Άρθρα & Συνεντεύξεις

Κράτα το χέρι μου και πάμε...

 
   Εκείνη η νύχτα θα άλλαζε τη ζωή τους. Τίποτα δεν θα ήταν ίδιο πια. Έπρεπε να το κάνουν. Η μοίρα τους είχε στείλει εκεί όπου όλα είχαν ξεκινήσει και αυτή τη φορά δεν μπορούσαν να ξεφύγουν. Τα πόδια μόνα τους πήγαιναν και τα μάτια αναγνώριζαν το καθετί, μικρό ή μεγάλο, ασήμαντο ή σημαντικό, από όπου κι αν περνούσαν. Ένα ελαφρύ αεράκι χάιδευε απαλά τα κορμιά τους οξύνοντας τα ρίγη που ήδη τους διαπερνούσαν. Περπάτησαν μερικά μέτρα στο χωμάτινο μονοπάτι, όταν ξαφνικά τα πόδια στυλώθηκαν με πείσμα στο έδαφος και τα μάτια άνοιξαν διάπλατα στο θέαμα που αντίκρισαν. Στάθηκαν με δέος μπροστά στο παλιό, πετρόχτιστο αρχοντικό. Η θάλασσα έμοιαζε να τους ακολουθεί με μια παράξενη, κυκλωτική αύρα ήχων και αρωμάτων. Αυτή τους είχε οδηγήσει εκεί. Εκείνη άπλωσε το χέρι της και έφτασε το δικό του. Τα μάτια τους συναντήθηκαν. Μια στιγμή χρειάστηκε μονάχα και δυο βλέμματα που πάλευαν να πάρουν δύναμη το ένα από το άλλο. 
 
krataheri01   Εκείνος προσπαθούσε να ξεχάσει το αμαρτωλό παρελθόν κι εκείνη προσπαθούσε να θυμηθεί το γλυκό δηλητήριο, που πλουσιοπάροχα της σέρβιρε το αχόρταγο εγώ εκείνου. Όχι, δεν ήταν τρελή, ούτε της άρεσε να βασανίζεται, προσπαθούσε με νύχια και δόντια να σώσει τα συντρίμμια της αγάπης τους. Κάποτε κοιταζόντουσαν στα μάτια και ταξίδευαν σε μέρη μαγικά, μέρη αγγελικά πλασμένα, ώσπου τα γκρίζα σύννεφα του πόνου σκέπασαν την καρδία εκείνου και πόθησε κι αλλά, κι αλλά, μεθώντας από το γλυκό νέκταρ της αλαζονείας, που η γλύκα του δε σε αφήνει να καταλάβεις ότι βουλιάζεις στην άβυσσο. Μπήκαν ήσυχα μέσα στο σπίτι, στον πέτρινο παράδεισο όπως τον αποκαλούσαν πριν από λίγο καιρό. Εκεί μέσα έδωσαν το πρώτο φιλί, είπαν το πρώτο αληθινό σ' αγαπάω. Ένα δάκρυ κύλησε από τα καφετιά μάτια εκείνης και πήρε ανθρώπινη φωνή και είπε όλα όσα η γυναίκα δεν μπορούσε να ξεστομίσει. «Συνάντησες ανθρώπους λαμπερούς, δίχως αισθήματα και τους χάρισες αγάπη, φιλία. Τα μυαλά πήραν αέρα και τυφλωμένος πέταξες ό,τι πιο αγνό, αληθινό είχες. Άνοιξες τα φτερά και πέταξες πέρα μακριά, δίπλα σ' εκείνη που σου στέρησε το δικαίωμα να νιώθεις ζωντανός. Έκλαψες, απογοητευτικές, μίσησες. Έγινες αιχμάλωτος ενός λυσσαλέου πολέμου έρωτα και ηδονής. Μόνος πια, χωρίς φίλους, χωρίς σύντροφο, στέκεσαι μπροστά μου και παρακαλάς για λίγη ζεστασιά. Όμως εγώ βλέπω το ψυχρό κορμί σου και την απελπισία που σε παρασύρει. Είσαι εδώ γιατί δεν έχεις που αλλού να πας, δεν έχεις ώμο για να κλάψεις. Ματώνω εμπρός στα νεκρά συναισθήματά σου και χαρίζω αγάπη στον άνθρωπο που λατρεύω όσο τίποτα στον κόσμο. Το νιώθω, δεν είσαι εκείνος που ήξερα. Είσαι ένα άγριο θηρίο που πονάει και ζητά εκδίκηση. Ορμάς επάνω σε κάθε τι που μπορεί να σου δώσει ψεύτικη ευτυχία και αρνείσαι την πραγματική»! Το δάκρυ έπεσε κάτω και έγινε κομμάτια, όπως τα σμπαράλια της ψυχής.
 
krataheri02   Ξαφνικά, ένας δυνατός άνεμος σηκώθηκε και η πόρτα έκλεισε πίσω τους με έναν εκκωφαντικό θόρυβο, που έκανε και τους δυο να αναπηδήσουν. Δεν θα ήταν εύκολο να δραπετεύσουν από εκεί, από το σπίτι, από της ζωής τους το γραμμένο. Η μοίρα είχε χαράξει στα κιτάπια της την πορεία τους με τρόπο ανεξίτηλο. Ήταν πια προδιαγεγραμμένη. Μονόδρομος. Μόνο μια σύγκρουση θα μπορούσε να γλιτώσει αυτό που είχε απομείνει. Αν είχε απομείνει. Θα το ανακάλυπταν στη συνέχεια. Εκείνος δεν τολμούσε να σηκώσει το κεφάλι του. Δεν του είχε απομείνει κουράγιο πια. Ίσως ούτε κι ελπίδα. Τα λόγια της τον σκότωναν αργά, βασανιστικά, δίχως έλεος. Δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ. Ο ίδιος δεν πίστευε πως άξιζε τη συγχώρεσή της. Και όμως θα ορκιζόταν ότι δεν ήταν υπεύθυνος για όλα, ότι δεν ήταν τόσο σκάρτος όσο του καταλόγιζε εκείνη. Έστρεψε το βλέμμα του προς την πόρτα του απέναντι δωματίου. Κάποτε εκεί μέσα φώλιαζε ο έρωτάς τους, το πάθος τους, που κανένας από τους δυο δεν είχε τη δύναμη να χαλιναγωγήσει. Και ύστερα… ξαφνικά όλα έσβησαν. Κατέρρευσαν. Εκείνος επέτρεψε να χαθούν. Εκείνη προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κρατήσει δυνατή τη φλόγα, που τρεμόπαιζε για καιρό. Σαν το πιστό σκυλί τον αγαπούσε, τον ακολουθούσε, τον λάτρευε. Ανιδιοτελώς. Χωρίς φειδώ. Χωρίς σταματημό. Το δωμάτιο ήταν τώρα ένα ερείπιο σαν κι εκείνον. Σαν την ψυχή του. Είχε στ' αλήθεια αδειάσει... Έτσι ένιωθε. Ένα σώμα κενό. Χωρίς λόγο ύπαρξης.  
 
   "Δεν σου ζητάω να με συγχωρέσεις. Δεν το αξίζω. Σου ζητάω να με ακούσεις. Πρέπει να με ακούσεις". Η φωνή του με δυσκολία έβγαινε. Το ίδιο και η ανάσα του. Ακουμπώντας την πλάτη του στον τοίχο, λύγισε τα γόνατά του και κάθισε στο ψυχρό, σκονισμένο δάπεδο. Τύλιξε τα χέρια του γύρω από το σώμα του. Κρύωνε. Έπρεπε να κρατήσει τις δυνάμεις του. Έπρεπε να της τα πει όλα. «Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Αναγκάστηκα να φύγω από εδώ. Από εσένα»... 
 
krataheri03   Μια αστραπή έκοψε τον ουρανό στα δυο και διέκοψε τις σκέψεις του σαστισμένου άνδρα. Ένα δάκρυ κύλησε από τα πράσινα ατελείωτα λιβάδια των ματιών του. Την αγαπούσε που να πάρει, αλλά δεν ήξερε πώς να της το πει, πώς να το αποδείξει. Σήκωσε το πελιδνό πρόσωπο του και άφησε το δικό του δάκρυ να απαντήσει «Ακούω τη σιωπή, βλέπω το σκοτάδι, νιώθω το κενό και χάνω εσένα, αγαπημένη. Μέσα από τα λάθη της ζωής, από τον πόνο της καρδιάς, από την κακία του κόσμου, έμαθα ότι δεν υπάρχουν παραμύθια με όμορφες πριγκίπισσες και γενναία πριγκιπόπουλα. Ένας απέραντος κόσμος γεμάτος θλίψη. Έμαθα ότι η αγάπη σπανίζει και δε δίνεται εύκολα. Πρέπει να κάνεις τόσα πολλά για να γευτείς τόσο λίγα. Ένας απέραντος κόσμος γεμάτος λαχτάρα. Έμαθα ότι κανένας δεν μπορεί να είναι στο πλευρό σου. Φίλοι που σε προδίδουν, αγάπες που σε εγκαταλείπουν, δικοί σου άνθρωποι που στέκονται χιλιόμετρα μακριά σου. Ένας απέραντος κόσμος γεμάτος ψέματα. Έμαθα ότι τελικά όλα κάποτε τελειώνουν και πρέπει να είσαι δυνατός να αντιμετωπίσεις τους πόνους της ζωής όσο δυνατοί κι αν είναι αυτοί. Είναι σκληρό και άσχημο να ορίζεις νέα ζωή, τόσο όσο να βλέπεις τα όνειρά σου να παραμένουν απλά όνειρα. Ένας απέραντος κόσμος γεμάτος πόνο. Είμαι ένα μνησίκακο τέρας της αβύσσου. Πληγωμένο, παραμελημένο σε μια γωνία, στέκομαι και κοιτάζω τις τελευταίες ακτίνες του Ηλίου που προσπαθούν να ζεστάνουν την κρύα μου καρδιά. Αναρωτιέμαι, άραγε έμαθα αυτά που ήθελα να μάθω ή έμαθα αυτά που έπρεπε να μάθω»; Εκείνη ένιωσε ένα ρίγος στο κορμί της και θέλησε να τρέξει στην αγκαλιά του. Σήκωσε τα χέρια για μια στιγμή και μετά τα κατέβασε βιαστικά. «Όχι, όχι» σκέφτηκε, «δεν πρέπει να ενδώσω». Δεν ήταν πλέον σίγουρη αν μπορούσε να του δώσει μια δεύτερη ευκαιρία, αν την άξιζε. Ο άνδρας ένιωσε να χάνει τη μάχη, σηκώθηκε άτσαλα και έτρεξε κατά πάνω της. Έπιασε με δύναμη τα μπράτσα της και προσπάθησε να αγγίξει τα χείλη της με τα δικά του. «Με πονάς!» του φώναξε  και τον σκούντησε με όση δύναμη είχε προς τα πίσω. Εκείνη μπορούσε πλέον να διακρίνει την αδυσώπητη φωτιά που έκαιγε τα ατελείωτα λιβάδια των ματιών του.
 
krataheri04   «Δεν μπορώ να σε συγχωρήσω. Δεν έχω τη δύναμη να το κάνω. Είμαι δειλή μπροστά σου. Μπροστά σε αυτό που είσαι ικανός να με κάνεις να νιώσω. Δειλιάζω μπροστά σε αυτό που εσύ αποκαλείς έρωτα. Κατάλαβέ το. δεν είναι έρωτας. Δεν μπορεί να είναι έτσι. Δεν γίνεται να κρύβει τόσο πόνο. Μίσος κάποιες φορές. Και είναι τόσο δυνατό, που στιγμές νιώθω ότι θα μου κατασπαράξει την ψυχή. Έφυγες τόσο εύκολα, τόσο αθόρυβα. Δεν μου επέτρεψες να καταλάβω το γιατί. Ούτε τώρα μου λες. Ούτε θα το κάνεις ποτέ. Φοβάσαι. Ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό δεν τολμάς να ομολογήσεις το πόσο βρώμικος είσαι. Αυτό είσαι! Θα το λέω και θα το ξαναλέω μέχρι να το αποδεχτεί ο αναθεματισμένος εαυτός μου». Έστρεψε το κεφάλι της προς την πόρτα. Δεν υπήρχε λόγος να βρίσκεται εκεί πια. Έκανε ένα-δυο βήματα και σταμάτησε.                 
    
   Εκείνος δεν σάλεψε από τη θέση του. Κοίταξε έξω από το παράθυρο, αφήνοντας το βλέμμα του να πλανηθεί στη θάλασσα. Με δυσκολία συγκρατούσε το θυμό του. Ήταν δική του. Μονάχα δική του. "Είσαι σίγουρη γι' αυτό που σκέφτηκες; Πιστεύεις ότι μπορείς να φύγεις από εδώ, από εμένα; Σου λέω πως όχι, δεν μπορείς. Αυτό που πραγματικά θέλεις είναι να μείνεις για πάντα εδώ μαζί μου. Να μη βγεις ποτέ αν χρειαστεί έξω από αυτό το σπίτι. Έχεις δέσει την καρδιά σου στη δική μου.  Η ψυχή σου μου ανήκει, το ίδιο και η σάρκα σου. Ακόμη και αν φύγεις δεν θα ελευθερωθείς ποτέ από μένα".
 
krataheri05   Εκείνη αναστέναξε και πέρασε την εξώπορτα. Κοίταξε για λίγο τον φουρτουνιασμένο καιρό και παραδέχτηκε την ήττα της. Δεν μπορούσε να τον αφήσει, δεν μπορούσε να τον χάσει για πάντα. Από την άλλη ήξερε πώς δεν μπορούσαν να είναι μαζί, ζευγάρι, ενωμένοι, όχι σε αυτή τη ζωή. Ήθελε να φωνάξει, να βγάλει τον πόνο της, να παραπονεθεί στην άδικη μοίρα που τους φέρθηκε τόσο σκληρά. Οι σταγόνες της βροχής έλουζαν το κορμί της και μεθούσαν το μυαλό. Έτρεξε πίσω στην αγκαλιά του και τον έσφιξε δυνατά. Δίστασε για μια στιγμή. Έπειτα έπιασε τρυφερά το πρόσωπο του και τον φίλησε με πάθος. Όταν τα χείλη σώπασαν, η γλώσσα εκείνης πήρε θάρρος και ξεστόμισε όσα ο νους δεν τολμούσε να ομολογήσει. ''Εμπρός, έλα αγάπη μου, έλα να δώσουμε ένα μεγάλο φινάλε στον ερώτα μας. Ένα φινάλε αντάξιο της αγάπης μας. Πάμε στα βράχια, εκεί που δώσαμε το πρώτο μας φιλί, εκεί που θα δώσουμε και το τελευταίο. Μη λες τίποτα, απλά ακολούθα με στην αιωνιότητα. Εμείς είμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλο. Πάντα ήθελα να δω την άκρη του γκρεμού, να την διαβώ, να νιώσω ελεύθερη''.  Εκείνος γούρλωσε τα μάτια και σάστισε. Ετοιμάστηκε να απαντήσει, μα κατέβασε το κεφάλι και σώπασε. Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το δικό της. Προχώρησαν και βγήκαν από το σπίτι έχοντας σαν ομπρέλα τις σταγόνες της βροχής, οι οποίες τους χάιδευαν απαλά, τους καθάριζαν, τους ετοίμαζαν για το αιώνιο ταξίδι. Τα βήματά τους πνίγονταν στο υγρό έδαφος και η ανάσα τους ελευθέρωνε το αμαρτωλό εγώ. Η θάλασσα σήκωνε τα κύματά της, τα χτυπούσε με μανία στα βράχια και προσπαθούσε να συνθέσει ένα ρέκβιεμ. Εκείνος χαμογέλασε και την κοίταξε στα μάτια. Ένιωθε πολύ καλύτερα μέσα του και μπορούσε να καταλάβει ότι αυτή η κοπέλα ήταν όλη του η ζωή. ''Είσαι έτοιμη;'' της ψιθύρισε. ''Είμαι, πάντα ήμουν. Σ’ αγαπάω''! 
 
Έλλη Λινάρδου, John Emmans
 

Άρθρα & Συνεντεύξεις

Facebook Comments