Άρθρα & Συνεντεύξεις

Τα μυστικά της θάλασσας

 
00    Εκείνο το καλοκαίρι ο τουρισμός είχε ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, δίνοντας μια οικονομική ανάσα στους κατοίκους της Κρήτης. Οι παραλίες είχαν ξεχειλίσει από κόσμο και στα ξενοδοχεία η μια κράτηση ερχόταν μετά την άλλη. Η Ελλάδα περνούσε δύσκολες ώρες και ο λαός υπέφερε από τα αβάσταχτα μέτρα που αναγκάστηκε να πάρει η κυβέρνηση. Παρόλα αυτά, το χαμόγελο και η φιλοξενία δεν έσβηνε από τους υπερήφανους Κρητικούς. Το απογευματινό αεράκι δρόσισε για λίγο τα ηλιοκαμένα κορμιά των παραθεριστών και ο ήλιος κρύφτηκε δειλά πίσω από τα βουνά. Λίγα μίλια έξω από την Ιεράπετρα (Λασίθι), στ' ανοιχτά,  το μικρό καΐκι έσκιζε απαλά τη θάλασσα και κατευθυνόταν προς μια ξέρα, ένα μικρό νησάκι, όχι μεγαλύτερο από ένα οικοδομικό τετράγωνο. Ο Γιώργος, ένα δεκαεννιάχρονο αγόρι, οδηγούσε ανέμελα, σφίγγοντας με πάθος την κοπέλα του, την όμορφη Κατερίνα. Εκείνη σπούδαζε φιλοσοφική στην Αθήνα κι εκείνος στη γυμναστική ακαδημία στη Θεσσαλονίκη. Ήταν μαζί από μικρά παιδιά και η σχέση τους άνθιζε ολοένα και περισσότερο. Είχαν περάσει την πρώτη δύσκολη χρονιά τους και οι καλοκαιρινές διακοπές στη γενέτειρα ήταν ό,τι καλύτερο. Πλάσματα ονειροπόλα και τα δυο, πνεύματα ελεύθερα και μυαλά ταξιδιάρικα, ένιωθαν πως θα "πετάξουν" κάθε φορά που τα πόδια τους πατούσαν επάνω στο παλιό ξύλινο σκαρί. Μπορεί να μην είχε συντηρηθεί, όπως του έπρεπε τα τελευταία χρόνια, όμως τους έβγαζε ασπροπρόσωπους σε όλες τις εξορμήσεις τους. Η Κατερίνα χάιδευε με το χέρι της το πληγωμένο από την πολυκαιρία ξύλο. Λάτρευε αυτή την τραχιά αίσθηση κάτω από την παλάμη της. Καθετί παλιό, που έμοιαζε να ξεθωριάζει μπροστά στη θηριώδη ορμή του χρόνου, τη γοήτευε με απίστευτη ευκολία. Ο Γιώργος γέμιζε τα πνευμόνια του με τον αέρα ελευθερίας που απέπνεε η δική τους θάλασσα. Θαρρείς πως μπορούσε να τη ρουφήξει όλη και να την κλείσει για πάντα μέσα του. Όπως είχε κάνει και με την Κατερίνα. Την είχε ρουφήξει με όλο του το είναι. Την ψυχή της, την ενέργειά της. Την αύρα της. Τη μυρωδιά της. Σώμα και ψυχή είχαν γεμίσει από αυτό το κορίτσι. Εκείνο το γυμνό νησάκι έμοιαζε να είναι το ησυχαστήριό τους, το μέρος όπου ελευθέρωναν το πάθος τους, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Σε λίγα λεπτά τα πρώτα ορφανά βράχια εμφανίστηκαν στον ορίζοντα και το αγόρι επιτάχυνε. Το καΐκι σταμάτησε διακόσια μέτρα από την ακτή και έριξαν άγκυρα. Η θάλασσα ήταν ήσυχη, το νερό ζεστό και θα πήγαιναν, όπως πάντα, κολυμπώντας έξω. «Πήγαινε εσύ», είπε η κοπέλα και έψαξε στα πράγματά της. Είχε πάρει ένα σέξι μαγιό και ήθελε να του κάνει έκπληξη. Ο Γιώργος έβγαλε την μπλούζα του και βούτηξε. Κολυμπούσε ατάραχος και κοίταζε που και που πίσω, μήπως κατάφερνε να κλέψει καμιά εικόνα από το κορίτσι του. Ένα ξαφνικό κύμα τάραξε τη γαλήνη της θάλασσας και μια μεγάλη μαύρη μάζα πέρασε κάτω από το αγόρι, χαϊδεύοντας απαλά το πόδι του. Ήταν κάτι σκληρό και έμοιαζε τεράστιο. Τέσσερα, πέντε μέτρα, ποιος μπορούσε να πει με σιγουριά; Το πλάσμα κολυμπούσε με μεγάλη ταχύτητα και κατευθυνόταν προς το καΐκι. Το κύμα χτύπησε τη βάρκα και η Κατερίνα έβγαλε μια κραυγή. Κάτι γρατζουνούσε τον πάτο και ένας ανατριχιαστικός θόρυβος που έμοιαζε με παράξενη διάλεκτο, απλωνόταν στο χώρο. Ο Γιώργος βγήκε στην ακτή κυριευμένος από τρόμο. Παρακολουθούσε αποσβολωμένος και η φρίκη είχε ζωγραφιστεί στα πράσινα μάτια του. Τι ήταν αυτό, τι πέρασε από κάτω του και τι ήταν ικανό να προκαλέσει; Η άγκυρα κόπηκε από τη μεγάλη πίεση και το καΐκι άρχισε να κουνιέται. Το κορίτσι τσίριζε παρακαλώντας για βοήθεια, καθώς  η μαύρη μάζα, που ήταν από κάτω, την παρέσυρε στ' ανοιχτά.          
 
01   Το καΐκι έσκιζε τη θάλασσα με μανία και το νερό άφριζε εκτονώνοντας την οργή του πλάσματος. Η Κατερίνα κρατιόταν δυνατά από την κουπαστή και έκλεινε το στόμα αποφεύγοντας την αλμύρα που κόντευε να την πνίξει. Ξαφνικά όλα σταμάτησαν και η βάρκα σώπασε. Το κορίτσι κοίταξε γύρω του και προχώρησε προς την πλώρη. Απείχε περίπου ένα χιλιόμετρο από το νησάκι και για μια στιγμή σκέφτηκε να βουτήξει στη θάλασσα, να κολυμπήσει ως την ακτή, να πέσει στην αγκαλιά του αγοριού της. Όμως ο φόβος την επανέφερε στην πραγματικότητα. Ό,τι και να ήταν αυτό το πλάσμα θα επέστρεφε μόλις ένιωθε το ζεστό κορμί της στο νερό. Είχε φύγει, είχε τελειώσει ο εφιάλτης; Τα μάτια της γούρλωσαν και έσκυψε τρομοκρατημένη στο πληγωμένο κατάστρωμα. Μια μεγάλη τρύπα επέτρεπε στο θαλασσινό νερό να μπει, να βουλιάξει το σκάφος. Πανικοβλήθηκε και ευχήθηκε για μια στιγμή να υπήρχε θεός, να την προστάτευε. Ο Γιώργος κοίταζε ανήμπορος και προσπαθούσε να βρει ένα τρόπο να σώσει την Κατερίνα. Έμπαινε στο νερό, προχωρούσε μέχρι τη μέση και μετά επέστρεφε φοβισμένος στην ασφάλεια της στεριάς. Έπιανε το κεφάλι του και δεν μπορούσε να χωνέψει αυτό που του συνέβαινε. Αν συνέβαινε κάτι στην Κατερίνα, δεν θα το συγχωρούσε ποτέ στον εαυτό του. Είχε ορκιστεί να την προστατεύει για μια ζωή και εκείνη του είχε δείξει τυφλή εμπιστοσύνη. Πίστη βαθιά, που όμως τώρα κινδύνευε να κλονιστεί. Δεν έπρεπε να την προδώσει. Η μαύρη μάζα εμφανίστηκε και πάλι κολυμπώντας υπομονετικά γύρω από το καΐκι. Περίμενε να βυθιστεί και μετά να επιτεθεί στην άτυχη κοπέλα με μίσος. Εκείνη έψαχνε γρήγορα για ένα όπλο, κάτι για να υπερασπιστεί τον εαυτό της.  Ένας ξαφνικός ήχος απέσπασε την προσοχή της και έστρεψε το βλέμμα στη θάλασσα. Το πλάσμα είχε βγάλει στην επιφάνεια το σώμα του και βυθιζόταν αργά στο βυθό, δίνοντας μια τρομακτική εικόνα στο θύμα του. Η Κατερίνα σάστισε, κοκάλωσε και έπιασε το στόμα της για να συγκρατήσει την κλασική φράση που λένε όλοι σε παρόμοιες καταστάσεις. Μάταια όμως. Το επαναλαμβανόμενο «Ααααααααααααα...» ακούστηκε μέχρι το νησάκι, ταράζοντας το νεαρό αγόρι. Ο Γιώργος κοίταξε προσεκτικά το πελώριο σώμα που πήδηξε έξω από το νερό, αρπάζοντας το κορίτσι. Μπόρεσε να διακρίνει την ουρά και το σκουρόχρωμο δέρμα του. Η βάρκα βούλιαξε και όλα έγιναν όπως πριν. Γαλήνη και πάλι. Πρέπει να πέρασαν λίγα λεπτά ώσπου να συνειδητοποιήσει ότι η Κατερίνα είχε χαθεί από το οπτικό του πεδίο. Δεν υπήρχε τίποτα πια να ταράζει τα κρυστάλλινα νερά. Η ησυχία που επικρατούσε κόντευε να τον τρελάνει. Τον αποσυντόνιζε. Πού βρισκόταν αλήθεια; Ποια άγνωστη δύναμη τον είχε τοποθετήσει σε αυτή την εικόνα και ποια μοίρα του έγραφε τέτοιο ριζικό; Για μια στιγμή νόμιζε πως βλέπει τον πιο αποκρουστικό, τον πιο τρελό εφιάλτη που μπορούσε να υπάρξει. Ήταν όμως εκεί, πιο ξύπνιος από ποτέ, στη μέση της θάλασσας του, εκείνης που του έδινε μέχρι πριν λίγο πνοή και τώρα έμοιαζε να τον πνίγει. Και ήταν μόνος.
 
02   Οι τελευταίες ακτίνες του ηλίου κρύφτηκαν δειλά πίσω από τα βουνά και το ολόγιομο φεγγάρι έντυσε το σκοτεινό ουρανό. Ο Γιώργος ξάπλωσε στη δροσερή αμμουδιά και χάζευε στο βάθος τα φώτα της στεριάς. Πόσο του είχε λείψει το σπίτι του, η οικογένεια του, το κορίτσι του… Ένας γνώριμος ήχος τάραξε την ησυχία του τρομοκρατημένου αγοριού. Ήταν ένα καράβι και πλησίαζε προς το μέρος του. Σηκώθηκε όρθιος και έβαλε όσο κουράγιο του είχε απομείνει. Έτρεξε προς τα ψηλά βράχια και στάθηκε για να βλέπει καλύτερα. Μπορούσε να διακρίνει τα φώτα πορείας και να ακούσει τη δυνατή μουσική που τάραζε την ηρεμία του τοπίου. Φώναξε δυνατά «ΕΔΩ!» και κούνησε άσκοπα τα χέρια του. Πάνω στο πανάκριβο γιοτ, δυο ζευγάρια τουριστών χόρευαν και χαζολογούσαν αδιαφορώντας για την έκλυση βοήθειας.  Προσπέρασαν το νησάκι και χάθηκαν στο βάθος. Το αγόρι ένιωσε την απογοήτευση να επιτίθεται και να τσακίζει τις τελευταίες ελπίδες, που μετά βίας προσπαθούσαν να μείνουν ζωντανές. Δεν άντεχε άλλο, έκλεισε τα μάτια και κοιμήθηκε, προδομένος από την κούραση. Μερικά μίλια πιο μακριά, το πανάκριβο γιοτ είχε ρίξει άγκυρα στ’ ανοιχτά και οι άμυαλοι ιδιοκτήτες του χόρευαν ασταμάτητα. Δυο άντρες, δυο γυναίκες και ένα μεγάλο ψυγείο με ποτά. Η μια κοπέλα παρέσυρε την άλλη και τα περιττά ρούχα έντυσαν το κατάστρωμα. Τα πανάκριβα μαγιό τους κολλούσαν προκλητικά επάνω στα υπέροχα κορμιά  και το πλούσιο ντεκολτέ φούσκωνε τις ορέξεις των συντρόφων τους. Τα φιλιά δεν άργησαν να έρθουν και τα δυο ζευγάρια μπήκαν μέσα στην καμπίνα για να εκτονώσουν τις ορμές τους. Μάταια όμως, εκείνες είχαν άλλα σχέδια. Οι κοπέλες έβγαλαν τα μαγιό και βούτηξαν γυμνές στη σκοτεινή θάλασσα. Κολυμπούσαν δίπλα στο κότερο και γελούσαν δυνατά. Μερικά μίλια πιο μακριά, το επικίνδυνο πλάσμα ένιωσε τα ζεστά κορμιά τους μέσα στο κρύο νερό. Γύρισε με μανία και κατευθύνθηκε προς το μέρος τους. Οι γυναίκες φιλήθηκαν με πάθος στο στόμα, προκαλώντας έξαλλους πανηγυρισμούς στους άντρες, οι οποίοι παρακολουθούσαν πάνω από το γιοτ. Έπιναν το ποτό τους και καμάρωναν με ενθουσιασμό τα κορίτσια. Ένα αλλόκοτο κύμα σηκώθηκε ξαφνικά και πλησίασε με μεγάλη ταχύτητα. Η μία κοπέλα ένιωσε ένα απότομο τράνταγμα και βυθίστηκε στα σκοτεινά νερά. Η άλλη τσίριξε και κολύμπησε βιαστικά προς τη σκάλα. Κάτω από την επιφάνεια το σαλεμένο πλάσμα είχε αρπάξει το άτυχο κορίτσι και το κουνούσε πέρα δώθε προσπαθώντας να το πνίξει. Εκείνη, μέσα στο σκοτάδι μπορούσε να διακρίνει την τρομακτική φιγούρα που την απειλούσε. Το γκρίζο, τραχύ δέρμα του φωσφόριζε έντονα και το «αγγελικά» τρομακτικό πρόσωπο του, έπαιρνε εκφράσεις θυμού σουφρώνοντας τα φρύδια. Της μιλούσε σε μια περίεργη διάλεκτο. Ναι, μπορούσε να ακούσει την εκκωφαντική φωνή του μέσα στο νερό. Το πλάσμα κοίταξε ψηλά, είδε την άλλη κοπέλα που προσπαθούσε να ξεφύγει. Ελευθέρωσε τη μια και σαν τορπίλη κολύμπησε προς τα επάνω.
 
03   Η κοπέλα ανέβαινε γρήγορα τη σκάλα και οι σαστισμένοι άντρες φώναζαν πανικόβλητοι από την ασφάλεια του καταστρώματος. Με ένα δυνατό σάλτο, το πλάσμα πετάχτηκε από την θάλασσα και έπιασε το κορίτσι. Ο άντρας ένιωσε φρίκη και προσπάθησε να συναρμολογήσει τις σκόρπιες λέξεις που πλατσούριζαν στο κενό μυαλό του. Τι στα κομμάτια ήταν αυτό, τι είδα μόλις τώρα; Ήταν άνθρωπος, όχι, όχι, ψάρι ήταν! Το πελώριο πλάσμα βυθίστηκε κρατώντας την κοπέλα στα χέρια του. Κολύμπησε βιαστικά, άρπαξε την άλλη και βγήκε στην επιφάνεια για να δώσει οξυγόνο στα θύματα του. Δεν ήθελε να τα αποτελειώσει τόσο γρήγορα, είχε άλλα σχέδια. Κούνησε τη δυνατή ουρά του και επιτάχυνε, σκίζοντας το νερό με δύναμη. Οι άντρες είδαν το πλάσμα να χάνεται στο σκοτάδι, κρατώντας αριστερά και δεξιά τις γυναίκες τους και κάπως αργά ξύπνησαν τον ηρωισμό τους. Έβαλαν μπροστά τη μηχανή και κυνήγησαν στο σκοτάδι το δαίμονα. Οι πρώτες ζεστές καλημέρες του ηλίου δεν άργησαν και ο Γιώργος άνοιξε τα μάτια του. Έγλειψε τα ξερά χείλη του και σηκώθηκε όρθιος. Ο λαιμός του έκαιγε από τη δίψα. Προχώρησε μερικά βήματα και κοντοστάθηκε. Τα μάτια του καρφώθηκαν στο βάθος και κοίταξε καθώς η ανακούφιση τον αγκάλιασε με αγάπη. Ήταν ένα καράβι, ερχόταν προς το μέρος του. Μπορούσε να ξεχωρίσει τις σημαίες, τα σύμβολα. Ήταν το λιμενικό. Επιτέλους θα πήγαινε πίσω, θα έδινε τέρμα στον εφιάλτη. Λίγα μίλια πιο μακριά, ένα άλλο καράβι του λιμενικού είχε βρει ένα πανάκριβο γιοτ χτυπημένο σε μια ξέρα. Πρέπει να είχε πέσει με μεγάλη ταχύτητα επάνω στα βράχια. Οι λιμενικοί μπορούσαν να διακρίνουν το πληγωμένο κατάστρωμα και τα σκόρπια κομμάτια που έπλεαν κοντά στο σκάφος. Εκεί δίπλα, μερικά μέτρα από το ατύχημα, δυο αντρικά κορμιά ήταν κομμένα στη μέση και μαρτυρούσαν το μακελειό που προηγήθηκε. Ποιος να το έκανε αυτό, ποιος μπορούσε να τους κόψει στα δυο; 
 
04
 
   Ο Γιώργος κοίταζε τη θάλασσα καθώς επέστρεφε με ασφάλεια πίσω στην Ιεράπετρα. Είχε πολλά να πει στην αστυνομία, στους γονείς του, στους γονείς της  Κατερίνας. Τι να τους έλεγε όμως, τι μπορούσε να πει και ποιος θα τον πίστευε, όταν κι ο ίδιος δεν ήταν σίγουρος για το τι είδε; Κοίταξε ψηλά τον ήλιο και ένα αεράκι χτύπησε το πρόσωπό του. Δρόσισε την κάψα που έκαιγε μέσα του. Έπειτα στράφηκε στη θάλασσα και ψιθύρισε με δάκρυα στα μάτια «Θα σε θυμάμαι για πάντα, αγάπη μου. Συγχώρα με που δεν μπόρεσα να σε σώσω, συγχώρα με που ήμουν δειλός»!
 
Έλλη Λινάρδου, John Emmans
 

Άρθρα & Συνεντεύξεις

Facebook Comments