταφύγιο; Ξέχνα το, Αλεξάντερ. Προτιμώ να κάψω το σπίτι μου παρά να μπλέξω με τους μπάτσους. Άλλωστε έκανες μαλακία και σου αξίζει η φυλακή. Εκείνος έσφιξε το ποτήρι με το χυμό και αν δεν σταματούσε την πίεση θα το έσπαγε στα σίγουρα.
- Ήρθα εδώ ενώ ξέρω ότι είσαι μια άκαρδη σκύλα. Δεν περίμενα να με λυπηθείς, ούτε το ζήτησα. Θέλω μόνο να μου πεις που μπορώ να βρω λίγο από εκείνο το περίεργο βοτάνι που μου έδωσες πριν από δέκα χρόνια.
- Όχι! Ήρθες εδώ, γιατί δεν είχες που αλλού να πας. Όμως έκανες λάθος. Δε δίνω δεκάρα για εσένα, ούτε για την οικογένεια σου. Άλλωστε ούτε εσύ δίνεις. Αυτό το μικρό κοριτσάκι που αποκαλείς κόρη. Ξέρεις, έτσι δεν είναι; Είπε και γέλασε με ένα σαρδόνιο, τρομακτικό γέλιο. Σηκώθηκε και προχώρησε προς την εξώπορτα. Το βλέμμα του Αλεξάντερ σκοτείνιασε ξυπνώντας εκείνο το επικίνδυνο κτήνος που επιτέθηκε στη γυναίκα του.
- Τι εννοείς, Ρομάνα;
- Εννοώ ότι ήρθε η ώρα να φύγεις από εδώ. Είπε και άνοιξε την πόρτα.
- Είπα, τι εννοείς; Επανέλαβε με μια αγριάδα στη φωνή.
- Όλοι ξέρουν ότι αυτή δεν είναι η κόρη σου, καημένε. Είναι του αδελφού σου.

dark6   Ο Αλεξάντερ επιτέθηκε με μίσος και την έριξε στο πάτωμα. Κλότσησε την εξώπορτα για να κλείσει και πέρασε τα χέρια του γύρω από το λαιμό της. Έσφιξε δυνατά. Η γυναίκα σπαρταρούσε και χτυπούσε τα χέρια και τα πόδια της. «Ηλίθια, βρομοθήλυκο.», επαναλάμβανε καθώς οι μέγγενες των χεριών του έσφιγγαν και έσφιγγαν... Ώσπου όλα χάθηκαν ξαφνικά και μαύρο έπεσε παντού. Τα όνειρα και οι μνήμες σταμάτησαν να δίνουν απλόχερα απαντήσεις. Τον χαστούκισαν για να επιστρέψει εκεί που ανήκει, να ξυπνήσει στον πραγματικό εφιάλτη. Είχε θυμηθεί αρκετά ή τον προετοίμαζαν αργά, για τη μεγάλη αποκάλυψη; Το σχέδιο προχωρούσε όπως έπρεπε. Μια απαλή φωνή τον κάλεσε με το όνομα του.

 
   Ο Αλεξάντερ άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε το απόλυτο σκοτάδι! Νεκρική σιγή. Για μια στιγμή, για μια φευγαλέα στιγμή, συγκράτησε το φόβο του και προσπάθησε να συνέρθει από το χτύπημα.
- Ευτυχώς είσαι καλά. Τρόμαξα, ακούστηκε η γυναικεία φωνή και ένα χέρι χάιδεψε το πρόσωπο του.
Του πήρε μερικά λεπτά για να συνειδητοποιήσει τι του είχε συμβεί. Έπειτα ρώτησε
- Ποια είσαι; Το χέρι κατέβηκε με αργές κινήσεις και χάιδεψε το μπράτσο του.
- Είμαι η Αλίσα. Ένα άγαρμπο χτύπημα στο μυαλό του ενεργοποίησε το μηχανισμό μνήμης και όλα επέστρεψαν στη θέση τους. Η γυναίκα, ο σάκος, ο φακός, ο θόρυβος και το παραμορφωμένο πρόσωπο της Αλίσα. Δεν ήταν άνθρωπος αυτή. Ο άντρας κούνησε τα χέρια του μέσα στο σκοτάδι και την έσπρωξε με δύναμη.
- Μη με πλησιάζεις, τέρας, είπε και σύρθηκε προς τα πίσω.
Εκείνη κλαίγοντας τον παρακάλεσε να μείνει μαζί της. Του εξήγησε πως αυτό που είδε με το φακό δεν ήταν εκείνη.
- Πως με βρήκες μέσα στο σκοτάδι; Ρώτησε κλοτσώντας τον αέρα, μήπως και τον πλησίαζε, για να την απωθήσει.
- Όταν σου έπεσε ο φακός, έτρεξα και τον πήρα. Σε βρήκα με εκείνον και σε έσυρα μακριά από τους πεινασμένους. Είχαν μαζευτεί αρκετοί και ήθελαν τη σάρκα μας.
darkness5- Είδα το πρόσωπο σου, διάολε. Ήταν, ήταν... είπε και έφτυσε από αηδία.
- Δεν ήμουν εγώ. Πόσες φορές να σου το πω;
- Ήσουν εσύ. Είδα τα μακριά μαλλιά σου, τα καφέ μάτια, το μεταλλικό μέτωπο, τα ξεσκισμένα μάγουλα. Μπορούσα να διακρίνω μέσα από αυτά, τα μεταλλικά δόντια και τη διχαλωτή γλώσσα σου. Τι στα κομμάτια είσαι; Κράμα ρομπότ με τέρας ή ανθρώπινο πείραμα;
- Αλεξάντερ, για τελευταία φορά. Δεν ήμουν εγώ. Είμαι άνθρωπος που να σε πάρει η ευχή. Eχω μια υπέροχη δουλεία και ένα σπουδαίο αρραβωνιαστικό. Για μερικά δευτερόλεπτα έμειναν και οι δυο σιωπηλοί. Έπειτα εκείνος μίλησε
- Θέλεις να πιστέψω ότι με έσυρες αναίσθητο και ήσουν τόσο γρήγορη και δυνατή, ώστε να αποφύγεις τους πεινασμένους; Εντάξει λοιπόν, δώσε μου το φακό και ας φανερώσει εκείνος την αλήθεια.
 
 
John Emmans

Άρθρα & Συνεντεύξεις

Facebook Comments