Άρθρα & Συνεντεύξεις

Τελευταία ριπή από το Λονδίνο (Ο Φίλιππος Φραγκούλης γράφει για το Noizy.gr)

 
   Λίγο κρύωνε. Κοντοστάθηκε μπροστά από το μεγάλο πολυκατάστημα, στον εμπορικότερο δρόμο της πόλης.  Είχε περπατήσει πολύ, είχε πάρει το κόκκινο λεωφορείο, είχε κατέβει 2-3 στάσεις πριν και περπάτησε ακόμα παραπάνω.  Ήθελε να ρουφήξει την πόλη και κάθε πιθαμή της. Τα κτίρια, τον αέρα, την αίσθησή της, την υγρασία και το κρύο αεράκι που Απρίλη μήνα ακόμα κρατούσε καλά. Τις ματιές που διασταυρώνονταν καθώς κοιτούσε τους βιαστικούς διαβάτες.
 
ripi01
   Πέρασε τη μεγάλη πόρτα που γυρνούσε γρήγορα γύρω από τον εαυτό της και βρέθηκε στην κλιματιζόμενη ζεστασιά του λαμπερού κόσμου των καλλυντικών και των αρωμάτων, που σχεδόν πάντα στο σύνολό τους είναι στο ισόγειο αυτών των καταστημάτων. Όμορφες κοπέλες με ένα τόνο βαρύ μακιγιάζ πάνω τους και κατακόκκινα, ως επί το πλείστον, θελκτικά χείλη, ήθελαν να τον ψεκάσουν με τα λιβάνια και τα πατσουλιά της γης, θαρρείς και ήταν σε ένα μεγάλο παζάρι της Ανατολής. Αρνήθηκε. Του αρέσει πάντα το δικό του άρωμα.
 
ripi03
   Ανέβηκε τις κυλιόμενες σκάλες, χάζεψε αδιάφορα τα υφάσματα, τα παπούτσια, τις ζώνες, κοντομάνικα και γενικά υλικά που μάλλον τα έχει προσπεράσει στη ζωή του εδώ και χρόνια, αν και καμιά φορά αρέσκεται στο καλό ντύσιμο. Δεν έβρισκε κανένα λόγο να συνεχίσει να είναι εκεί. Αποφασιστικά πήρε τις σκάλες, βγήκε έξω, έβρεχε.  Άνοιξε τη μεγάλη μαύρη ομπρέλα, που τόσο καιρό κουβαλάει συνέχεια μαζί του. Έχει γίνει κομμάτι του σώματος. Ένα ταξί πέρασε με φόρα και μούσκεψε το τζιν παντελόνι.  Δεν τον ένοιαζε.  
 
ripi02
   Άρχισε να περπατά με γοργό ρυθμό. Πέρασε από όλα τα μέρη που είχε ξοδέψει χρόνο το τελευταίο διάστημα, στεκόταν απ΄ έξω και τα κοίταζε. Χαμογελούσε στα γκαρσόνια και στους υπαλλήλους που μάλλον τον γνώριζαν.  Αλλά το βλέμμα είχε πια αλλάξει και κάτι του έλεγε πως θα έκανε πολύ καιρό να τους ξαναδεί.  Χαιρέτησε τα κτίρια, άλλα με τη λαμπρή όψη μιας αυτοκρατορίας που δεν υπάρχει πια, άλλα ταπεινά και με κόκκινα τούβλα, άλλα σύγχρονα με μεγάλες υπογραφές αρχιτεκτόνων και γυάλινες επιφάνειες που θέλουν να σκίσουν τον ουρανό με τις ατίθασες γωνίες του. Αυτά τα τελευταία του έφερναν μεικτά συναισθήματα. Από τη μία φαντάζαν μεγαλοπρεπή, από την άλλη οι άνθρωποι που ήταν μέσα τους, έμοιαζαν δυστυχισμένα πλάσματα. Αυτό τον στεναχωρούσε πάντα.  
 
ripi04
   Έφτασε στη μεγάλη γύρα του στο Ανατολικό κομμάτι της πόλης, που είναι πια trendy αλλά που έχει και έναν αέρα από άλλες εποχές, μυρωδιά από ιδρώτα της εργατικής τάξης και μουντζούρα από τα παλιά εργοστάσια και το κάρβουνο, που μπορεί να έχουν φύγει πια προ πολλού, αλλά ο απόηχος και η σκόνη είναι ακόμα εκεί. Πεινούσε. Πήγε στο μαγαζί που πουλάει κάτι ολόφρεσκα ψωμάκια με αλατισμένο χοιρινό και μουστάρδα που σε καίει, γνήσια Αγγλική, να γεμίσει το στομάχι. Η κυρία στο ταμείο, με τις μωβ σκιές, το ροζ μπλουζάκι, μια γνήσια προφορά Cockney, έντονη πούδρα στα μάγουλα, παχουλή με ξανθό μαλλί μαζεμένο σε κότσο και ένα τελειωτικό χτύπημα στην όλη εικόνα και το στυλ, με ένα υπερπορφυρό κραγιόν στα χείλη, του έκλεισε το μάτι με νόημα γιατί είναι και πολύ darling! Δεν ήξερε αν αυτό έπρεπε να το πάρει για καλό ή για κακό. Από τη συγκεκριμένη. Γέλασε, πήρε το φαγητό και το έφαγε γρήγορα. Ήταν και αυτές εκεί οι τελευταίες μπουκιές. Το ήξερε πια.
 
ripi05
   Πήρε τηλέφωνο τρεις φίλους. Κανόνισε να τους δει την επομένη. Τον ένα μετά τον άλλο, σαν μια μικρή αποχαιρετιστήρια τελετή. Πήρε το τρένο. Κατέβηκε στο πάρκο. Μέσα στο κρύο περπάτησε άλλα πέντε χιλιόμετρα ανάμεσα στις βελανιδιές και σε δρομάκια με πολλά σκιουράκια. Χαιρέτησε τα νερά μιας παγωμένης λίμνης και κάτι πάπιες που έσκουζαν πιο κάτω, μαζί με ροδαλά αναγεννησιακά μωρά που τα έσερναν κυρίως Φιλιππινέζες νταντάδες, κουκουλωμένα σε μοδάτα καρότσια με ονόματα αυτοκινήτων σε πίστες, όπως McLaren κτλ.
 
ripi06
   Μπήκε στο μικρό σπίτι και έκλεισε με θόρυβο αποφασιστικά μια κατακόκκινη πόρτα πίσω του. Στάθηκε. Δεν δίστασε. Το αποφάσισε. Έτσι. Έσκυψε στο κρεβάτι από κάτω και πήρε δυο μεγάλες βαλίτσες. Άρχισε να τις γεμίζει, στα γρήγορα, τον παίδεψαν κάτι μικρό-αντικείμενα που είχαν στηθεί εκεί για να κάνουν το δωμάτιο λίγο πιο σπίτι. Αλλά δεν έγινε ποτέ δικό του... Πραγματικά.  Άφησε έξω ένα βιβλίο και λίγα βασικά χαρτιά και ταξιδιωτικά έγγραφα.  Μπήκε στον υπολογιστή και έκλεισε ένα one-way εισιτήριο. Κοίταξε έξω. Ο κήπος ακόμα παγωμένος και τα κούτσουρα νεκρά.  
 
   Και κάπου εκεί η Μεσόγειος έμοιαζε όλο και πιο επιτακτική. Ήξερε. Έπρεπε να γυρίσει, γιατί δεν κρατάς με σχοινιά ή λεφτά τη Μεσόγειο, τη λάμψη εσύ πόλη με τα πλαστά φώτα και τα σύννεφα και ας είσαι θελκτική γυναίκα ή αγόρι σε «πολυκατάστημα» επιφανειακής ζωής.  Στην οθόνη του υπολογιστή το όνομα έγραφε Athens... Και εκεί ένα μικρό δάκρυ κύλησε. Αναχώρησης ή αποχώρησης; Χαράς ή Λύπης; Θυσίας ή ελπίδας για το αύριο; Σωστό ή λάθος; Προτίμησε απλά να ακολουθήσει την καρδιά τελικά.  Αυτή ίσως ξέρει και ας πονά... Και ας φοβάται ένα αβέβαιο πια μέλλον.
 
ripi07
   Έκλεισε τον υπολογιστή, την κουρτίνα, και κοιμήθηκε για τελευταία φορά με το πάπλωμα, Απρίλη μήνα. Στο όνειρό του περπατούσε ήδη ξυπόλυτος στα δροσερά μάρμαρα της αυλής στο σπίτι δίπλα στη θάλασσα, με την ελιά να θροΐζει... Στον ύπνο του χαμογέλασε... Ηρέμησε.  
 
Συνεχίζεται...
 

Άρθρα & Συνεντεύξεις

Facebook Comments