Άρθρα & Συνεντεύξεις

Σκοτεινός Επισκέπτης

 
   Το παρακάτω κείμενο βασίζεται σ' ένα μυθιστόρημα που έγραψα πριν από δέκα χρόνια. Για έναν περίεργο λόγο το βιβλίο δεν τυπώθηκε ποτέ και η ιστορία ακόμη κατασπαράζει τα όνειρά μου, σε μια προσπάθεια να ελευθερωθεί από τα δεσμά της. Θυμάμαι πολύ καλά τα ατελείωτα βράδια που ξενυχτούσα για να το τελειώσω και τη σκοτεινή φαντασία  που κόντεψε να με παρασύρει στην άβυσσο. Για καθαρά προσωπικούς λόγους ήρθα σε ρήξη με τον  εκδοτικό οίκο που θα συνεργαζόμουν και κλείδωσα τις σελίδες σ' ένα συρτάρι. Έτσι λοιπόν, χρόνια μετά, πήρα την απόφαση να επιστρέψω με μια μίνι εκδοχή του πρωτότυπου. Έβγαλα τα περιττά σημεία, τη ζοφερή αφήγηση, τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες των φόνων και περιόρισα το κείμενο στη βασική πλοκή για να το κάνω πιο βατό και πιο κατάλληλο για το Noizy. Στο φινάλε του βιβλίου η αποκάλυψη ξαφνιάζει, σοκάρει, επιτίθεται ανελέητα στον ανυποψίαστο αναγνώστη. Σε τούτη τη σύντομη εκδοχή, η οποία ακολουθεί πιστά την ιστορία, επέλεξα να αλλάξω το τέλος και να αφήσω το παράθυρο του σκότους ανοικτό, για να το κλείσετε όπως νομίζετε εσείς.  Καλή ανάγνωση!
 
01paragrafos   Ο πατήρ Ιωάννης βγήκε από την εξώπορτα και αγκάλιασε τη γυναίκα. «Μη φοβάσαι παιδί μου, έκανα αγιασμό και οτιδήποτε κακό προσπάθησε να τρυπώσει στο σπιτικό σου θα χαθεί για πάντα»! Εκείνη δάκρυσε και αφού τον ευχαρίστησε, έτρεξε βιαστικά στην κρεβατοκάμαρά της.  Την έλεγαν Αλεξάνδρα και τον τελευταίο καιρό ένιωθε μια σκοτεινή παρουσία, ένα δαιμονικό πλάσμα που προσπαθούσε να την παρασύρει στην άβυσσο.  Η σαραντάχρονη γυναίκα είχε χωρίσει πρόσφατα από το σύζυγό της, ο οποίος με απόφαση του δικαστηρίου είχε πάρει την κηδεμονία του παιδιού και προσπαθούσε να ορθοποδήσει μακριά από το μονάκριβο γιο της που λάτρευε όσο τίποτα. Το βράδυ δεν άργησε να έρθει και η Αλεξάνδρα βγήκε από το ντους φορώντας το ροζ μπουρνούζι της. Άνοιξε την τηλεόραση και πήγε να στεγνώσει τα μαλλιά της. Οι ειδήσεις έλεγαν για ένα τρομερό τροχαίο λίγα χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι της. «Άγριο τροχαίο σημειώθηκε, κυρίες και κύριοι, κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό γύρω στις επτά, με θύματα τρία αγόρια και τέσσερα κορίτσια ηλικίας 14 με 16 χρονών. Στο σημείο του τροχαίου βρέθηκαν αντικείμενα μαυ...». Το πιστολάκι έκανε πολύ θόρυβο και η γυναίκα δεν άκουσε το παραμικρό. Αφού τελείωσε, έριξε ένα ξύλο στο τζάκι και ξάπλωσε στον καναπέ. Έκλεισε τα μάτια και σκέφτηκε το αγοράκι της, το παλιό σπίτι, την κουμπάρα της. Ξαφνικά αισθάνθηκε μια μυρωδιά σαπίλας και η ατμόσφαιρα βάρυνε. Το τηλέφωνο χτύπησε νευρικά και τάραξε την ησυχία της. Έτρεξε αμέσως να το σηκώσει. Εκεί ακριβώς, επάνω από το σταθερό, στέκονταν μια μαύρη σκιά, μια τρομακτική οντότητα.
 
02paragrafos   Σάστισε, κοκάλωσε, δε μπορούσε να κινηθεί. Ήθελε να κουνήσει τα πόδια της, να τρέξει γρήγορα έξω από το σπίτι, αλλά το κορμί δεν υπάκουγε. Η σκιά έμενε ακίνητη και προκαλούσε ακόμη περισσότερο τρόμο στη γυναίκα. Είχε ανθρώπινη όψη, χωρίς όμως να διακρίνονται χαρακτηριστικά. Ήταν περίπου δυο μέτρα ψηλή. Το τηλέφωνο έπαψε να χτύπα και η γυναίκα βρήκε λίγο θάρρος να μιλήσει. «Ποιος είσαι, τι θέλεις από εμένα;» είπε τραυλίζοντας. Σιωπή, νέκρα, τα έπιπλα έτριζαν από τις συστολές/διαστολές και το σκηνικό γινόταν ακόμη πιο μακάβριο. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή και η αναπνοή της άρχισε να γίνεται βαριά, δύσκολη. Έπιασε το σταυρό που φορούσε στο λαιμό της  και ξεκίνησε να προσεύχεται.., «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά Σου. Ελθέτω η βασιλεία Σου. Γενηθήτω το θέλημά Σου, ως εν ουρανώ και επί της γης». Τότε η σκιά κουνήθηκε και έβγαλε ανθρώπινη φωνή, δε θύμιζε άνδρα, δε θύμιζε γυναίκα. Ήταν ένα κράμα, μια περίεργη μίξη αρσενικού και θηλυκού. «Με αρχαίες θρησκείες και προσευχές δε μπορείς να με διώξεις, κόρη. Εσύ με κάλεσες, εσύ με τάισες και τώρα επικαλείσαι Εκείνον για να με πάρει από εδώ»; Η Αλεξάνδρα βρήκε τη δύναμη να κινηθεί, γονάτισε και άρχισε να κλαίει προσπαθώντας να αρθρώσει μια λέξη… «Τι, Τι. τι είσ… τι είσαι»;  Η οντότητα προχώρησε νωχελικά προς το σαλόνι και χάθηκε πίσω από τον καναπέ. Η οθόνη της τηλεόρασης τρεμόπαιζε, το τζάκι σιγόσβηνε και μυρωδιά νεκρού άρχισε να απλώνεται σ' ολόκληρο το σπίτι. «Είμαι ένας άγγελος» είπε το σκοτεινό πλάσμα. Η γυναίκα κοίταξε τρομαγμένη γύρω της, προσπαθώντας να δει που είναι και φίλησε το σύμβολο της πίστης της. Πήρε κουράγιο, θάρρος και απάντησε. «Οι άγγελοι είναι φωτεινοί και όμορφοι, εσύ είσαι σκοτεινός και άσχημος! Τι θέλεις από εμένα»;
 
03paragrafos   «Είμαι ένας ξεχωριστός άγγελος! Είμαι ο πιο όμορφος απ΄ όλους. Τα δικά σου μάτια είναι τυφλά και δε μπορείς να δεις την πραγματική μου όψη. Η ομορφιά μου δε συγκρίνεται με κανενός άλλου. Δεν βρίσκομαι όμως εδώ για να απολογούμαι σ΄ ένα κατώτερο ον. Είμαι εδώ γιατί μου χρωστάς, κόρη»! Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά με το ίδιο νεύρο. Η γυναίκα θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα Ιωάννη και επιτέθηκε προς το σκοτάδι. «Ο Θεός είναι μεγάλος, ο Θεός με προστατεύει από το πονηρό, φύγε από εδώ, δαίμονα. ΦΥΓΕ»!  Ο σκοτεινός επισκέπτης έβγαλε ένα τρομακτικό γέλιο και εμφανίστηκε από πάνω της, αναγκάζοντας τη γυναίκα να πέσει κάτω, τσιρίζοντας από το σοκ. «Ο Θεός είναι άδικος, του αρέσει να πλάθει κατοικίδια και όταν τα βαρεθεί δημιουργεί καινούργια, αχρηστεύοντας τα παλιά. Κοίτα πως καταντήσατε την κοινωνία σας, κόρη, πού είναι ο ουράνιος πατέρας, να σας λυτρώσει, να σας χαρίσει παράδεισο; Οι άνθρωποι είναι το κατακάθι, η ντροπή της ζωής. Εκείνος τους χάρισε το θείο δώρο και τόλμησε να τους δώσει αξίωμα, μια ευκαιρία να γίνουν θεοί. Πώς τολμάς να Τον επικαλείσαι ενώπιόν μου; Εμένα μπορείς και με βλέπεις, με νιώθεις, πού είναι Εκείνος να σε απαλλάξει από το κακό, όπως λες»; Η Αλεξάνδρα άρχισε να σέρνεται προς την εξώπορτα κλαίγοντας με λυγμούς. Φοβήθηκε πως δε θα ξαναέβλεπε το παιδί της, πως το πλάσμα αυτό ήταν πανίσχυρο και δε θα έφευγε εύκολα. Το τηλέφωνο σώπασε και πάλι. Η γυναίκα σκούπισε τα σάλια από το στόμα της και μίλησε. «Γιατί με βασανίζεις, δαίμονα, τι σου έχω κάνει και αξίζω αυτό το μαρτύριο; Πιστεύω στο Θεό και ξέρω ότι δε θα σου επιτρέψει να αγγίξεις ούτε μια τρίχα από τα μαλλιά μου. Η βασιλεία και η αγάπη Του είναι μεγάλη, το κακό είναι χτιστό και θα καταρρεύσει κάποια στιγμή. Ο παράδεισος είναι αιώνιος»… Σήκωσε το σταυρό και τον έστρεψε προς τη σκοτεινή φιγούρα «…Φύγε! Δεν είσαι ευπρόσδεκτος εδώ»!
 
04paragrafos   Η οσμή θανάτου έφερνε αηδία στην τρομοκρατημένη γυναίκα και το πλάσμα του σκότους στεκόταν όρθιο μπροστά της. «Θα μπορούσα να ξεριζώσω την ψυχή σου και να την πετάξω στα πεινασμένα τελώνια, κόρη. Αυτό που δεν έχεις καταλάβει είναι ότι όλοι για εμένα δουλεύουν. Κανένας δεν αφουγκράζεται αυτά που λες. Μισώ τον άνθρωπο, μισώ τη ζωή και θέλω να επικρατήσει δικαιοσύνη στο σύμπαν. Είστε αναλώσιμοι και παρασύρεστε από τις αχόρταγες επιθυμίες σας. Ικανοποιείτε τη σάρκα, το τώρα, το εγώ και αδιαφορείτε για την ψυχή, το αιώνιο, το εμείς. Η σαπίλα σας είναι η τροφή μου. Κατέβασε αυτό το σύμβολο πίστης από μπροστά μου, δεν μπορεί να με βλάψει, όχι από κάποιον που δεν πιστεύει στη δύναμη του. Με εκμεταλλεύτηκες όταν  χρειάστηκες τη βοήθειά μου και τώρα ήρθα να πληρωθώ με την ίδια σου τη ζωή»! Η Αλεξάνδρα άκουγε με απορία τα περίεργα λόγια, έπιασε το μπράτσο του καναπέ και σηκώθηκε όρθια. Τα μάτια της καρφώθηκαν στο μικρό τραπεζάκι. Εκεί επάνω είχε αφήσει το κινητό της κλειστό, σκέφτηκε πως αν το άνοιγε προσεκτικά και τηλεφωνούσε σε κάποιον να έρθει θα μπορούσε να σωθεί. Τον Πατέρα Ιωάννη! Αυτόν έπρεπε να πάρει. Προχώρησε αργά προς τα εκεί και μίλησε για να αποσπάσει την προσοχή του δαίμονα. «Δεν ζήτησα ποτέ μου βοήθεια από εσένα. Πάντα ήμουν σωστή και πιστή στο Θεό. Δεν μπορείς να με αγγίξεις. ΦΥΓΕ ΜΑΚΡΙΑ»! Η σκιά σήκωσε τα χέρια, έκανε μια στροφή στον αέρα και απάντησε «Ίσως έχεις δίκιο, εμένα δε μου επιτρέπεται να αγγίξω ανθρώπους. Αυτό όμως δεν ισχύει και για τα πεινασμένα παιδιά μου. Όταν καταλάβεις τι έκανες και με καλέσεις, η ψυχή σου θα μου ανήκει». Μια εκτυφλωτική λάμψη βγήκε από τη σκιά και χάθηκε στην άβυσσο. Η γυναίκα έτρεξε αμέσως προς το τηλέφωνο και πήρε τον ιερέα. Του εξήγησε τα πάντα με λεπτομέρειες  και έκλαιγε με λυγμούς. Ο πατήρ Ιωάννης τη συμβούλεψε να φύγει αμέσως από το σπίτι. Έκλεισε και έτρεξε να ετοιμάσει τα πράγματά της, όταν θυμήθηκε το τηλέφωνο που χτυπούσε νευρικά. Ενεργοποίησε τον αυτόματο τηλεφωνητή και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Έβγαλε τη μεγάλη μαύρη βαλίτσα από το συρτάρι και άρχισε να ξεχωρίζει τα ρούχα κοιτάζοντας συνέχεια πίσω της. Η ατμόσφαιρα ήταν πιο ελαφριά και η μυρωδιά νεκρού είχε χαθεί. Προχώρησε προς την εξώπορτα, όταν ξαφνικά ένιωσε το λαιμό της ξηρό, το δέρμα της να τσούζει και το κεφάλι της στριφογύριζε με μανία. Πέταξε τη βαλίτσα και ξάπλωσε στον καναπέ.
 
06paragrafos   Αισθάνθηκε τη μύτη της να τρέχει και ακούμπησε απαλά τα ρουθούνια με το χέρι. Τα μάτια γούρλωσαν με απορία. Αίμα! Έτρεχε αίμα. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά όλοι οι μύες της είχαν νεκρώσει. Δεν μπορούσε να κουνηθεί, να ουρλιάξει βοήθεια. Ένας περίεργος ήχος βγήκε από το μισοσβησμένο τζάκι και  πάγωσε το αίμα της γυναίκας. Ήταν ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο κοκάλων, που το συνόδευαν ψίθυροι νεκρών. Γύρισε με δυσκολία τα μάτια και κοίταξε τη φωτιά που έσβηνε μαζί με τις ελπίδες της. Εκεί μέσα, βαθιά στο τζάκι, είχε ανοίξει μια πύλη και μπορούσε να ακούσει αυτόν, αυτή, αυτό, που σερνόταν αργά προς το μέρος της. Ξεχώριζε τη βαριά ανάσα και το χλιμίντρισμα που έβγαινε από το στόμα του. Το τηλέφωνο χτύπησε απότομα και απάντησε ο τηλεφωνητής. Μια αντρική φωνή μίλησε εκνευρισμένα «Αλεξάνδρα! Για όνομα του θεού, που είσαι; Σου τηλεφωνούσα συνέχεια. Το κινητό σου ήταν κλειστό και στο σπίτι δεν απαντούσες. Ο Παύλος, Αλεξάνδρα! Έγινε τροχαίο… τον χτύπησε ένα φορτηγό. είναι πολύ βαριά… τον έχουν στο γενικό. Έλα αμέσως εκεί μόλις ακούσεις το μήνυμα»! Τα μάτια της γυναίκας βούρκωσαν και ο κόσμος όλος έσβησε γι αυτήν. Ο μικρός της γιος, αυτός που λάτρευε όσο τίποτα στον κόσμο κινδύνευε κι αυτή ήταν ακινητοποιημένη στον καναπέ του σπιτιού της, καθώς ένα σκοτεινό πλάσμα την πλησίαζε ολοένα και περισσότερο. Δεν την ένοιαζε πλέον ο θάνατος, γιατί χωρίς το μωρό της δεν υπήρχε ζωή. Έφερε την εικόνα του στο μυαλό της, πόσο όμορφος ήταν και πόσο της έμοιαζε! Η πιο σημαντική στιγμή της ζωής της ήταν τότε που τον γέννησε, τότε που τον πήρε για πρώτη φορά στην αγκαλιά της. Το πιο γλυκό κλάμα που είχε ακούσει. Τα πρώτα λογάκια, οι πρώτες αγκαλιές και τα ξενύχτια που έριξε όταν αρρώστησε. «Να πάει στο διάολο όποιος και αν έρχεται από εκεί μέσα!» σκέφτηκε… «Το παιδί μου! Αυτό θέλω να αγκαλιάσω τώρα που με χρειάζεται»!
 
07paragrafos   Ο πατήρ Ιωάννης, καθισμένος στον καναπέ του σπιτιού του, έπινε κρασί και χάζευε τις ειδήσεις στην τηλεόραση. «Άγριο τροχαίο σημειώθηκε κυρίες και κύριοι, κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό γύρω στις επτά, με θύματα τρία αγόρια και τέσσερα κορίτσια ηλικίας 14 με 16 χρονών. Στο σημείο του τροχαίου βρέθηκαν αντικείμενα μαύρης μαγείας. Τα επτά παιδιά συμμετείχαν σε τελετή μαύρης μαγείας, όταν ένα φορτηγό έπεσε επάνω τους με μεγάλη ταχύτητα. Όπως δήλωσε ο ίδιος ο οδηγός, ο οποίος ήταν ιερέας, ήξερε ότι τα παιδιά ετοίμαζαν κάτι κακό και προσπάθησε να τα αποτρέψει. Δεν ήθελε να τα βλάψει, καθώς, όπως ισχυρίζεται, δε γνώριζαν τι έκαναν. Ο ιερέας οδηγήθηκε στον εισαγγελέα. Μαρτυρία ενός φίλου των θυμάτων λέει πως ο αρχηγός τους, ένας νεαρός 16 χρονών, του οποίου το όνομα δεν μπορούμε να αποκαλύψουμε ακόμη, ήθελε να τιμωρήσει τη μητέρα του. Γι' αυτό και κάλεσαν ένα σκοτεινό πλάσμα ονόματι Βάκρεμπ για να την αποτελειώσει». Το ποτήρι του πατέρα Ιωάννη έπεσε στο χαλί και ο σοκαρισμένος άνδρας έτρεξε στη βιβλιοθήκη του. Έψαχνε το σκοτεινό βιβλίο των δαιμόνων, ήθελε να βεβαιωθεί, να χορτάσει τις άγριες φοβίες του, ήξερε καλά αυτό το όνομα και κατάλαβε ότι η Αλεξάνδρα κινδύνευε. Έβγαλε το σκονισμένο χοντρό τόμο και ξεφύλλιζε λαίμαργα διαβάζοντας τα δαιμόνια ένα, ένα. Περίεργο! Δεν ανέφερε πουθενά το Βάκρεμπ. Έξυσε το κεφάλι του και πήγε προς το τέλος του βιβλίου. Το βρήκε! «Ο Βάκρεμπ, ή αλλιώς σκοτεινός επισκέπτης, είναι ένα πλάσμα του σκότους που δεν ξεπερνά το ένα μέτρο ύψος. Μισός άνθρωπος, μισός θεός, κατασπαράζει τα θύματά του με τα δυνατά σαγόνια που διαθέτει. Δεν έχει μυϊκή δύναμη, χρησιμοποίει τα θανατηφόρα του αέρια, τα οποία έχουν άρωμα σαπίλας, για να αναισθητοποιήσει τη λεία του. Αφού βεβαιωθεί ότι το θύμα δεν κινείται, σέρνεται από το λαγούμι του (συνήθως ανοίγει μια πύλη μέσα στο τζάκι) και επιτίθεται. Τα πόδια του είναι αδύναμα και δε μπορεί να σταθεί όρθιος.  Ο Βάκρεμπ σκοτώνει μόνο όταν ισχυρή μαγεία τον καλεί». Ο άνδρας έκανε τον σταυρό του και προχώρησε προς την εξώπορτα. Έπρεπε να πάει στην άτυχη γυναίκα, έπρεπε να την σώσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Φόρεσε το παλτό του και ετοιμάστηκε να βγει έξω, όταν ένιωσε μια παρουσία πίσω του.  
 
08paragrafos   Η σκιά στεκόταν στο ταβάνι και κοίταζε τον Πατέρα Ιωάννη. Κούνησε το κεφάλι και μίλησε. «Γιατί δεν τα παρατάς, γέρο; Όσο και να αντιστέκεσαι, το ξέρεις καλά ότι στο τέλος εγώ θα κερδίσω. Γιατί νοιάζεσαι τόσο για εκείνη, γιατί δίνεις ψεύτικες ελπίδες; Εγώ την προειδοποίησα, προσπάθησα να την πάρω στο σκοτάδι χωρίς να υποφέρει, εκείνη όμως διάλεξε το δύσκολο δρόμο. Είναι πολλά αυτά που δε γνωρίζεις για το παρελθόν της, την οικογένεια, το μονάκριβο γιο της. Ακόμη κι εσύ! Το δικό σου παρελθόν είναι το ίδιο σκοτεινό και προσπαθείς να πείσεις το εγώ σου, ότι δεν είσαι ο αποτυχημένος άνδρας με τα ράσα. Όμως θυμάμαι, Ιωάννη, το μυστικό που κατάφερες να κρύψεις έξυπνα και να κοροϊδέψεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Η ζωή σου είναι μια πλάνη»! Ο άνδρας έπιασε το σταυρό του και χαμογέλασε. «Ξέρω καλά ποιος είσαι. Ξέρω καλά ότι δε μπορώ να τα βάλω μαζί σου. Είσαι πανέξυπνος, αλλά και ύπουλος. Σπέρνεις ψέματα και περιμένεις να θερίσεις ψυχές. Εγώ είμαι ένας απλός άνθρωπος και κηρύττω το θέλημα του Ουράνιου Πατέρα. Δε με νοιάζει το παρελθόν της γυναίκας, ούτε τα αμαρτήματα του γιου της. Είμαι σίγουρος ότι τον κορόιδεψες, τον παραπλάνησες για να τον οδηγήσεις στο στόμα του λύκου. Πρέπει να τρέξω κοντά της, να διώξω το πλάσμα που την κυνηγά. Τον πιστό σου δούλο». Η σκιά ψιθύρισε σε κάποια περίεργη διάλεκτο και χάθηκε. Εκείνος άνοιξε την πόρτα και κινήθηκε γρήγορα προς το σπίτι της άτυχης γυναίκας.
 
   Το χλιμίντρισμα γινόταν όλο ένα και πιο δυνατό, ο ήχος των κοκάλων πλησίαζε και η Αλεξάνδρα μπορούσε να νιώσει το πλάσμα που σερνόταν με το ζόρι. Προσπάθησε για άλλη μια φορά να κουνηθεί, αλλά μάταια, το σώμα της είχε πετρώσει. Ένα κακάσχημο κεφάλι ξεπρόβαλε σιγά σίγα από το τζάκι. Ήταν μεγάλο με δυο κόκκινα μάτια ποτισμένα στο αίμα. Τα σαγόνια του φαίνονταν κοφτερά και υπολείμματα σάρκας έσταζαν στο πάτωμα. Την κοίταξε και έβγαλε μια τρομακτική κραυγή. Γρύλισε με μανία και το πρώτο μακρουλό του χέρι πετάχτηκε έξω. Τα νύχια του ήταν μαύρα και γρατζουνούσαν το ξύλινο πάτωμα καθώς προχωρούσε. Με μια απότομη κίνηση ολόκληρος ο Βάκρεμπ βρέθηκε έξω από το τζάκι. Το γκρίζο κοντόχοντρο σώμα του ήταν καλυμμένο με λέπια και πίσω του έσερνε τα αδύναμα πόδια του, που έμοιαζαν με πλοκάμια. Ο καναπές απείχε τρία μετρά από το πλάσμα και η Αλεξάνδρα ανήμπορη περίμενε να συναντήσει τη μοίρα της. Μια αστραπή έκοψε το νυχτερινό ουρανό στα δυο και ξεκίνησε να βρέχει ασταμάτητα. Οι σταγόνες έπεφταν με δύναμη στα κεραμίδια, προκαλώντας αναστάτωση στο πλάσμα τους σκότους. Σύρθηκε αργά στον καναπέ και σήκωσε τα χέρια του για να σκαρφαλώσει. Μύρισε το σώμα της γυναίκας και την κοίταξε στα μάτια προσπαθώντας να της επιβληθεί. Έβγαλε μια κραυγή ηδονής, ικανοποίησης και δάγκωσε με μανία την κοιλία της. Η Αλεξάνδρα ένιωσε τα αιχμηρά δόντια να σκίζουν  τη σάρκα της και κατάφερε να ελευθερώσει μια δυνατή τσιρίδα πόνου. Φώναζε καθώς το ανενόχλητο τέρας κατασπάραζε τη ζωντανή λεία του. Οι αστραπές κάλυπταν τις φωνές και το αίμα πιτσιλούσε τους τοίχους.  
 
09paragrafos   Η βροχή μαστίγωνε ανελέητα την άσφαλτο, αλλά ο ρασοφόρος άνδρας δεν έδινε σημασία. Έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να προλάβει το βάναυσο έγκλημα. Σύντομα ένιωσε κούραση και έκατσε δίπλα σ' ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο να ηρεμήσει. Ο νους του ταξίδεψε πίσω στο χρόνο και θυμήθηκε τα παιδικά του χρόνια, τότε που κι ο ίδιος ήρθε αντιμέτωπος με ένα πλάσμα της νύχτας. Αυτή ήταν και η αιτία που ακολούθησε το δρόμο του Θεού, που έγινε ιερέας. Περίεργη εποχή για εκείνον, ήταν αλλόκοτη η ζωή του, αλλά έκρυβε και πολλές χαρές, όπως τότε που φίλησε για πρώτη φορά την Αλεξάνδρα κάτω από την πέτρινη γέφυρα. Τι να έκανε άραγε εκείνο το φρέσκο κορίτσι με τις κοτσίδες και την κλήση στα μαθηματικά; Σκούπισε το κεφάλι και χαμογέλασε, όταν ξαφνικά τα δυνατά φώτα ενός ταξί τον επανέφεραν στην πραγματικότητα. Το αυτοκίνητο σταμάτησε ακριβώς δίπλα του και η πόρτα άνοιξε… «Πάτερ, τι κάνεις βραδιάτικα έξω με αυτή τη βροχή;» είπε ο οδηγός. « Θέλεις να σε πετάξω κάπου»; Εκείνος στην αρχή σάστισε και ξερόβηξε νευρικά. «Νομίζω, παιδί μου, πως ήρθες στην κατάλληλη στιγμή. Ναι, θέλω να με πάρεις από δω»! Το αυτοκίνητο σπινάρισε και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι. Οι δρόμοι ήταν άδειοι και έφτασαν αμέσως στον προορισμό τους. Ο πατήρ Ιωάννης βγήκε από το ταξί και κοίταξε το  ματωμένο σπίτι. Προχώρησε γρήγορα και χτύπησε την πόρτα. Καμιά απάντηση, καμιά κίνηση. Έσπρωξε με δύναμη και κατάφερε να μπει. Το σαλόνι ήταν άνω κάτω, έπιπλα πεσμένα στο πάτωμα, σπασμένες κορνίζες, βάζα, μπιμπελό και… «Ω! Θεέ μου!» αναφώνησε. «Αίμα παντού… κομμάτια σάρκας διάσπαρτα στο δωμάτιο»! Εκεί επάνω, στο βρόμικο καναπέ, η γυναίκα, ή ό,τι είχε απομείνει από δαύτην, έβγαλε μια άψυχη κραυγή, σαν να προσπαθούσε να φωνάξει βοήθεια. Η κοιλία της ήταν ανοιχτή, τα ζωτικά όργανα έλειπαν, τα πόδια και τα χέρια ήταν κατακρεουργημένα. Ο άνδρας ένιωσε το στομάχι του να ανακατεύεται, γονάτισε και έκανε εμετό. Ήταν πλέον αργά, το πλάσμα είχε τελειώσει το γεύμα του και είχε χαθεί. «Τι άσχημος τρόπος να πεθάνει κάποιος! Πρέπει να ειδοποιήσω την αστυνομία»!
 
   Ο φάρος του περιπολικού στριφογύριζε νευρικά και ο κόσμος είχε συγκεντρωθεί έξω από το σπίτι. Ο ένστολος ευτραφής κύριος με τα καρφιτσωμένα παράσημα προχώρησε προς την εξώπορτα. «Τι έγινε εδώ, υπαρχιφύλακα;» ακούστηκε η βαριά φωνή του υπαστυνόμου Τζάκσον. «Μια γυναίκα βρέθηκε σφαγιασμένη, κύριε. Πρόκειται για τη μητέρα του παιδιού με το τροχαίο. Ο πνευματικός της δέχτηκε ένα περίεργο τηλεφώνημα και αμέσως έτρεξε να την συναντήσει. Την βρήκε σε αυτό το χάλι και μας ειδοποίησε αμέσως. Έδωσε κατάθεση, έχουμε τα στοιχεία του και τον αφήσαμε να φύγει. Κατευθύνθηκε στο γενικό νοσοκομείο. Ήθελε να δει το γιο του θύματος». Ο άνδρας με τα παράσημα σήκωσε το φρύδι, κοίταξε τον κόσμο και στράφηκε προς το μέρος του αστυνομικού. «Είσαι με τα καλά σου, παιδί μου, άφησες μάρτυρα να φύγει σαν να μην τρέχει τίποτα; Κάλεσε αμέσως το κέντρο να στείλει όχημα στο νοσοκομείο. Πνευματικός και κουραφέξαλα! Γιατί πρέπει να έχουμε ανάγκη από ένα θεό να μας προστατεύει»; Ο νεαρός υπαρχιφύλακας έβαλε τα χέρια στις τσέπες, πήρε θάρρος και απευθύνθηκε στον ανώτερό του. «Με όλο το σεβασμό κύριε, δεν πιστεύετε; Πώς γίνεται να επικρατεί η επιστημονική άποψη ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από ένα μπαμ, από το τίποτα; Είναι τόσο χαζό να πιστεύουμε σε αυτή τη θεωρία. Πάντα κάποιος υπάρχει πίσω απ' όλα. Ο Θεός πολλές φορές ειπ»… Ο ευτραφής αστυνομικός διέκοψε εκνευρισμένος το ανεγκέφαλο παιδαρέλι. « Ξέρεις Νικ… Είσαι αφελής, ευκολόπιστος και εμπιστεύεσαι ιστοριούλες που σε κάνουν να νιώθεις ευτυχισμένος. Τρέφεις με ψεύτικες ελπίδες τους φόβους σου. Πόσο πιο χαζό είναι να πιστεύεις σε κάτι που δε βλέπεις, δεν ακούς, από το να πιστεύεις στην εξέλιξη; Αυτός είναι και ο λόγος που εγώ είμαι ανώτερός σου. Αυτός είναι ο λόγος που ποτέ δε θα φτάσεις στο βαθμό μου. Είσαι ένα ανθρωπάκι, ένα πιόνι του συστήματος. Εμπρός, πάμε μέσα να δούμε το πτώμα»!
 
11paragrafos   Ο πατήρ Ιωάννης μπήκε γρήγορα στο σπίτι του με μια θανάσιμη ενοχή να τον κυνηγάει. Ο Γιος της Αλεξάνδρας ήταν αναίσθητος και δεν μπόρεσε να μιλήσει μαζί του. Κατάφερε όμως να πάρει το σκισμένο ημερολόγιο που είχε στα πράγματά του το νεαρό παιδί και έφυγε από το νοσοκομείο σαν κλέφτης. Έβαλε ένα ποτήρι κρασί, έκατσε στο τραπέζι και άνοιξε το τετράδιο για να διαβάσει τα ένοχα μυστικά. Ένιωσε περίεργα, άβολα και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του. Μια μυρωδιά σαπίλας απλώθηκε στο σπίτι προκαλώντας αναστάτωση στον ιερέα. Κοίταξε γύρω του σα να περίμενε κάποιον και ήπιε μια γουλιά από το κρασί του. Διάβαζε λαίμαργα και γούρλωνε τα μάτια από τις τρομακτικές αποκαλύψεις. Σοκαρισμένος φώναζε αυτά που του προκαλούσαν έκπληξη, φόβο, οργή. «Ο πατέρας μου είναι…», «Η μάνα μου από μικρό με ανάγκαζε να συμμετέχω σε...», «Γνώρισα από κοντά τον...», «Ένα βράδυ κατάφερα να τρυπώσω σε μια μυστική πύλη όπου οδηγούσε…», «Ο πατέρας μου ήταν σκοτεινός λόρδος...», «Εγώ έσφαξα  την κοπέλα που αγνοείται εδώ και ένα μήνα...», «Κατάφερα να καλώ σκοτεινά πλάσματα από...», «Έστειλα το Βάκρεμπ στον πατέρα μου για να τον εκδικηθώ...», «Έμαθα το μεγάλο σχέδιο που ετοιμάζει ο αφέντης...», «Η ώρα που το σκοτάδι θα κυριαρχήσει είναι κοντά...», «Σήμερα κάλεσα τα παιδιά για να αποτελειώσουμε τη μάνα...», «Η μάνα δε θυμάται ποια είναι, ο πατέρας είναι ακόμη ζωντανός...», «Μετά τη μάνα θα στείλω το σκοτεινό επισκέπτη στον καταραμένο πατέρα που με έκανε αυτό που είμαι, ένα τέρας...», «…και θα φροντίσω να φτάσει στα χέρια του τούτο το ημερολόγιο για να θυμηθεί ποιος είναι και τι κακό προκάλεσε». Ο πατήρ Ιωάννης ένιωσε ζαλάδα, έπεσε το κρασί από τα χέρια του και σωριάστηκε στο πάτωμα. Είχε καταλάβει την αλήθεια και ήταν πλέον μόνος του. Πεσμένος στο πάτωμα άκουσε ένα θόρυβο. Ήταν ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο κοκάλων, που το συνόδευαν ψίθυροι νεκρών. Γύρισε απαλά το κεφάλι και το βλέμμα έπεσε στο τζάκι. Μια μικρή πύλη είχε ανοίξει  και μπορούσε να ακούσει αυτόν, αυτή, αυτό, που σερνόταν αργά προς το μέρος του. Ξεχώριζε τη βαριά ανάσα και το χλιμίντρισμα που έβγαινε από το στόμα. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά όλοι οι μύες του είχαν νεκρώσει. Δεν μπορούσε να κουνηθεί, να ουρλιάξει βοήθεια. Ένα κακάσχημο κεφάλι ξεπρόβαλε σιγά σίγα από το τζάκι. Ήταν μεγάλο με δυο κόκκινα μάτια ποτισμένα στο αίμα.
 
John Emmans
 

Άρθρα & Συνεντεύξεις

Facebook Comments