Άρθρα & Συνεντεύξεις

Συνέντευξη με την Πολύμνια Κοσσόρα

 
   Πριν λίγο καιρό παρουσιάσαμε στο Noizy το βιβλίο «Καίει ο ήλιος τα μεσάνυχτα»; Η πανέμορφη πλοκή του, οι χαρακτήρες του και το ιδιοφυές όσο και αναπάντεχο τελείωμα με ενθουσίασαν τόσο πολύ, ώστε να μην αρκεστώ σε μια «απλή» κριτική του βιβλίου. Το επόμενο βήμα, να καλέσουμε δηλαδή τη δημιουργό για να τη φιλοξενήσουμε στο περιοδικό με συνέντευξη, πραγματοποιήθηκε πολύ γρήγορα και η κυρία Πολύμνια Κοσσόρα αποδέχτηκε την πρόσκλησή μας. Μπορέσαμε λοιπόν να μάθουμε «από την πηγή» για την ιστορία, τη γέννησή της, τη σύλληψή της, τους πρωταγωνιστές και την υπέροχη τροπή των γεγονότων και του μύθου. Πολλές ευχαριστίες στη Βάσω Σωτηρίου και τη We Will, που φρόντισαν να πραγματοποιηθεί αυτή εδώ η συνέντευξη.
 
kossoras543
Με εντυπωσίασαν οι περιγραφές σας, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Νορβηγία, τις δύο χώρες που εκτυλίσσεται η ιστορία του βιβλίου σας. Έχετε ζήσει στη Νορβηγία; Δείχνουν αυτές οι περιγραφές παραπάνω από μελέτη οδών και περιοχών.
Στη Νορβηγία, στο Όσλο συγκεκριμένα, έζησα για ένα διάστημα ως νεαρή μετεκπαιδευόμενη φοιτήτρια και γέμισα εντυπώσεις και εμπειρίες. Έζησα πράγματα εκεί, πράγματα καλά. Χρόνια αργότερα ταξίδεψα πάλι στο Όσλο δυο – τρεις φορές και όπως λέω και στο βιβλίο μου «οι ειρηνικές πόλεις του Βορρά δεν αλλάζουν ποτέ». Ωστόσο, ειδικά για τις ανάγκες της συγγραφής έκανα ένα συγκεκριμένο ταξίδι το 2015 με σκοπό τη λεπτομερή έρευνα. Αυτή η επιτόπια έρευνα σε μια πόλη που γνώριζα ήδη καλά, το να περπατήσω στα δρομάκια και τις πλατείες, να πάρω το τραμ και το μετρό, να επιβεβαιώσω διευθύνσεις, να πιώ μια μπίρα στην προκυμαία, όλα αυτά λειτούργησαν έντονα, έδωσαν σάρκα και οστά στην ιστορία και τους ήρωές μου.
 
Ανακινείτε θέματα τα οποία έχουν απασχολήσει πολύ σοβαρά όλους μας. Ανύπαντρες μητέρες, πατέρες που δεν έχουν εικόνα για το αν είναι πατέρες, οικογενειακό περιβάλλον και φόβος για το μέλλον, με όλα αυτά που «έπονται». Πώς ξεκινήσατε να δουλεύετε την ιστορία αυτή; Πώς σας ήλθε η ιδέα να καταπιαστείτε με αυτό το μοτίβο;
Όπως συμβαίνει συχνά, μια ιστορία προκύπτει μέσα από ένα μωσαϊκό από εντυπώσεις, προσωπικές εμπειρίες, ακούσματα και εικόνες, σκόρπιες δηλαδή ψηφίδες που ζυμώνονται για να φτιάξουν κάτι εντελώς νέο. Σ’ αυτό το βιβλίο θέλησα κατ’ αρχήν να μιλήσω για μια γενιά που γνωρίζω και αγαπώ, τη γενιά των σημερινών τριαντάρηδων, που μεγάλωσαν με όλα τα καλά. Σπούδασαν, ταξίδεψαν, είχαν όλο τον κόσμο στα πόδια τους, αλλά καμμιά προετοιμασία για τις ανατροπές στον δρόμο τους. Μια γενιά που έμοιαζε να πορεύεται ανίκητη στη ζωή. Ωστόσο, στη σύλληψη αυτής της ιστορίας υπήρχε και ένας μικρός σπόρος. Ένα συγκεκριμένο άκουσμα πριν από χρόνια, σχετικά με την περίπτωση μιας καθυστερημένης αποκάλυψης της ύπαρξης ενός παιδιού στο νεαρό πατέρα. Έτσι ξεκίνησε αυτό το συγγραφικό ταξίδι που πήρε πλέον δρόμους πολύ διαφορετικούς από τον αρχικό σπόρο.
 
kossoras542
Έχετε ξαναγράψει σε αυτό το ύφος; Τι σας ιντριγκάρισε περισσότερο στην ιστορία;
Το προσωπικό μου ύφος, το ηχόχρωμα της γραπτής φωνής μου, παραμένει σταθερό, ανεξάρτητα από την ιστορία που γράφω. Γλώσσα λιτή, χωρίς πολλά σχήματα λόγου που βαραίνουν άσκοπα το κείμενο. Σποραδική χρήση των απλών λέξεων με έναν κάπως αιρετικό ή και ποιητικό τρόπο. Αποφυγή της εύκολης συγκίνησης που γεννάει στον αναγνώστη η ακραία φτώχεια, η ορφάνια, η απόλυτη κακία. Ειδικά στο «Καίει ο ήλιος τα μεσάνυχτα;» έπρεπε να χειριστώ με μια σύγχρονη γλώσσα πιο ερμητικά συναισθήματα, πιο σύνθετες καταστάσεις κι αυτό με ενθουσίασε. Επίσης το ότι ασχολήθηκα με μια κοινωνική τάξη, τη μεσοαστική, που σπάνια απασχολεί τη λογοτεχνία.

Το γράφω στην κριτική μου, το ρωτώ και σε σας, το δημιουργό της ιστορίας. Οι χαρακτήρες σας είναι υπέροχα σχεδόν-συνηθισμένοι και ανησυχούν, φοβούνται αλλά και ελπίζουν. Πόσο σας δυσκόλεψε ή πόσο εύκολο ήταν να δουλέψει με αυτό τον τρόπο η πένα σας;
Πάντα προτιμώ να γράφω για αληθινούς ανθρώπους, με όλα τα καλά και τα κακά τους. Παρότι εμπορική, με απωθεί η δημιουργία ακραίων «μυθιστορηματικών» τύπων με ροκαμβολικές ικανότητες και απόλυτα πρόσημα, θετικά – αρνητικά. Αληθινά πιστεύω ότι το να μιλάς για συνηθισμένους ανθρώπους, αν και φαίνεται απλό, είναι δυσκολότερο από το να πλάσεις έναν φαντασμαγορικά «ηρωϊκό» ήρωα. Μπαίνεις σε λεπτές πτυχές της ψυχής, βαδίζεις σε μονοπάτια που μπορεί να φανούν άνευρα στο μελλοντικό εκδότη, είναι ωστόσο πιο ανθρώπινα και πλησιάζουν τον αναγνώστη με έναν τρόπο υποδόριο, που τον αφήνει ελεύθερο να σκεφτεί και να αποφασίσει τι απόσταγμα θα κρατήσει από το βιβλίο.
 
kossoras544
Χωρίς να θέλω να χαλάσω την ουσία του βιβλίου – το τέλος του δηλαδή – θα μου επιτρέψετε να κάνω την ερώτηση κάπως αόριστη. Το αναπάντεχο και απίστευτο αυτό τελείωμα… Πώς ενέκυψε; Το είχατε σχεδιάσει από την αρχή, σας βγήκε στην πορεία…;
Το βιβλίο αυτό ξεκίνησε στο μυαλό μου ως μια λιγοσέλιδη νουβέλα, με πυρήνα το απρόοπτο που έρχεται να ταράξει την ισορροπία μιας στρωμένης, καλής ζωής και σε βάζει εμπρός σε απροσδόκητα διλήμματα. Όταν όμως οι ήρωες πήραν μέσα μου οντότητα, είδα ότι δεν μπορούσα να σταματήσω εκεί. Έπρεπε να βαδίσω μαζί τους, να πάω παρακάτω. Μετά από τον πρώτο σχεδιασμό, προχώρησα λοιπόν πιο αποφασιστικά στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου μυθιστορήματος και τότε ακριβώς επέλεξα να συναντηθεί ο μύθος μου με ένα μεγάλο πραγματικό γεγονός. Αυτή η «συνάντηση» της μυθοπλασίας με την πραγματικότητα με ιντριγκάρισε πολύ, με έβαλε να ψάξω σε απίστευτα λεπτομερή αρχεία, πάντα διαδικτυακά. Υπήρξε μια μεγάλη συγγραφική πρόκληση για μένα.

Είναι πολύ νωρίς να μιλήσουμε για το επόμενο βιβλίο σας; Έχετε κάτι στα σκαριά;
Καθόλου νωρίς! Έχω αργήσει, θα έλεγα, μια και την ιστορία τη φέρω μέσα μου εδώ και καιρό. Πρόκειται για ένα πολύ απαιτητικό εγχείρημα σε όρους έρευνας και πλοκής, που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στο στήσιμο. Το νέο μου μυθιστόρημα θα διατρέχει τέσσερεις γενιές, σχεδόν έναν αιώνα και μέσα από μια διαδρομή νουάρ με σύγχρονη ματιά, θα ακουμπάει σε μεγάλα θέματα, όπως η μαζική μετανάστευση Ελλήνων στην Αμερική, η εσωτερική μετανάστευση προς την Αθήνα και τα μυστικά της περίκλειστης μικρής κοινωνίας της ελληνικής επαρχίας. Αυτές τις μέρες ολοκληρώνω την έρευνα και το σχεδιασμό της δομής για να προχωρήσω – επιτέλους – στην αληθινή γραφή.

kossoras545Είναι φανερό ότι η ιστορία σας είναι γεμάτη πάθος. Μιλά για ανθρώπους που ζουν με πάθος. Έχετε κατά νου διάφορους ανθρώπους στο περιβάλλον σας όταν γράφετε ή είναι καθαρά γεννήματα της καλλιτεχνικής φαντασίας σας;
Οι ήρωες πλάστηκαν στα μέτρα του μύθου που ήθελα να αφηγηθώ. Μετά τον πρώτο σκελετό της ταυτότητάς τους, δούλεψα πάνω στις λεπτομέρειες της κάθε προσωπικότητας. Πού ζει, με τι ασχολείται, τι τρώει, τι του/της αρέσει, τι τον παθιάζει, τι ονειρεύεται, τι τον πονάει. Εδώ ακριβώς, στην επεξεργασία των λεπτομερειών, οι κεντρικοί χαρακτήρες αντανακλούν αρκετές πλευρές δικών μου ανθρώπων ή ακόμη και στοιχεία της δικής μου ταυτότητας. Μόνο που – ευτυχώς – αυτό δεν μπορεί να το ανακαλύψει συνήθως ο αναγνώστης. Αποτελεί ένα ιδιωτικό μυστικό του συγγραφέα.

Τι είναι αυτό που αγαπάτε περισσότερο στη συγγραφή; Τι είναι αυτό που συμπαθείτε λιγότερο;
Βρίσκω ιδιαίτερα ερεθιστικό στη συγγραφή το στάδιο της έρευνας, στην οποία δίνω μεγάλη σημασία. Επιδίδομαι σ’ αυτήν πάντα με ενθουσιασμό, προσδοκία και επιμονή «εξερευνητή». Θεωρώ ότι η έρευνα αποτελεί απαραίτητο στοιχείο σεβασμού προς τον μύθο, αλλά και προς τον μελλοντικό αναγνώστη. Είτε πρόκειται για έρευνα των ιστορικών γεγονότων ή της τοπιογραφίας ή ακόμη των κοινωνικών συνθηκών που περιβάλλουν τον μύθο. Κάτι ακόμη που αγαπώ πολύ γράφοντας είναι το «τέλειο κεφάλαιο», δηλαδή να ολοκληρώνω ένα κεφάλαιο έχοντας κάνει όλο το αναγκαίο ξαναδιάβασμα, τις διορθώσεις και την επιμέλεια. Δεν προχωρώ παρακάτω αν δεν νιώσω ότι το κεφάλαιό μου είναι έτοιμο, σαν να πρόκειται να τυπωθεί αύριο. Από την άλλη, η λιγότερο συμπαθητική πλευρά της συγγραφής για μένα έρχεται αφού έχω βάλει τη λέξη «Τέλος». Πρόκειται για τη διαδικασία εξεύρεσης εκδότη. Εκεί δυσκολεύουν τα πράγματα, τελειώνουν οι μύθοι. Η σκληρή πραγματικότητα των απορρίψεων σε περιμένει και βέβαια κανείς δεν θέλει την απόρριψη.

Διαβάζει ο κόσμος στην Ελλάδα Έλληνες συγγραφείς; Είμαστε πλέον σε καλό δρόμο;
Δεν μπορώ να απαντήσω με στατιστικά στοιχεία, παρά μόνο με τη γενική αίσθηση που παίρνω από το περιβάλλον μου και πιο πέρα, στα βιβλιοπωλεία, στο μετρό, στην παραλία. Κάτι γίνεται, έχουμε ωστόσο πολύ δρόμο ακόμη και δεν ξέρω αν θα το διανύσουμε ποτέ και με τι ταχύτητα. Πάντως ο κύκλος των βιβλιόφιλων διευρύνεται δειλά-δειλά, είτε με τις δανειστικές βιβλιοθήκες, είτε με τις Λέσχες Ανάγνωσης. Από την άλλη υπάρχει τεράστια βιβλιοπαραγωγή, όπου ανάμεσα στο πλήθος κάπου μπορεί να χάνονται τα καλά βιβλία. Πιστεύω παρ’ όλα αυτά ότι δεν έχει τόσο σημασία αν κάποιος διαβάζει ξένους ή Έλληνες συγγραφείς, όσο να κάνει την αρχή να διαβάζει. Ας είναι οποιοδήποτε βιβλίο η αφορμή για το ξεκίνημα, αρκεί να μπει η ανάγνωση στην καθημερινή ζωή του κοινού.
 
Κώστας Κούλης
 

Άρθρα & Συνεντεύξεις

Facebook Comments