Άρθρα & Συνεντεύξεις

loogoo

Δεν θα ξανακοιμηθείς ποτέ! (Pt. I: Louferton)

 
louferton01   Το αγόρι περπατούσε νευρικά στο σκοτεινό δάσος και κοίταζε γύρω του γεμάτο ανασφάλεια. Αλλόκοτοι ήχοι τάραζαν την ηρεμία του, χτυπούσαν τον αδάμαστο φόβο και έδιναν τροφή στους εξωπραγματικούς εφιάλτες του. Η βραδινή εκδρομή με τους φίλους στο απαγορευμένο δάσος κατέληξε σε κυνηγητό με την αστυνομία κι εκείνος χάθηκε προσπαθώντας να αποφύγει τους διεφθαρμένους φύλακες του νόμου.  Άθελά του, βρέθηκε στο μέρος που κανένας φίλος, κανένας συγχωριανός του δε θα ήθελε να βρεθεί. Στα σάπια σπλάχνα του φημισμένου Louferton Forest. Πάνω από χίλια άτομα είχαν εξαφανιστεί εκεί μέσα τα τελευταία είκοσι χρόνια και η κυβέρνηση αποφάσισε να σφραγίσει την είσοδο, να στείλει περιπολίες γύρω από το δάσος και να προστατεύει την πανίδα. Πριν ένα χρόνο, ένας τουρίστας που θέλησε να ανακαλύψει τα άγρια μυστικά του δάσους, μπήκε κρυφά με τη γυναίκα του και ήρθε αντιμέτωπος με τη φρίκη. Ο Γερμανός Γιόχαν Ρίχτερ, βγήκε από μέσα ζωντανός μετά από δυο ώρες, κρατώντας στα χέρια του το κομμένο κεφάλι της συζύγου του. Όταν ρωτήθηκε ο ίδιος από τους δημοσιογράφους τι είδε, τι έγινε εκεί μέσα, απάντησε με τρόμο «Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φανταστεί, να αισθανθεί, την αλήθεια που κυβερνά έξυπνα, κάτω από το ψέμα της δικής μας άχρωμης ζωής. Μπήκα μέσα και είδα την τρομακτική αλαζονεία της ανθρώπινης κτηνωδίας, έγινα μάρτυρας μιας αρχαίας μάχης, προσκύνησα όντα ανώτερα από εμάς και ελευθέρωσα τη γυναίκα μου πριν εκείνος ελευθερώσει το κακό και σπείρει το θάνατο»… Το αγόρι κλότσησε μερικά χαλίκια και επιτάχυνε το βήμα του. Σήκωσε το πρόσωπό του, κοίταξε το ''ματωμένο'' φεγγάρι που στόλιζε τον ουρανό κι έπειτα κάρφωσε το βλέμμα στο στενό μονοπάτι. «Που πάω;», σκέφτηκε και μετάνιωσε που θέλησε να ακολουθήσει την ανεγκέφαλη παρέα του.
 
louferton06   Ο ηλικιωμένος άντρας, με το σακατεμένο χέρι και τα κιτρινισμένα δόντια, κούμπωσε μέχρι το λαιμό το παλτό του, σήκωσε το γιακά και καταράστηκε που δεν είχε φροντίσει να βάλει κασκόλ… Ρούφηξε τον καφέ που είχε αγοράσει μερικά λεπτά πριν και έκανε μια γκριμάτσα αηδίας… Ζάχαρη δεν είχε βάλει καθόλου ο μπιμπικιασμένος Ινδός πιτσιρικάς, με το ταμπελάκι στο πέτο και την επιτηδευμένη αγγλική προφορά. Τα μάτια του δάκρυσαν ελαφρά, η αναπνοή του εντάθηκε, το μυαλό του βάλθηκε να δουλεύει… Χρόνια στο κουρμπέτι, πρώτα σαν αστυνομικός και μετά σαν ιδιωτικός ντετέκτιβ, είχε βρεθεί αντιμέτωπος με τον τρόμο ουκ ολίγες φορές. Δεκατρία χρόνια πριν είχε βοηθήσει την αστυνομία της χώρας του να εξαρθρώσει μια απίστευτη συμμορία «σατανιστών» που επιδιδόταν σε ανθρωποθυσίες και ένα μάτσο τρομακτικές «εκδηλώσεις»… Είκοσι πέντε κοπέλες, όλες τους από δεκαοκτώ μέχρι τριάντα ετών, θανατώθηκαν και φαγώθηκαν, με τη συμμορία να επιδίδεται σε ακατανόμαστες πράξεις, σεξουαλικές και όχι μόνο, φτάνοντας ακόμα και στον κανιβαλισμό. Τα «πλάνα» που αντίκρισε τότε, εισβάλοντας στη φωλιά του κακού ήταν αρκετά για να… Ανθρώπινα σώματα σε κομμάτια, κεφάλια σε πιατέλες και εξιταρισμένα κωλόπαιδα που γεύονταν σάρκα συνανθρώπων τους με φανερή ευαρέσκεια. Το ένα από αυτά το σκότωσε με τα χέρια του. Το χτυπούσε με τις γροθιές του μέχρι που το πρόσωπο του έγινε μια άμορφη ματωμένη μάζα. Δεν υπήρχε μύτη, δεν υπήρχαν εσοχές για τα μάτια, ακόμα και τα αυτιά του είχαν εξαφανιστεί! Το τηλέφωνό του χτύπησε. Το κοίταξε παγωμένα. Στην οθόνη αναγραφόταν το όνομα «Γιόχαν Ρίχτερ»…
 
louferton02   Ο πρωινός ήλιος μετά βίας τρύπωνε από τα πυκνά δέντρα του δάσους και άγγιζε το χώμα. Μια νεκρική σιγή αναστάτωνε την ψυχοσύνθεση του αγοριού, το έκανε να βήχει νευρικά. Στεκόταν ανάμεσα σε δυο, σχεδόν σιαμαία, δέντρα και κοίταζε στο βάθος. Μπορούσε να διακρίνει μια καλύβα, να μυρίσει τη φρεσκάδα του ζεστού ψωμιού που ερχόταν προκλητικά από εκεί μέσα. Κοίταξε για τελευταία φορά γύρω του. Κανένα πουλί δεν κελαηδούσε, κανένα έντομο δε ζουζούνιζε. Προχώρησε διστακτικά και ανέβηκε τα ξύλινα σκαλοπάτια, που έτριζαν κάτω από τα πόδια του. Μια φευγαλέα ανάμνηση πέρασε ξυστά και άγγιξε το αγόρι, το έκανε να δακρύσει. Ήταν τότε που ο πατέρας τον πήγε για ψάρεμα, τότε που έπιασαν πενήντα ψάρια, τότε που τον χάρηκε όσο μπορούσε. Λίγες μέρες μετά τον έχασε για πάντα. Κάποιοι είπαν ότι βρέθηκε αποκεφαλισμένος έξω από το δάσος, κάποιοι άλλοι ότι τον κατασπάραξαν λύκοι. Ο μικρός δεν είδε ποτέ το πτώμα του, δεν είδε ποτέ την κηδεία του πατέρα και δεν του είπε ποτέ αυτό που λαχταρούσε. Το ύστατο αντίο. Μια κραυγή επανέφερε τον πιτσιρίκο στην πραγματικότητα. Άκουσε φωνές και βήματα. Το βλέμμα του έπεσε σε μια σορό από χοντρά, κομμένα ξύλα. Έτρεξε και κρύφτηκε από πίσω. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε. Τρεις άσχημες, ξερακιανές γυναίκες, με περίεργες φορεσιές, προχωρούσαν μπροστά μιλώντας σε μια περίεργη διάλεκτο. Τα πρόσωπα τους φαίνονταν γερασμένα και μια αλλόκοτη αγριάδα συνόδευε την τραχιά φωνή. Πίσω τους έσερναν μια νεαρή κοπέλα που ούρλιαζε από φρίκη. Δεμένη με αλυσίδες, παρακαλούσε κλαίγοντας να την ελευθερώσουν. «Βούλωσε το!» είπε θυμωμένα η μια, αυτή με το χαραγμένο πρόσωπο. «…Η Χάργκα θα σε ξεκοιλιάσει τα μεσάνυχτα και επιτέλους θα γευτούμε ανθρώπινη σάρκα»! Τα τρομακτικά γέλια εγκλωβίστηκαν στο δάσος και το αγόρι ένιωσε πως ήθελε να ξεράσει, να χαθεί για πάντα. Είχε ακούσει πολλές ιστορίες γι αυτή τη Χάργκα. Η γιαγιά του έλεγε πως η Χάργκα ήταν μια επικίνδυνη μάγισσα, αρχηγός του τάγματος των μαγισσών. Πως είχε στήσει το βασίλειό της στο δάσος Louferton και πως επικοινωνούσε με τον κόσμο των νεκρών. Όμως όλα αυτά δεν ήταν παρά ιστορίες για να μένει φρόνιμος αυτός και η αδελφή του, ή μήπως όχι τελικά; Οι τρεις σατανικές γυναίκες έδεσαν το κορίτσι σε μια κολόνα και μπήκαν στην καλύβα φωνάζοντας δυνατά «Μαρόκιο Σάβερους Χιουμένιο Λάκτο»…
 
louferton04   Έβαφε τα νύχια της ακούγοντας παράλληλα μουσική και βλέποντας τηλεόραση… «Βλέποντας» το δίχως άλλο, μια και το χαζοκούτι δεν έβγαζε ήχο, είχε φροντίσει να είναι μονίμως κλειστός. Ειδήσεις έδειχνε, αλλά δεν την ένοιαζε και πολύ. Για τη Βίβιαν η τηλεόραση είναι μόνο για να τη χαζεύει. Το στερεοφωνικό της έπαιζε μόνο Heavy Metal μουσική και μάλιστα από κείνη την κάφρικη, με τα ουρλιαχτά και τις εξωφρενικές ταχύτητες. Black και Death Metal και δεν την ενδιέφερε τίποτα άλλο! Είχε συμπληρώσει δεκαεννέα χρόνια ζωής πριν λίγες εβδομάδες, φοιτούσε στο πανεπιστήμιο μεν, πήγαινε όποτε ήθελε δε. Περνούσε κάποιες, λίγες, ώρες της ημέρας στο δωμάτιό της, κάποιες στην καφετέρια της σχολής, κάποιες στο δρόμο και στα underground δισκάδικα, ψάχνοντας Black & Death συγκροτήματα που δεν είχε ξανακούσει και κάποιες στο σπίτι κάποιου συμφοιτητή της, όποτε γούσταρε να φασωθεί. Άλλαζε ερωτικό σύντροφο κάθε τρεις και τέσσερις ημέρες, ψάχνοντας κάθε φορά το σερνικό που θα την κάνει να απολαμβάνει ακόμα περισσότερο το σεξ. Ο πρώτος της ήταν ένας συνομήλικος γείτονας, ο οποίος την είχε αφήσει παγερά αδιάφορη, ήταν τότε δεκάξι χρονών. Ο δεύτερος πάλι, ένας μυστήριος γύρω στα σαράντα, που είχε γνωρίσει, δυόμισι μήνες μετά το πρώτο της καβάλημα, σε μια συναυλία των Crow Black Sky, της είχε κάνει τεράστια εντύπωση. Όχι, ούτε «προικισμένος» ήταν, ούτε κάνας υπέρ-γκόμενος με χαρακτηριστικά μοντέλου… Την έβαλε όμως στο κρεβάτι, την έπιασε βίαια από το λαιμό, την δάγκωσε και την έφτυσε και της φέρθηκε με σκληρότητα. Έλα όμως που εκείνη ξετρελάθηκε! Ξανασυναντήθηκαν κάτι μήνες μετά… Εκείνη είχε ήδη πάρει καμιά ντουζίνα άντρες στο μεταξύ… Της έκανε τα ίδια και χειρότερα και εκείνη είχε λιγωθεί… Όταν ο τυπάς εξαφανίστηκε, χωρίς να αφήσει το παραμικρό ίχνος, η Βιβ (όπως τη φώναζε και όπως εκείνη στη συνέχεια απαιτούσε πια από τους άλλους να τη φωνάζουν) άρχισε να σκαλίζει διάφορες ποικιλίες αγοριών, μπας και βρει κάτι ανάλογο. Σε πολύ μεγάλο ποσοστό απογοητευόταν, όλοι οι υποψήφιοι εραστές ήταν τρυφεροί και μαλακοί και τη χαλούσαν αφάνταστα. Και έφευγε από σπίτια, ξενοδοχεία και αυτοκίνητα με κακή ψυχολογία και μικρές δόσεις αηδίας… Μέχρι που έπεσε στο δρόμο ενός μεσήλικα, ξανά, με μια πολύ ιδιαίτερη ιστορία… Της είχε κάνει εντύπωση το όνομά του… Γιόχαν Ρίχτερ…
 
louferton03   Το αγόρι κοίταξε το βασανισμένο κορίτσι, που ήταν δεμένο στον πάσαλο, και μια βαθιά θλίψη κούρνιασε μέσα του. Ήθελε να τρέξει δίπλα στην κοπέλα, να τη λύσει, να φύγουν μαζί. Μα, αν τον καταλάβαιναν οι άσχημες γυναίκες, τι θα έκανε τότε; «Είμαι δειλός», ψιθύρισε από μέσα του και κουλουριάστηκε πίσω από τα κομμένα ξύλα. «Αυτή πρέπει να είναι...», συνέχισε να παραμιλά χαμηλόφωνα «...η Μελάνι, η αδελφή εκείνης της τύπισσας  που ακούει τα διαβολικά τραγούδια, που πηδιέται συνέχεια με ένα σωρό μαλλιάδες. Της Βίβιαν»! Ένα απαλό αεράκι μετέφερε πρωτόγνωρες μυρωδιές και μια τρομακτική μελωδία έβγαινε από το βάθος. Ένα καταραμένο τραγούδι, ένα σατανικό νανούρισμα. Η φωνή ήταν γλυκιά και ήρεμη, μα το πλάσμα που τραγουδούσε ήταν ένας επικίνδυνος θηρευτής, ένα άγριο αρπακτικό. Κάποιοι το αποκαλούσαν σειρήνα, μα στον κόσμο των δαιμόνων ήταν γνωστό ως Κατερέ. Το Κατερέ είχε θηλυκά χαρακτηριστικά και φωνή. Μακριά μαλλιά και αγγελικό πρόσωπο. Όταν όμως πεινούσε ή ερχόταν σε οίστρο, ελευθέρωνε τις αρσενικές ορμές του και το πρόσωπο του γίνονταν τραχύ, αρρενωπό. Ξέσκιζε βίαια τα θύματά του, αφού πρώτα τα βίαζε. Το πλάσμα βγήκε αθόρυβα πίσω από τα μεγάλα δέντρα και κατευθύνθηκε προς το κορίτσι. Το αγόρι παρατήρησε την τρομακτική σκιά που πλησίαζε αργά. Έβαλε τα χέρια στο στόμα και προσπάθησε να συγκρατήσει τις κραυγές που ήθελαν με το ζόρι να ελευθερωθούν. Η αναίσθητη Μελάνι άνοιξε τα μάτια και κατάλαβε πως ήταν δεμένη. Έπειτα κοίταξε νευρικά γύρω της και είδε στο βάθος το Κατερέ με τη θηλυκή εμφάνιση. Ένα κύμα ανακούφισης χτύπησε το κορίτσι και ένιωσε ασφάλεια. Ίσως ερχόταν να τη βοηθήσει, σκέφτηκε τσαπατσούλικα, ίσως ήταν αστυνομικός, ίσως, ίσως... με δάκρυα στα μάτια φώναξε «Εδώ! Σε παρακαλώ, με έχουν πιάσει αιχμάλωτη. Βοήθησε με»! Το Κατερέ αγρίεψε αμέσως. Τα μάτια του έγιναν κόκκινα και το σώμα πρήστηκε, φούσκωσε, καθώς αρσενικές ορμόνες απλώθηκαν παντού. Το όμορφο πλάσμα μεταμορφώθηκε σε κακάσχημο κτήνος και η Μελάνι, έστω καθυστερημένα, συνειδητοποίησε πως την είχε πολύ άσχημα. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ξεφύγει, να γυρίσει το χρόνο πίσω, να θυμηθεί πως είχε φτάσει σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση. Χρειάστηκαν λίγα δευτερόλεπτα για να συμπληρώσει το πάζλ. Σιγά σιγά τα κομμάτια κολλούσαν τέλεια μεταξύ τους και όλα έμπαιναν σε μια σειρά. Η αδελφή της, η αποθήκη του μυστήριου άντρα, η τελετή μαύρης μαγείας, η περίεργη πύλη του άλλου κόσμου και... ω, Θεέ μου, η μάγισσα με το σακατεμένο πρόσωπο! Αυτό ήταν, η ίδια θα γινόταν θυσία στο σκοτεινό άρχοντα Γκότρανμπεν.
 
louferton07   Η κεντρική πλατεία της πόλης ήταν ψιλό-άδεια… Για μέρα μεσημέρι και καθημερινή θα έλεγε κανείς πως… πως κάτι δεν πήγαινε καλά! Συνήθως ήταν τίγκα, με ένα σωρό γονείς και παιδιά να περιδιαβαίνουν, αφού ήταν ώρα σχολάσματος και γύρω-γύρω θα υπήρχαν και δέκα σχολεία, διαφόρων βαθμίδων. Από την άλλη, τόσα μαγαζιά, τόσα καφέ… και όλα τους αναιμικά από κόσμο… Τίποτα, τίποτα, ήταν σαν βραχνό Κυριακάτικο απόγευμα, λίγο μετά από νεροποντή. Ο Γιόχαν Ρίχτερ κοίταξε το ρολόι του και στη συνέχεια έριξε μια ματιά στον ουρανό. Ο οδηγός του και το πολυτελές αμάξι του βρίσκονταν λίγα μέτρα πιο πέρα. Στο δεξί του χέρι κρατούσε το κινητό του και στο άλλο την ομπρέλα του… Από την απέναντι πλευρά είδε να έρχεται προς το μέρος του εκείνος… Ο ηλικιωμένος άνδρας, με το σακατεμένο χέρι και τα κίτρινα δόντια… Ξερόβηξε και έβαλε το κινητό στην τσέπη του παλτού του, για να προτείνει το χέρι του. «Σας ευχαριστώ που ήλθατε! Σας πειράζει να τα πούμε για λίγο εδώ; Δεν θέλω να καθίσουμε κάπου, ο κόσμος – μερικές φορές – μπορεί να είναι πολύ ενοχλητικός»… Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του. Ένα μεταλλικό κλομπ προσγειώθηκε στο κεφάλι του. Το κρανίο του Γερμανού άνοιξε στα δύο, μυαλά και αίματα αναμίχθηκαν με τρίχες, τα μάτια του μεταμορφώθηκαν σε κόκκινες σταλάδες… Έπεσε κατευθείαν στα γόνατα, κάτι περαστικοί που είχαν βγάλει βόλτα τα σκυλιά τους έβαλαν τις φωνές και η πλατεία έγινε, για λίγο, σκηνικό από ταινία θρίλερ. Ο ηλικιωμένος ντετέκτιβ δεν πρόλαβε καν να δει τι ήταν αυτό που χτύπησε το Ρίχτερ! Μέχρι που συνειδητοποίησε ότι το κλομπ ξαναρχόταν, αυτή τη φορά προς το μέρος του… Πήρε αμυντική στάση και κοίταξε το δράστη… Ανοιγόκλεισε τα μάτια του με μανία… Δεν ήταν δυνατό! Η «αποκεφαλισμένη» μακαρίτισσα σύζυγος του Ρίχτερ!
 
louferton05   Το αγόρι κοίταζε τρομοκρατημένο το πλάσμα να κατασπαράζει την άτυχη κοπέλα και ξέσπασε σε κλάματα. Η πόρτα της καλύβας άνοιξε απότομα και οι τρεις γυναίκες βγήκαν έξαλλες έξω. «Κοίτα τι έκανες, ηλίθιο ον!» φώναξε η κοντή με τις κρεατοελιές. Το Κατερέ μασούσε λαίμαργα τα κομμάτια της κουρελιασμένης σάρκας και γρύλισε θυμωμένα. Άφησε το κατακρεουργημένο, άψυχο σώμα και έτρεξε με μανία να επιτεθεί στις γυναίκες. Εκείνες κοιτάχτηκαν στα μάτια και χαμογέλασαν ατάραχες. Σήκωσαν τα χέρια τους και είπαν ένα ξόρκι. Το Κατερέ ένιωσε ένα φρικτό πόνο στο στομάχι και έπεσε κάτω. Σπάραζε από πόνο και η αρρενωπή ασχήμια του χάθηκε. Η θηλυκή πλευρά επανήλθε. «Σκότωσε το, Λουσία!» ακούστηκε η ψηλή γυναίκα. Μια πύρινη πύλη άνοιξε πίσω τους και η Χάργκα, η σκύλα της κόλασης, ελευθέρωσε την οργή της. Λάμψεις έβγαιναν από το σώμα της και φωτιά από τα σάπια χέρια. Οι γυναίκες φοβισμένες γονάτισαν, προσκύνησαν την επικίνδυνη μάγισσα και προσπάθησαν να καλμάρουν την οργή της. Η Χάργκα κοίταξε γύρω της και ελευθέρωσε το Κατερέ  από τα μάγια. Έπειτα έστρεψε το βλέμμα στις τρεις γυναίκες. «Είστε άχρηστες!» ακούστηκε η ψιλή, σχεδόν αστεία φωνή της. Σήκωσε το κεφάλι της και οσμίστηκε την ατμόσφαιρα. Γέλασε δυνατά και στράφηκε προς τα κομμένα ξύλα, εκεί που κρυβόταν ο μικρός. Το αγόρι κλότσησε τη σορό και έτρεξε πανικόβλητο στο δάσος. Οι γυναίκες ετοιμάστηκαν να επιτεθούν, μα η Χάργκα τις σταμάτησε. «Αφήστε τον να τρέξει. Κάποιος τον περιμένει παρακάτω», είπε και μπήκε στην καλύβα.
 
John Emmans, Κώστας Κούλης
 

Άρθρα & Συνεντεύξεις

Facebook Comments