Άρθρα & Συνεντεύξεις

Η σκύλα της κόλασης

 
   Το μαύρο σκονισμένο ρολόι στον τοίχο της κουζίνας έδειχνε μεσάνυχτα και η παρείσακτη οντότητα τρύπωσε αθόρυβα κάτω από την εξώπορτα. Κινήθηκε γρήγορα, προσπέρασε το σαλόνι και κρύφτηκε στο παιδικό δωμάτιο. Εκεί, πίσω από το κουτί με τα παιχνίδια, άπλωσε το παραγάδι της και καρτερούσε υπομονετικά. Ο σαλεμένος χειμωνιάτικος αέρας χτυπούσε με λύσσα το παλιό πατζούρι, προκαλώντας αναστάτωση στο αγόρι. Ο μικρός Θανάσης κρυβόταν τρομαγμένος κάτω από τα σκεπάσματα και προσπαθούσε να κοιμηθεί. Είχε κλείσει τα τέσσερα, ωστόσο τον τελευταίο καιρό ξυπνούσε συχνά τα βράδια με κλάματα και παρακαλούσε τη μητέρα του να κοιμηθεί στο δωμάτιο της.
 
skyla01   Η Τάνια ήταν μια χωρισμένη τριαντάρα και προσπαθούσε με δυσκολίες να μεγαλώσει το μονάκριβο γιο της. Καταριόταν τον πρώην σύζυγο της, που την παράτησε για εκείνη την άθλια πιτσιρίκα, που διάλυσε την οικογένειά του για μια αρπαχτή. Τον είχε πάρει τηλέφωνο πολλές φορές, του είπε πως ο γιος τους είχε φοβίες, πως ξυπνούσε τα βράδια τρομοκρατημένος. Εκείνος αδιαφόρησε, είπε ένα άνοστο «Ησύχασε, έτσι είναι τα παιδιά, που και που έχουν εφιάλτες. Διάβασέ του τον παπουτσωμένο γάτο και θα κοιμηθεί». Ένιωθε μόνη, προδομένη, με ένα θαυμάσιο παιδί δίπλα της, που όμως κάτι στοίχειωνε την παιδική αθωότητά του. Θα έκανε τα πάντα για να το προστατέψει, ακόμη κι αν έπρεπε να δώσει τη ζωή της. Άλλωστε, αυτή δεν είναι η δουλειά της μάνας; Η Τάνια σηκώθηκε από το κρεβάτι και προχώρησε νωχελικά προς την κουζίνα. Διψούσε και νύσταζε μαζί. Χασμουρήθηκε και σκόνταψε στο χαλί, σε μια προσπάθεια να αποφύγει το πεταμένο φορτηγάκι που έφραζε το δρόμο της. «Ποιος πάει αύριο στη δουλεία;» σκέφτηκε και έβαλε νερό στο ποτήρι. Το σήκωσε και ετοιμάστηκε να πιει. Τα μάτια γούρλωσαν και έστρεψε το κεφάλι προς το δωμάτιο του μικρού. Ένας παράξενος ήχος έβγαινε από την μισάνοιχτη πόρτα και ένα ρίγος τρόμου κούρνιασε στο κορμί της. Άφησε το ποτήρι στον πάγκο και στραβοκατάπιε. Προχώρησε αργά, αλλά σταθερά, πατούσε στις μύτες των ποδιών και έπιασε πρόχειρα τα μαλλιά της κότσο. Ξαφνικά το αίμα πάγωσε και η ατμόσφαιρα έγινε αποπνικτική. Μπορούσε πλέον να ακούσει την τραχιά φωνή που επαναλάμβανε. «Σάγκρε Μάγκρε Λούπιτερ Κόρε»… Η γυναίκα σάστισε, κλώτσησε δυνατά την πόρτα και μπήκε μέσα. Εκεί, πάνω από το κρεβάτι του γιου της, μια τρομακτική οντότητα, ένα πλάσμα που έμοιαζε με γριά μάγισσα, προσπαθούσε να κάνει κακό στο παιδί.  Έβαλε τα χέρια της στο στόμα και ούρλιαξε δυνατά. Ο μικρός ήταν υπνωτισμένος, χαμένος μετάξι ύπνου και ξύπνιου. Είχε δυνατούς σπασμούς και το κορμί του έκαιγε. Η Τάνια έπιασε ένα πλαστικό σπαθί που βρήκε στα πόδια της και όρμησε να υπερασπιστεί το παιδί της. Το πλάσμα άπλωσε το σάπιο χέρι του και έσπρωξε τη μάνα. Την κοίταξε στα μάτια και χαμογέλασε σατανικά. Έπειτα της είπε «Σάγκρε Μάγκρε Λούπιτερ Κόρε» και χάθηκε μακριά. Η γυναίκα πήρε αγκαλιά το γιο της και έκλαψε από ανακούφιση. Εκείνος όμως δεν μπορούσε να συνέλθει, να ανοίξει τα μάτια του να της μιλήσει. Έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο όσο πιο γρήγορα μπορούσε, διάβολε, ήταν ολομόναχη, έπρεπε να καλέσει τον αναίσθητο πρώην άντρα της.
 
skyla02   Οι πρώτες παγωμένες ακτίνες του ηλίου βρήκαν την Τάνια στο προαύλιο του νοσοκομείου. Κάπνιζε τρομοκρατημένη και περίμενε κάποιον να απαλύνει τον πόνο της. Αυτό που είχε δει το προηγούμενο βράδυ, αυτό που επιτέθηκε στο παιδί της, αυτή η σκοτεινή οντότητα, είχε χαράξει την ψυχή της. Δεν είπε σε κανένα τίποτα, πως θα μπορούσε άλλωστε, ποιος θα την πίστευε; Πέταξε το πικρό τσιγάρο και κοίταξε στο βάθος. Ένας κομψός, κουστουμαρισμένος άντρας πλησίαζε δειλά προς το μέρος της, χαρίζοντας ένα κύμα ανακούφισης στη σαστισμένη γυναίκα. Ήταν αυτός, ο πρώην άντρας της. Έτρεξε καταπάνω του και με δάκρυα στα μάτια τον έσφιξε στην αγκαλιά της. Τον μισούσε, ωστόσο εκείνη τη στιγμή ήταν ο μόνος που μπορούσε να τη βοηθήσει. Του είπε τι είχε συμβεί, τον εμπιστεύτηκε, μα εκείνος δεν την πίστεψε. Κούνησε το κεφάλι του και μπήκε να δει τους γιατρούς. «Το παιδί βίωσε ένα ισχυρό σοκ..» είπε ο καθηγητής και υπεύθυνος του νοσοκομείου… «Δεν έχει επανέλθει πλήρως. Έχουμε κάνει όλες τις εξετάσεις και κατά ένα περίεργο τρόπο όλες, μα όλες, βγαίνουν φυσιολογικές. Ωστόσο το παιδί μοιάζει να χάνει τη μάχη με τη ζωή. Κάτι τραβάει όλη την ενέργειά του, απορροφά τις βιταμίνες, στραγγίζει κάθε τι ωφέλιμο από τον οργανισμό του. Αν συνεχίσει έτσι, πολύ φοβάμαι ότι θα τον χάσουμε». Ο πατέρας μπήκε στο δωμάτιο και κοίταξε το διασωληνομένο παιδί του. Βούρκωσε, μετάνιωσε που του είχε φερθεί τόσο άσχημα. Πλησίασε και χάιδεψε το κεφαλάκι του. Τον κοίταζε για ώρα, ώσπου το βλέμμα του καρφώθηκε στο αριστερό μπράτσο του αγοριού. Σήκωσε το μανίκι της πιτζάμας και κοίταξε το ερεθισμένο, κοκκινωπό δέρμα. Ένα περίεργο σύμβολο είχε χαρακτεί, σαν τατουάζ. Έμοιαζε με μάτι, που μέσα του είχε φυλακισμένη μια ανθρώπινη σκιά. Άπλωσε το χέρι του και το άγγιξε. Ένιωσε μια κρύα αίσθηση θανάτου και τρομαγμένος το τράβηξε πίσω. Έβηξε και ελευθέρωσε μερικά υγρά από το στόμα του. «Τι διάολο είναι αυτό;» σκέφτηκε και σκουπίστηκε. Αν, αν η πρώην γυναίκα του έλεγε αλήθεια, αν αυτό το πλάσμα σκότωνε αργά το γιο τους, τότε μέχρι που θα έφτανε για να το σώσει; Το πρώτο βράδυ θέλησε να μείνει εκείνος πλάι στο γιο του, το χρωστούσε και στους δυο.
 
   Η Τάνια γύρισε στο σπίτι και μπήκε αμέσως στο ιντερνέτ. Έψαχνε, ρωτούσε σε διάφορα σχετικά φόρουμ και περιέγραφε την τρομακτική εμπειρία της. Παρακαλούσε όποιον γνώριζε κάτι σχετικό να τη βοηθούσε. Ήταν απελπισμένη και περιέγραφε όσο πιο γλαφυρά μπορούσε το πλάσμα. Ένα αναπάντεχο μήνυμα γαλήνεψε την ψυχή της. «Σε χαιρετώ φίλη μου. Ονομάζομαι Λίζα Δούρου και πριν από πέντε χρόνια βίωσα την ίδια τρομακτική εμπειρία με εσένα. Εγώ δυστυχώς άργησα, δεν ήξερα και το παιδί μου είναι νεκρό. Μην κάνεις το ίδιο λάθος με εμένα, πήγαινε να βρεις τη Τζίνα Ρίσκα. Είναι μέντιουμ/μάγισσα και η μόνη που μπορεί να σώσει το αγόρι. Όχι, δεν είσαι τρελή, ούτε ειδές λάθος. Αυτό το πλάσμα που ήρθε σπίτι σου είναι πολύ επικίνδυνο, εγώ το ξέρω, ακόμη και σήμερα έρχεται κρυφά τα βράδια και ψάχνει να βεβαιωθεί ότι δεν έχω άλλο παιδί να πάρει»…
 
skyla03   Πέρασαν δυο δύσκολες ημέρες και το αγόρι χειροτέρευε. Παρά τα ισχυρά φάρμακα, παρά τον ορό, ο οργανισμός του εξασθενούσε επικίνδυνα, αφυδατώνονταν και έχανε τη μάχη με τη ζωή. Η Τάνια κόντευε να τρελαθεί, έσφιγγε τις γροθιές της και χτυπούσε τον τοίχο νευρικά. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, έπρεπε να δει αυτή τη γυναίκα, αυτό το μέντιουμ-μάγισσα. Είχε διαβάσει πολλά σχόλια γι αυτήν στο διαδίκτυο. Οι περισσότεροι χλεύαζαν, την αποκαλούσαν απατεώνα και κορόιδευαν τις δαιμονικές γνώσεις που είχε. Κάποιοι άλλοι όμως, που έζησαν τη δύναμή της από κοντά, μιλούσαν με τα καλύτερα λόγια. Κάποιος ανώνυμος περιέγραφε τη μάχη που έδωσε η ίδια με το ισχυρό δαιμόνιο Αργκαλτσούλ, στα σπλάχνα του βασιλείου του, στην πικρή γη του Άγκουρ. Ένας τόπος σκοτεινός, ένας τόπος εξωπραγματικός, όπου κανένας άνθρωπος δεν μπόρεσε να μπει ζωντανός. Η Τζίνα Ρίσκα ταξίδεψε στη ζούγκλα του Κονγκό, βούλιαξε στα άδυτα και τα έβαλε με τον Αργκαλτσούλ, τον πιο βίαιο, τον πιο αιμοβόρο δαίμονα. Ο μόνος που είχε τη δύναμη να επιτεθεί και να βλάψει ανθρώπινη ψυχή. Μια μονομαχία που κράτησε μόλις τρία λεπτά, μια μονομαχία που έστειλε το πλάσμα του σκότους πίσω στον αφέντη του.
 
   Η Τζίνα είχε δει πολλά αλλόκοτα πλάσματα και τα σημάδια στο σώμα της μαρτυρούσαν πως έλεγε την αλήθεια. «Κάθε φορά που τα βάζω με ένα πλάσμα του σκότους..», έλεγε η ίδια, «..αφήνω ένα κομμάτι της ψυχής μου στην κόλαση. Όταν συναντήσω τον αρχηγό τους, θα του ζητήσω να τα πάρω πίσω με τόκους». Κανείς δε γνώριζε για τη ζωή της, κανείς δεν μπορούσε να βρει πληροφορίες για το παρελθόν. Η ίδια δεν μιλούσε ποτέ για τον τόπο καταγωγής της, το παιδικά  χρόνια, το λόγο που την ανάγκασε να γίνει μέντιουμ, να τα βάλει με τόσες σκοτεινές οντότητες. Η πραγματικότητα ήταν σκληρή και βίαιη. Η Τζίνα υπήρξε σύζυγος και μητέρα κάποτε. Είχε μια όμορφη κόρη. Την Χέρσα, έτσι την φώναζε, έτσι είχε κτίσει μια ασπίδα που κρατούσε το κακό μακριά της. Η Χέρσα ήταν πανέμορφο πλάσμα, ονειροπόλο και η ζεστή καρδιά της αιχμαλώτιζε τους ανθρώπους. Όλοι την αγαπούσαν, την είχαν στην καρδιά τους. Μια νύχτα όμως, όταν έκλεισε τα δεκαεννέα, ένας απρόσκλητος επισκέπτης επιτέθηκε στο άτυχο κορίτσι καταστρέφοντας τα μάγια που την προστάτευαν. Ήταν ο πανίσχυρος Αργκαλτσούλ. Την τράβηξε σε μια άλλη διάσταση, σε μια διάσταση που οι δαίμονες είχαν εξουσία και μπορούσαν να βεβηλώσουν ανθρώπινο σώμα. Την πέταξε στα πεινασμένα πλάσματα της πίσσας κι εκείνα ανενόχλητα τη βίασαν, την πετσόκοψαν, τη βασάνισαν μέχρι θανάτου. Το κορίτσι άφησε την τελευταία του πνοή στην πικρή γη του Άγκουρ και το άψυχο σώμα κρατήθηκε σαν τρόπαιο. Τα όρνια της κόλασης ικανοποίησαν την ηδονή τους και η σαπίλα των καταραμένων ψυχών αιχμαλώτισε τη στίφη γεύση του τρόμου. Έτσι ξεκίνησε μια μάχη μεταξύ της Τζίνας και του Αργκαλτσούλ, μια μάχη που κράτησε χρόνια. Μέχρι που εκείνη μπήκε στον κόσμο των δαιμόνων και έστειλε στα τάρταρα το πανίσχυρο πλάσμα.
 
skyla04   Ο αέρας χόρευε δυνατά ένα μεθυστικό βαλς, εκτονώνοντας το θυμό του. Οι δρόμοι ήταν άδειοι, ορφανοί και τα δέντρα λύγιζαν από την πίεση. Η Τάνια προχωρούσε με τα χέρια στις τσέπες και ένιωθε την οργή του ανέμου. Μερικές φορές σταματούσε και έκλεινε τα μάτια, έπειτα έπαιρνε θάρρος για να συνεχίσει. Χρειάστηκαν λίγα λεπτά και το πέτρινο παραδοσιακό σπίτι ξεπρόβαλε στο βάθος. Η γυναίκα κοντοστάθηκε για λίγο έξω από την πόρτα και έστρωσε τα μαλλιά της. Χτύπησε δυο φορές διστακτικά, σχεδόν αθόρυβα, φοβισμένα και κοίταξε στο πλάι την ξεθωριασμένη πινακίδα. «Τζίνα Ρίσκα: μέντιουμ/οραματίστρια/ψυχολόγος»… Η πόρτα άνοιξε και μια γερασμένη γυναίκα χαμογέλασε. Φορούσε ένα μοβ λιτό φόρεμα και ένα μεγάλο μαργαριταρένιο κολιέ στο λαιμό. Το πρόσωπο της ήταν γεμάτο χαρακιές και τα άλουστα μαλλιά της έπεφταν στους ώμους. Κοίταξε έντονα την Τάνια από πάνω μέχρι κάτω και έπειτα μίλησε.
- Παρακαλώ, τι θα μπορούσα να κάνω για εσάς, καλή μου κυρία;
- Θα ήθελα… Θα ήθελα να δω την κυρία Ρίσκα. Εκείνη κούνησε το κεφάλι καταφατικά και χτύπησε απαλά το στήθος της.
- Εγώ είμαι, πέρασε μέσα. Οι δυο γυναίκες συστήθηκαν και κάθισαν στον παλιό καναπέ. Η τρομοκρατημένη μάνα ξεκίνησε αμέσως να αφηγείται με λεπτομέρειες τον εφιάλτη που ζούσε και εκλιπαρούσε για βοήθεια. Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της, τα ελευθέρωνε προσπαθώντας να ξεσπάσει. Η Τζίνα έπιασε το χέρι της Τάνιας τρυφερά και χαμογέλασε με καλοσύνη. «Ξέρω τι είναι αυτό που κυνηγάει το παιδί σου...» είπε και σηκώθηκε. Πλησίασε τη βιβλιοθήκη, έβγαλε από το ψηλό ράφι την καταραμένη βίβλο του σκότους. Έπειτα έστρεψε το βλέμμα στην Τάνια. «Θέλω να φανείς δυνατή, θέλω να δείξεις ψυχραιμία. Δεν έχουμε πολύ χρόνο, γι αυτό και θα είμαι όσο πιο σύντομη μπορώ. Υπάρχουν παράλληλοι κόσμοι με το δικό μας. Μέρη σκοτεινά, ξερά, σατανικά, μέρη όπου κατοικούν ύπουλα πλάσματα και άυλα πνεύματα. Τους απαγορεύεται η είσοδος στον κόσμο μας, ωστόσο συχνά κάποια από αυτά καταφέρνουν να τρυπώσουν στο σπίτι μας και διεκδικούν ανθρώπινες ψυχές. Βλέπεις, ο σκοτεινός βασιλιάς Γκότρανμπεν, άρχοντας του σάπιου βασιλείου Νοστράντιμεν, υποσχέθηκε για κάθε ανθρώπινη ψυχή που του παραδίδουν, να χαρίζει δύναμη και δικαίωμα να εισβάλουν στον κόσμο των απολαύσεων. Έτσι αποκαλούν τη γη. Αυτό που απειλεί το γιο σου δεν είναι πνεύμα, ούτε δαίμονας. Είναι η Χάργκα, η άκαρδη σκύλα της κόλασης. Η Χάργκα είναι μια ισχυρή μάγισσα, ένα επικίνδυνο αρπακτικό. Γεννήθηκε πριν από πολλά χρόνια στα βόρεια της Ευρώπης και στα δεκατέσσερά της έγινε μέλος του τάγματος των μαγισσών. Μετά την ενηλικίωση, το κακό ρίζωσε μέσα της και έγινε η χειρότερη, η πιο επικίνδυνη μάγισσα που περπάτησε πάνω στη γη. Μέσα σε μια βραδιά θανάτωσε και βασάνισε εκατό ανήλικα παιδιά, προσφέροντας ένα λουτρό αίματος στις διεστραμμένες ορέξεις της. Κυνηγήθηκε από τους ανθρώπους και ζήτησε βοήθεια από τον σκοτεινό βασιλιά Γκότρανμπεν. Εκείνος την κορόιδεψε, την εξαπάτησε, την έκανε να πιστέψει στα ψεύτικα λόγια του και παρέδωσε τη μαύρη ψυχή της. Σε αντάλλαγμα της χάρισε αθανασία, δύναμη και την αιχμαλώτισε στο σάπιο σώμα, που σαν κατάρα αναγκάζεται να ζει».
 
skyla05   Η Τάνια χάθηκε για λίγα λεπτά. Τα δακρυσμένα μάτια της καρφώθηκαν στο περίεργο τραπέζι με τα μαύρα κεριά και η τρεμάμενη φωνή της ρώτησε, βουτηγμένη στην απελπισία…
- Τι θα κάνω Τζίνα, πες μου, πώς μπορώ να σώσω το παιδί μου; Το μέντιουμ κράτησε το ζεστό χαμόγελό του και απάντησε ελευθερώνοντας κύματα θετικής ενέργειας.  
- Πρέπει να μπεις στον κόσμο της φρίκης, να βρεις και να προκαλέσεις τη Χάργκα. Να την κάνεις να σπάσει την κατάρα που έδωσε στο γιο σου. Θα μπορέσεις να το κάνεις; Η Τάνια έμεινε για λίγο σκεπτική και σήκωσε θυμωμένα το φρύδι της.
- Θα το κάνω! Καθοδήγησε με.
- Δε θα είναι σα να πηγαίνεις βόλτα στο πάρκο. Εκεί μέσα υπάρχουν σκοτεινά πλάσματα και αν εισβάλεις στον κόσμο τους θα μπορούν να σε βλάψουν. Θα κάνω ένα ξόρκι που θα προστατεύει το σώμα σου, δυστυχώς δεν μπορώ να εγγυηθώ το ίδιο και για την ψυχή σου. Όντα σατανικά θα προσπαθήσουν να σε κοροϊδέψουν, να σε ξεγελάσουν, να σε παρασύρουν στην κόλαση. Δεν θα μιλήσεις με κανέναν και δε θα σταματήσεις πουθενά. Κράτα αυτό που σου λέω, είναι πολύ σημαντικό. Πολλοί θα επιδιώξουν να σε πλανέψουν με σκοπό να παραδώσουν την ψυχή σου στον βασιλιά Γκότρανμπεν. Μην ακούς κανένα, προχώρα ίσια μπροστά, βρες τη μοναχική σπηλιά στους πρόποδες του βουνού Μπερν. Εκεί μέσα κρύβεται η μάγισσα. Μίλα της, μόνο για το παιδί σου, όχι για οτιδήποτε άλλο. Ζήτα πίσω ό,τι σου ανήκει και προκάλεσέ τη. Φυσικά είναι πολύ πιο δυνατή από εσένα και μπορεί να σε βλάψει. Γι αυτό θα σου δώσω το μενταγιόν του Ήλιου, ένα κόσμημα που όσο το φοράς, η υπερφυσική δύναμή της θα είναι άχρηστη απέναντί σου. Παρόλα αυτά, θα εξακολουθεί να είναι επικίνδυνη και πονηρή. Να την έχεις σε απόσταση και να εστιάσεις στο πρόβλημά σου. Εκείνη θα προσπαθήσει να σε γεμίσει ενοχές, οργή, πόνο, θλίψη. Αν τα καταφέρει θα πέσεις στην παγίδα της και θα χαθείς για πάντα.
- Εμπρός, στείλε με να την συναντήσω. Η Τζίνα άνοιξε την καταραμένη βίβλο του σκότους και διάβασε μερικά σκόρπια λόγια. Έπειτα έβγαλε από το κομοδίνο το μενταγιόν και το φόρεσε στο λαιμό της Τάνιας. Σφράγισε το μέτωπό της και στη συνέχεια πλησίασε τον τοίχο. Ζωγράφισε μια μεγάλη τρύπα με το μαρκαδόρο και άγγιξε το κέντρο με την παλάμη της.  Φώναξε δυνατά «Ομπέρους Γκέρους Φάουστ» και μια φωτεινή λεπίδα άνοιξε τον τοίχο στα δυο. Εκεί, η πύλη για τον άλλο κόσμο είχε ανοίξει και η τρομοκρατημένη μάνα έκανε μερικά βήματα πίσω. Μπορούσε να ακούσει τις κραυγές απελπισίας και να μυρίσει τη σαπίλα που της προκαλούσε εμετό. Έκλεισε τα μάτια και σκέφτηκε το γιο της. Ένα δάκρυ κύλησε βιαστικά και χάιδεψε το μάγουλο. Προχώρησε ήρεμα, αγκάλιασε την Τζίνα και πέρασε στην άλλη μεριά. Σάστισε για μερικά λεπτά και προσπάθησε να βρει το χαμένο θάρρος της. Αποχρώσεις του κόκκινου βούλιαζαν στο μαύρο και το γκρίζο συνόδευε με υπεροψία το αλλόκοτο χρώμα του εδάφους. Ένα μουγκρητό τάραξε την γυναίκα, την έκανε να στρέψει το βλέμμα της στο βάθος. Τα μάτια γούρλωσαν, τα πόδια νέκρωσαν και με τρόμο παρακολουθούσε τα δυο πλάσματα που κατευθύνονταν προς το μέρος της. Ήθελε να τσιρίξει, να φωνάξει, να ξυπνήσει.
 
John Emmans
 

Άρθρα & Συνεντεύξεις

Facebook Comments