Άρθρα & Συνεντεύξεις

loogoo

Η σκύλα της κόλασης 2: Το σάλπισμα του Δούρβιου

 
skyla201   Ήταν άγρια μεσάνυχτα και το νοσοκομείο είχε βυθιστεί σε λήθαργο. Ένας νοσοκόμος έκανε χαβαλέ με μια συνάδελφό του και ένας γιατρός διάβαζε κάποια έγγραφα. Ο αέρας είχε κοπάσει λίγο μα η παγωνιά δεν έλεγε να υποχωρήσει. Το θερμόμετρο έδειχνε μείον επτά. Στο δωμάτιο του δευτέρου ορόφου, ο πατέρας καθόταν άγρυπνος φρουρός δίπλα στο διασωληνομένο γιο του και χάζευε τα περίεργα μηχανήματα που τον κρατούσαν στη ζωή. Προσπαθούσε να βάλει μια λογική σε αυτή την παράνοια, να καταλάβει τι ήταν αυτό που επιτέθηκε στο παιδί του. Το κινητό τηλέφωνο χτύπησε και η δόνηση τρόμαξε τον άνδρα. Έβαλε το χέρι στην τσέπη και απάντησε. Ήταν εκείνη, η κατά πολύ μικρότερη, νέα του σύντροφος. «Το ξέρω αγάπη μου..» είπε και έξυσε το κεφάλι του. «...Τα ίδια, εδώ… προσπαθώ να συνέλθω. Ναι, κι εμένα μου έλειψες. Κάνε λίγη υπομονή, δεν μπορώ να τους αφήσω μόνους τώρα, με χρειάζονται. Θα σου τηλεφωνήσω αύριο το πρωί. Η Τάνια θα έρθει κατά τις οχτώ. Θα τα πούμε. Σ’ αγαπώ, καρδούλα μου, να προσέχεις!» είπε και έκλεισε το κινητό. Ένας αλλόκοτος ήχος τάραξε την ηρεμία του σαστισμένου άνδρα, ένας ήχος που ερχόταν από ψηλά. Έντρομος σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε το ταβάνι. Εκεί, στη γωνία, που το φως της απαλής λάμπας δεν μπορούσε να φτάσει, υπήρχε κάτι που παραμόνευε. Σηκώθηκε από την καρέκλα και προχώρησε προς τα πίσω κρατώντας πάντα το βλέμμα του καρφωμένο εκεί. Ένας κρύος ιδρώτας έλουσε το κορμί του και χωρίς να βλέπει προσπάθησε να φτάσει τον διακόπτη που άναβε τα φώτα. Ψηλάφησε άτσαλα τον τοίχο χωρίς αποτέλεσμα και προχώρησε προς τη σκοτεινή γωνία. Φοβήθηκε, φοβήθηκε πολύ, αλλά δεν μπορούσε να αφήσει το γιο του. Δυο μέτρα τον χώριζαν από αυτό που έκανε τον περίεργο θόρυβο. Έβαλε όλο του το θάρρος και σήκωσε το κεφάλι. Υπήρχε ένα τρομακτικό πλάσμα γαντζωμένο στον τοίχο που τον κοίταζε στα μάτια. Μπορούσε μετά βίας να διακρίνει στο σκοτάδι το αδυνατισμένο, σχεδόν ξερακιανό, σώμα του και το άσχημο πρόσωπο που αγρίευε επικίνδυνα. Ο άνδρας ένιωσε την παγωμένη ανάσα του και τινάχτηκε προς τα πίσω τρομοκρατημένος. Έβγαλε το κινητό από την τσέπη και ενεργοποίησε το φακό. Το φως έπεσε βίαια στο πλάσμα και το στράβωσε. Γρύλισε και χώθηκε πίσω από τα μηχανήματα.
 
skyla202   Η Τάνια ήταν η άτυχη μάνα, αυτή που μπήκε σε έναν άλλο κόσμο, μια άλλη διάσταση, για να σώσει το γιο της από τα μάγια της τρομερής μάγισσας. Στεκόταν όρθια στο αφιλόξενο περιβάλλον και έβλεπε τα δυο αλλοπαρμένα πλάσματα να την πλησιάζουν. Μετά βίας ξεχώριζε το γκριζωπό χρώμα του δέρματός τους και τους πρησμένους μύες. Οι μεγάλοι σκυλόδοντες προεξείχαν από το στόμα, κάνοντας τα άσχημα πρόσωπά τους ακόμη πιο τρομακτικά. Τα κοφτερά νύχια έσκιζαν τις άκρες των χεριών και το σκληρό δέρμα τα προστάτευε σαν πανοπλία. Η γυναίκα σάστισε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Πέντε μέτρα τη χώριζαν από τα επικίνδυνα πλάσματα και η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Προσπάθησε να υπολογίσει το ύψος τους, αλλά ήταν αδύνατο. Σίγουρα ξεπερνούσαν τα δυο μέτρα και με αυτό το σωματότυπο έμοιαζαν θεόρατα κτήνη. Έμειναν για λίγη ώρα ακίνητοι. Έπειτα το ψηλότερο, αυτό που μούγκριζε έντονα, πήδηξε προς την Τάνια. Επιτέθηκε με όλη του τη δύναμη και τα πελώρια σαγόνια του άνοιξαν διάπλατα. Η γυναίκα έκλεισε τα μάτια και έσφιξε το μενταγιόν του Ήλιου. Το τέρας χτύπησε σε έναν αόρατο τοίχο και σωριάστηκε στο σκούρο χώμα. Κούνησε το κεφάλι νευρικά και κοίταξε με μίσος. Όρμησε ξανά και ξανά, ώσπου κατάλαβε πως ένα ξόρκι προστάτευε αυτό το μίζερο, ανθρώπινο ον. Χαμογέλασε ύπουλα και μίλησε στη γλώσσα της. «Γυρεύεις το θάνατο εδώ μέσα, κόρη. Νομίζεις πως θα βρεις απαντήσεις, μα σε τούτο το βασίλειο μόνο σκοτάδι θα βρεις. Αυτά τα ανθρώπινα μάγια που σε γλιτώνουν από τα κοφτερά δόντια μου θα χαθούν σε λίγη ώρα και τότε θα νιώσεις τον πόνο»! Η Τάνια προχώρησε αγνοώντας τα λόγια του, όπως ακριβώς της είχε πει η Τζίνα. Το άλλο, αυτό με τα κέρατα και το γδαρμένο πρόσωπο, προχώρησε δίπλα της ατάραχο, κοιτώντας τη επίμονα στα μάτια. Η φωνή του ήταν άγρια, παραμορφωμένη. «Μπορεί να μας αγνοείς, όπως σε συμβούλευσε ο μέντορας που σε έστειλε εδώ μέσα, αλλά είμαι σίγουρος πως θέλεις να μάθεις την αιτία που σε απάτησε ο άθλιος σύζυγος σου»… Η γυναίκα γούρλωσε τα μάτια και μπήκε σε πειρασμό να ρωτήσει. Έσφιξε τα δόντια και ακολούθησε το μονοπάτι, σφίγγοντας στα χέρια το μενταγιόν. Το πλάσμα συνέχισε με θράσος. «Ίσως εσύ ήσουν το πρόβλημα, ίσως εσύ και το ένοχο μυστικό που νόμιζες ότι έκρυψες σοφά από εκείνον. Όμως εκείνος έμαθε, τα έμαθε όλα και σε εκδικήθηκε». Η Τάνια γύρισε το κεφάλι της, αγνόησε τους φόβους και κοίταξε το πλάσμα κατάματα. Δεν άντεξε, η περιέργεια τη νίκησε και ρώτησε λαίμαργα. «Πώς, πώς ξέρεις γι αυτό το μυστικό εσύ; Πώς το έμαθε εκείνος»;
 
skyla203   Τα μηχανήματα έδειχναν τους παλμούς του μικρού, προδίδοντας τη δυνατή καρδιά του, η οποία προσπαθούσε με σθένος να τον κρατήσει στη ζωή. Ο άντρας ετοιμάστηκε να ανοίξει την πόρτα και να βγει τρέχοντας έξω στο διάδρομο. Ήθελε απεγνωσμένα να βρει κάποιον, να νιώσει ασφάλεια, να βεβαιωθεί ότι είναι ακόμη σε αυτό τον κόσμο. Ήταν σίγουρος ότι δεν θα υπήρχε ψυχή, μα και να υπήρχε, τι θα έλεγε, τι θα περιέγραφε ότι είδε; Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα πίστευε ότι μια δαιμονική σκιά εμφανίστηκε μπροστά του. «Ώστε αυτό ήταν;» αναφώνησε, «…μια δαιμονική σκιά»; Σκούπισε το ιδρωμένο μέτωπό του και έπιασε το χερούλι της πόρτας, όταν ξαφνικά, ο ίδιος αλλόκοτος ήχος επέστρεψε. Γύρισε το κεφάλι απότομα και κοίταξε το κρεβάτι. Το πλάσμα, αυτή η δαιμονική σκιά, στεκόταν όρθια πάνω από το αγόρι σφίγγοντας το λαιμό του. Ένα απότομο μπαμ έγινε στο μυαλό του πατέρα και για μερικά δευτερόλεπτα γύρισε το χρόνο πίσω, θυμήθηκε ένα καλοκαιρινό βράδυ πριν από τρία χρόνια, τότε που κοιμόταν αγκαλιά με την πρώην γυναίκα του. Είχε αφόρητη ζεστή και ξύπνησε γύρω στις δύο τα ξημερώματα για να πιει νερό. Προχώρησε προς την κουζίνα με το ζόρι, καθώς η υγρασία και η ζέστη μεθούσαν τις λειτουργίες του εγκεφάλου. Ήπιε κρύο νερό και γύρισε να πέσει στο απαλό κρεβάτι, πλάι στη βελούδινη σύζυγό του. Έκανε μια τελευταία στάση στο δωμάτιο του μικρού και κοίταξε την παιδική κούνια. Μια σκιά στεκόταν πάνω από τον ενός έτους γιο του. Έτριψε τα μάτια και κοίταξε καλύτερα. Η σκιά βρισκόταν ακόμη εκεί, δεν έφευγε, καρτερούσε υπομονετικά. Άπλωσε το χέρι και άναψε το φως. Η λάμπα έκανε έναν περίεργο θόρυβο και δυσκολεύτηκε να ανάψει, μα τελικά έριξε τη δυνατή δέσμη φωτός σε όλο το δωμάτιο. Ότι κι αν ήταν είχε εξαφανιστεί, δεν υπήρχε τίποτα πια. Ο άντρας δεν έδωσε όση σημασία χρειαζόταν, έσβησε το φως και γύρισε στο κρεβάτι, νομίζοντας ότι απλά δεν είδε καλά. Οι σκέψεις πέρασαν γρήγορα και επέστρεψε στο επικίνδυνο σήμερα, το τώρα. Συνειδητοποίησε με τρόμο πως εκείνη η σκιά ήταν η ίδια με τότε και το φουρτουνιασμένο πρόσωπο εστίασε στον παρείσακτο επισκέπτη. «Ποιος είσαι, τι ζητάς από την οικογένεια μου;» είπε φοβισμένος και προχώρησε λίγα βήματα προς το κρεβάτι. Το δαιμονικό πλάσμα άνοιξε το στόμα και, απειλώντας, έδειξε τα κοφτερά του δόντια. Τα χέρια του ήταν ακόμη τυλιγμένα γύρω από το λαιμό του αγοριού και τα έσφιξε περισσότερο. Η καρδιά του μικρού αντέδρασε αμέσως και το μηχάνημα κατέγραψε την αλλαγή στο μόνιτορ. «Στάσου, στάσου! Θα κάνω ότι ζητήσεις μη τον πειράξεις!» είπε ο πατέρας και επανέλαβε τα ίδια βήματα, προς τα πίσω αυτή τη φορά. Η πλάτη του ακούμπησε στον τοίχο και βρήκε το διακόπτη που άναβε τη λάμπα. Το φως επιτέθηκε και φανέρωσε την άγρια ομορφιά του πλάσματος. Ένα βογκητό πόνου βγήκε από το στόμα του και με ένα σάλτο χάθηκε για πάντα. Ο άντρας κοίταξε σαστισμένος γύρω του και επέτρεψε στα πόδια να λυγήσουν, να γονατίσουν. Άφησε τα δάκρυά του να ποτίσουν τους διψασμένους πόρους του δέρματος και έπιασε το κεφάλι του. Έπειτα κοίταξε το κρεβάτι και σοκαρισμένος είδε το γιο του να κάθετε πάνω στα σκεπάσματα, να τον κοιτάζει στα μάτια.
 
skyla204   Οι δυο επικίνδυνοι φύλακες του κόσμου της φρίκης περπατούσαν πλάι στη γυναίκα και προσπαθούσαν να κερδίσουν την ψυχή της. Ο ένας ήταν γνωστός ως Κέμπερκ, ο σφαγέας των Λούζιον, μιας αρχαίας φυλής που χάθηκε πριν από πολύ καιρό. Ο άλλος ήταν ο Μπόθρεκ, υπηρέτης του βασιλιά Γκότρανμπεν και γνωστός για την τέχνη της αποπλάνησης. Ο Κέμπερκ ψηλάφησε το σαγόνι του και μούγκρισε θυμωμένος. Τον πονούσε ακόμη από το χτύπημα του αόρατου τοίχου και περίμενε να εκδικηθεί, να βρει την ευκαιρία να κομματιάσει τη γυναίκα. Η Τάνια στράφηκε προς τον  Μπόθρεκ.
- Πες μου δαίμονα, πώς τα ξέρεις εσύ όλα αυτά; Εκείνος σήκωσε το χέρι του και έδειξε τον πύργο στην κορυφή του βουνού.
- Εκεί μέσα, κόρη, βασιλεύει ο άρχοντας  Γκότρανμπεν, ο ύψιστος όλων, ο μόνος αληθινός θεός που πρέπει να πιστεύουμε και να προσκυνούμε. Γνωρίζει τα πάντα για εσένα, για τα ένοχα μυστικά που κουβαλάς και την ανόητη κίνησή σου να βρεθείς εδώ μέσα. Ψάχνεις τη μάγισσα, σωστά;  
- Ναι, την ψάχνω. Έχει αιχμαλωτίσει το γιο μου και πρέπει να της μιλήσω, να την πείσω να τον ελευθερώσει. Το πλάσμα γέλασε και χτύπησε τον αόρατο τοίχο με δύναμη, πάνω από το κεφάλι της γυναίκας. Η Τάνια έσκυψε τρομοκρατημένη και ένιωσε το μαλθακό ξόρκι που προστάτευε το σώμα της να υποχωρεί. Ένας δυνατός φόβος, ακόμη πιο μεγάλος από τον αρχικό, κατέλαβε τη γυναίκα και προσπάθησε να τον συγκρατήσει.
- Ανόητο ον, φώναξε ο Μπόθρεκ, δεν υπάρχει επιστροφή. Αυτός που σε έστειλε εδώ μέσα, σε έστειλε σε μια θανάσιμη παγίδα. Τα μάγια που σε προστατεύουν θα χαθούν σε λίγα λεπτά και θα γίνεις έρμαιο των σκοτεινών ψυχών. Η Τάνια σάστισε και σταμάτησε να περπατά. Μα γιατί, γιατί δεν της είπε την αλήθεια η Τζίνα, γιατί την έστειλε στο στόμα του λύκου; Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι την εξαπάτησε, ότι την ξεγέλασε, ήθελε να θυμώσει, αλλά όχι, έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε για το παιδί της, προσπάθησε. Κραυγές απελπισίας τάραξαν τη γυναίκα κερδίζοντας το ενδιαφέρον της. Κοίταξε στο βάθος ένα περίεργο πράγμα που έμοιαζε με πανύψηλο ουρανοξύστη και έμεινε σιωπηλή. Περίεργες μορφές ζωής αιωρούνταν γύρω του ικετεύοντας, παρακαλώντας για οίκτο. Μπορούσε σχεδόν να τις ακούσει, να τις αποκρυπτογραφήσει... «Βοήθεια», «Λύτρωσέ με», «Συγχώρα με», «Πονάω»! Ο Κέμπερκ μουρμούρισε με υπεροψία, «Ανθρώπινες ψυχές» και έτρεξε με λύσσα κατά πάνω τους. Ώστε έτσι είναι, σκέφτηκε η Τάνια, έτσι είναι η ψυχή; Προσπάθησε να εξηγήσει με ανθρώπινες λέξεις αυτό που αντίκριζε, να δώσει μια περιγραφή, αλλά μάταια. Τίποτα απ όσα γνώριζε δεν ήταν κοντά σε αυτό που έβλεπαν τα μάτια της. «Είναι οι καταραμένες ψυχές...» ακούστηκε ο Μπόθρεκ, «…οι απόκληροι, αυτοί που θα κληρονομήσουν το αιώνιο σκοτάδι. Αυτοί που έζησαν στην ακολασία, που γεύτηκαν τις σαρκικές απολαύσεις της ψεύτικης ζωής. Τις απολαύσεις που τους χάρισε απλόχερα ο θεός τους, αυτός που με την ίδια άνεση απαγόρευσε ότι έδωσε στα παιδιά του».
 
skyla205   Ένα σατανικό, επικό σάλπισμα ακούστηκε από τον ουρανό και οι ψυχές κρύφτηκαν τρομοκρατημένες στο κτήριο. Ο Δούρβιος, ο μουσικός του σκότους, ειδοποιούσε με τη σάλπιγγα του όλα τα αδέσποτα πλάσματα που κατά λάθος έμεναν έξω τούτη την παρδαλή ώρα. Ακόμη και οι πιο παράφρονες ήξεραν ότι η άφιξη του Δούρβιου και της μουσικής του σήμαινε ένα πράγμα, υποχώρηση! «Τι συμβαίνει;» ρώτησε η γυναίκα φανερά ενοχλημένη, γεμάτη απορία. Ο Μπόθρεκ έφτυσε ένα κομμάτι σάπιας σάρκας που είχε κολλήσει εδώ και καιρό ανάμεσα στα δόντια του. «Είναι η ώρα των Σάτραν, των αλλόκοτων δαιμόνων. Τώρα, κόρη, θα μετανιώσεις που μπήκες εδώ μέσα, θα μετανιώσεις που δεν άφησες να γευτώ τη σάρκα σου και να πάρω σαν τρόπαιο την ψυχή σου. Τα ερασιτεχνικά μάγια που τυλίγονται γύρω σου θα σπάσουν και οι δαίμονες θα σε ξεσκίσουν»! Οι δυο φύλακες γύρισαν την πλάτη τους και έφυγαν. Η Τάνια τους κοίταζε να κατευθύνονται προς τον πύργο και μια διεστραμμένη σκέψη να τους ακολουθήσει ρίζωσε στο μυαλό της. Όμως όχι, έπρεπε να ολοκληρώσει την αποστολή της, ακόμη και αν ήταν παγίδα, έπρεπε να τελειώσει αυτό που ξεκίνησε. Έτρεξε βιαστικά ακολουθώντας το μονοπάτι.  Αποχρώσεις του κόκκινου βούλιαζαν στο μαύρο και το γκρίζο συνόδευε με υπεροψία το αλλόκοτο χρώμα του εδάφους. Ο ουρανός είχε φορέσει ένα μοβ φόρεμα, γεμάτο κίτρινες καυτές πιτσιλιές. Η οσμή σαπίλας έγινε πιο έντονη και η γυναίκα ένιωσε αφόρητους πόνους στο στήθος. Ζαλισμένη, μπερδεμένη και με ένα μόνιμο φόβο, που ολοένα και μεγάλωνε, προσπαθούσε να μείνει όρθια, να τρέξει προς τη σπηλιά της μάγισσας. Σε λίγα λεπτά ο ουρανός γέμισε με περίεργα φτερωτά όντα που διψούσαν για θάνατο. Οι Σάτραν ήταν οι πιστοί φύλακες του πιο βίαιου, του πιο αιμοβόρου δαίμονα, του Αργκαλτσούλ. Ταξίδευαν συχνά στα σκοτεινά βασίλεια και άρπαζαν ανθρώπινες ψυχές για να τις βασανίσουν, να τις βεβηλώσουν, να τις εντάξουν στη συλλογή τους. Κανένα πλάσμα δεν τολμούσε να τους αντιμιλήσει, να πάει κόντρα στα θέλω τους. Ακόμη και οι μεγάλοι βασιλιάδες όπως ο Γκότρανμπεν, άρχοντας του σάπιου βασιλείου Νοστράντιμεν, ο τρομερός Αλώπιος, του βασιλείου Βάγκαζ, υποχωρούσαν μπροστά στην οργή των δαιμόνων. Δυο πελώριοι βράχοι εμφανίστηκαν μπροστά στη γυναίκα. Ήταν ενωμένοι στη βάση και όσο ψήλωναν άνοιγαν διάπλατα, χωρίζονταν στα δυο. Η φθορά ήταν εμφανής σε όλο το μήκος και μπορούσε κάποιος να καταλάβει τις επικές μάχες που έγιναν πάνω τους. Μεγάλα τμήματα είχαν αποκοπεί βίαια, έμοιαζαν με μεγάλες δαγκωματιές που ευχαριστήθηκε κάποιος πεινασμένος γίγαντας. Η Τάνια παρατήρησε ένα μικρό άνοιγμα στα πλάγια, μια είσοδο που οδηγούσε κάπου. Χωρίς δεύτερη σκέψη χώθηκε μέσα και κούρνιασε σε μια γωνιά.  
 
   Το αγόρι κοίταζε ζαλισμένα γύρω του. Με μια απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο, που περισσότερο έμοιαζε με αηδία, τράβηξε τα καλώδια και τους ορούς που το ενοχλούσαν. Ο άντρας έτρεξε και το έσφιξε στην αγκαλιά του. Το κράτησε μερικά δευτερόλεπτα και έπειτα χάιδεψε το κεφαλάκι του. «Είσαι καλύτερα, αγόρι μου»; Το βλέμμα του μικρού έμεινε ανέκφραστο, παγωμένο. Ο πατέρας κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά, μα συγκράτησε τον πανικό του. Έβγαλε το κινητό και πληκτρολόγησε το νούμερο της πρώην γυναίκας του, έπρεπε να την ειδοποιήσει, να της πει ότι ο γιος τους ξύπνησε. Τίποτα, καμιά απάντηση, μόνο εκείνη η άνοστη φωνή που επαναλάμβανε «Ο συνδρομητής έχει το τηλέφωνο απενεργοποιημένο»…
 
John Emmans
 
 

Άρθρα & Συνεντεύξεις

Facebook Comments