Άρθρα & Συνεντεύξεις

Το Τρόπαιο Της Χαμένης Αγάπης

 
tropaiocover
 
   Μια ανάλαφρη μπόρα τάραξε την ησυχία των βόρειων προαστίων. Τα πιτσιρίκια έτρεχαν στη βροχή με χάρη και παίζοντας ρουφούσαν τις σταγόνες που έπεφταν από τον κουρασμένο ουρανό. Τα πολυτελή σπίτια έμοιαζαν με απόρθητα κάστρα και οι οικιακοί βοηθοί, σαν πιστοί υπηρέτες των σύγχρονων αφεντάδων, βασιλιάδων, καθάριζαν τις λάσπες. Μέσα στην υπερβολή της χλιδής, μέσα στη βρομιά της ψυχής, μια γυναίκα στεκόταν στην αυλή και άφηνε τη βροχή να ξεπλένει τις αμαρτίες της. Γονατισμένη, με δάκρυα στα μάτια, προσπαθούσε να συνέρθει από το σοκ, από την απειλή που πλησίαζε επικίνδυνα στο σπιτικό της.
 
01   Η Αγγελική ήταν μια γοητευτική πενηντάρα, με καστανά μαλλιά και  υπέροχο σώμα. Κρατούσε σε άριστη κατάσταση τη σιλουέτα της με πολλή γυμναστική και υγιεινή διατροφή. Μητέρα δυο κοριτσιών και σύζυγος ενός πλούσιου επιχειρηματία, ζούσε την τέλεια ζωή. Έβγαινε με τις ισχυρές φίλες της, ψώνιζε από πανάκριβα μαγαζιά και διασκέδαζε στα πιο χλιδάτα μέρη. Πριν από λίγο καιρό όμως, ένα απρόσμενο τηλεφώνημα «επιτέθηκε» αδυσώπητα στην ευτυχία της γυναίκας και ένα ένοχο μυστικό κινδύνεψε να αποκαλυφθεί. Ήταν εκείνος, ένα νεαρό αγόρι από το αμαρτωλό παρελθόν, ένα αγόρι που ζήτησε να την δει, να πάρει απαντήσεις. Θα είχε κλείσει σίγουρα τα τριάντα και θα ήταν ακόμη τόσο όμορφος όσο την τελευταία φορά που τον αντίκρισε. Η Αγγελική θυμήθηκε τον χωρισμό τους και δάκρυσε. Δεν ήθελε να τον αφήσει, να του πει αντίο, τον αγαπούσε πιο πολύ από την ζωή της, όμως δεν γινόταν αλλιώς. Οι σκέψεις στράγγιζαν το μυαλό της και ρουφούσαν κάθε πολύτιμη σταγόνα λογικής. Πώς την είχε βρει, πώς ανακάλυψε που μένει και το πιο σημαντικό, μέχρι πού ήταν διατεθειμένος να φτάσει, για να δει τη γυναίκα που τον πρόδωσε; Η  Αγγελική έσφιξε τα δόντια και σηκώθηκε με νεύρο. Έβγαλε μια δυνατή κραυγή για να ελευθερώσει τα δαιμόνια που έτρωγαν τα σωθικά της και πήρε μια εύθραυστη απόφαση. Δεν μπορούσε να διακυβεύει την ασφάλεια της οικογένειας της, έπρεπε να συναντήσει αυτό το αγόρι, να του χαρίσει μια αγκαλιά, μια συγγνώμη και μετά να τον παρακαλέσει να χαθεί για πάντα.
 
02    Τα μεθυσμένα σύννεφα χόρεψαν ένα ερωτικό βαλς με τον αέρα και ταξίδεψαν νωχελικά για μέρη μακρινά. Ήταν μια σύντομη καλοκαιρινή μπόρα και ο αψίκορος καιρός άλλαξε τα βρεγμένα ρούχα του, φορώντας ένα ζεστό ήλιο. Το ακριβό τζιπ μπήκε θυμωμένα στην αυλή και τα 250 άλογα σώπασαν όταν ο οδηγός γύρισε τη μίζα. Ένας μελαχρινός ώριμος άντρας βγήκε από το όχημα και κατευθύνθηκε προς το σπίτι. Ήταν γύρω στα πενήντα πέντε και οι ρυτίδες ίσα που είχαν εμφανιστεί στο όμορφο πρόσωπο του. Ο Μιχάλης Αναγνωστόπουλος ήταν ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας, σύζυγος και πατέρας. Τίποτα δεν μπορούσε να απειλήσει την ευτυχία της οικογένειας του, να τον παρασύρει σε ένα λάγνο παιχνίδι εξουσίας. Ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν, τι μπορούσε να επιτύχει και τι όχι. Λάτρευε τις κόρες του όσο τίποτα άλλο στη ζωή, γι αυτές προσπαθούσε να δημιουργήσει τον οικονομικό κολοσσό της αλαζονείας του. Ήταν όμως εκκεντρικός χαρακτήρας, σκοτεινός και αδυσώπητος. Άραγε εξασφάλιζε μια μελλοντική άνετη ζωή για τα παιδιά του, ή χόρταινε την υπεροπτική σαπίλα του εγώ, σκοτώνοντας τις ερινύες που τον κυνηγούσαν; Ποιος μπορούσε να τον κρίνει, να τον δικάσει, να του πει ότι είναι βρόμικος, έκφυλος; Ποιος, όταν ολόκληρη η χώρα ζούσε με το μητρικό γάλα της διαφθοράς; Το σπίτι μοσχοβολούσε ζεστασιά, αγάπη και ο Μιχάλης προχώρησε προς το σαλόνι κρατώντας ένα μπουκάλι κρασί. Στάθηκε για λίγο σιωπηλός πίσω από τη σύζυγο του, την όμορφη Αγγελική, και την κοίταζε ελευθερώνοντας κύματα ευτυχίας. Οι αναμνήσεις γαργάλησαν για μια στιγμή τα ελάχιστα συναισθήματά του κι εκείνος αντέδρασε αμέσως, θυμήθηκε τον έρωτά τους, το πρώτο φιλί, το πρελούδιο της μεγάλης αγάπης. Προσπάθησε πολύ σκληρά για να κερδίσει την καρδιά της, αν και μέσα του ήξερε πως καμιά δεν μπορούσε να αντισταθεί στη φουσκωμένη τσέπη του. Ωστόσο εκείνη ήταν γι αυτόν η μια, η ξεχωριστή, η τέλεια. Την είχε γνωρίσει σε μια εκδήλωση και ερωτεύτηκαν παράφορα. Η Αγγελική εκείνο το διάστημα ήταν χαμένη, πικραμένη και μια μεγάλη στενοχώρια βάραινε την ψυχή της. Μια στενοχώρια που κατάφερε να κρύψει καλά, αυτή και η οικογένειά της. Ο Μιχάλης έγινε η σανίδα σωτηρίας της και η γέννηση των παιδιών της επούλωσε τις πληγές. Το χτύπημα του τηλεφώνου επανέφερε τον ονειροπόλο άνδρα.  Έπιασε το ακουστικό και απάντησε χαμηλόφωνα.
 
03   Το απογευματινό αεράκι δρόσισε τις γειτονιές του Παγκρατίου. Ένας ευγενικός κύριος σκούπιζε το δρόμο και χαμογελούσε στους περαστικούς. Τι ζεστή γειτονιά, τι όμορφος κόσμος;  Παρά τα προβλήματα, παρά την κρίση, εκείνοι το πάλευαν με νύχια και με δόντια. Έδιναν αγάπη απλόχερα, προσπαθούσαν να μείνουν ενωμένοι απέναντι στα εχθρικά πυρά της Ευρώπης. Υπήρχαν βέβαια και κάποιοι καμπόσοι που έβγαζαν δηλητήριο από τη μαύρη ψυχή τους. Σε αυτή τη γειτονιά όμως ήταν ελάχιστοι, σχεδόν ανύπαρκτοι.  Ένας νεαρός άντρας βγήκε από το σπίτι του και προχώρησε προς τη μηχανή του. Σήκωσε το χέρι και χαιρέτησε τους γείτονες, αφήνοντας μια γλυκιά μελαγχολία να πνίξει τις ερωτευμένες κοπέλες, που ποθούσαν την αγάπη του. Ο Στέφανος ήταν το πιο όμορφο παλικάρι της γειτονιάς. Είχε κλείσει τα τριάντα και προσπαθούσε να ορθοποδήσει μετά τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπισε αυτός και οι γονείς του. Το γυμνασμένο του κορμί και το αξύριστο πρόσωπο, αιχμαλώτιζαν κάθε θηλυκό που ονειρευόταν το απόλυτο αρσενικό. Τα καστανόξανθα μαλλιά και τα πράσινα μάτια, ολοκλήρωναν το πορτρέτο ενός γοητευτικού, ποθητού άντρα. Παρά τις επιτυχίες, παρά τα θετικά σχόλια για τον υπέροχο χαρακτήρα, εκείνος είχε μάτια μόνο για δυο θηλυκά. Τη μηχανή του, την κόκκινη Yamaha YZF-R1 και την κοπέλα του Χριστίνα, με την οποία είχαν δεσμό τέσσερα χρόνια. Το ερωτευμένο ζευγάρι έκανε μελλοντικά σχέδια, αλλά η απόλυση του Στέφανου βύθισε στην άβυσσο το όνειρο της συμβίωσης, της απόκτησης ενός απογόνου. Η Χριστίνα ήταν γλυκό πλάσμα και στήριξε το πληγωμένο αγόρι της, έμεινε καρτερικά δίπλα του και περίμενε τη λαμπρή μέρα που θα ερχόταν σύντομα. Ο Στέφανος κοίταξε το ρολόι του και αφού μουρμούρισε, φόρεσε το κράνος τσαπατσούλικα. Ο βρυχηθμός της σαλεμένης μηχανής αναστάτωσε τους γείτονες, διέκοψε για λίγο τη γαλήνη τους και έπειτα χάθηκε στο βάθος.  Οι δυο τροχοί έκαναν ένα ερωτικό μασάζ στην τραχιά άσφαλτο, αφήνοντας τα σημάδια της ηδονής να ζωγραφίζουν την πορεία του θηρίου. Η αεικίνητη μηχανή πέρασε ξυστά δίπλα από τα βαριεστημένα αυτοκίνητα, που περίμεναν στο φανάρι και μπήκε με νεύρο στη λεωφόρο βασιλέως Κωνσταντίνου.
 
04   Η Αγγελική κούρνιαζε στην αγκαλιά του Μιχάλη και τον έσφιγγε με δύναμη προσπαθώντας να νιώσει ασφάλεια. Τα μάτια της τρεμόπαιξαν για μερικά δευτερόλεπτα κι έπειτα στράφηκαν φοβισμένα προς το πρόσωπο εκείνου. Ήθελε να του πει την αλήθεια, να ζητήσει συχώρεση, να παρακαλέσει αν χρειαστεί για οίκτο. Όμως η γλώσσα δεν μπορούσε να υπακούσει στις επιθυμίες, να ξεστομίσει κάτι που κράτησε καλά κρυμμένο για πολύ καιρό. Έγειρε το κεφάλι της στον ώμο του και έκλεισε τα μάτια, θυμήθηκε εκείνη τη στερνή φορά που κράτησε στα χέρια της το Στέφανο, που του χάρισε το στερνό φιλί του Ιούδα και χάθηκε με τα τριάντα αργύρια της ξεφτίλας. Μια γρήγορη σκέψη πρόσβαλε την ατσαλάκωτη εικόνα της. «Είμαι φτηνή, είμαι μια άκαρδη σκύλα, μια βολεμένη που μένει στα πλούτη, αδιαφορώντας για εκείνο το αγόρι που δεν πρόλαβε να του πω σ' αγαπώ»; Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της και πρόδωσε τη στενοχώρια της γυναίκας. Ο Μιχάλης κοίταξε έκπληκτος και σκούπισε με το χέρι του το ορφανό δάκρυ της απελπισίας.
- Τι έπαθες; ρώτησε και ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι με το κρασί. Η Αγγελική συνήλθε απότομα από το λήθαργο της μελαγχολίας και  διόρθωσε αμήχανα τα μαλλιά της.
- Τίποτα αγάπη μου, να, ξέρεις, σκεπτόμουν πόσο τυχερή είμαι που έχω εσένα και τα κορίτσια. Σιωπή για μερικά δευτερόλεπτα. Ο άντρας πέρασε τα χέρια του στη μέση της και φίλησε το μέτωπό της.
- Ξέρω ότι δεν ήμουν πρότυπο συζύγου, ούτε σου αφιέρωσα όσο χρόνο σου αξίζει, αλλά προσπάθησα σκληρά να σε κρατήσω ψηλά, στο θρόνο της βασίλισσας, της γυναίκας μου. Εσύ και τα παιδιά είστε η δύναμη μου. Αγκαλιάστηκαν με πάθος και χάθηκαν στις αχανείς εκτάσεις της αγάπης τους. Η Αγγελική άφησε τα αναθεματισμένα κύματα του εγωισμού να βουλιάξουν τα συναισθήματά της και για μερικά λεπτά ξεφορτώθηκε τις έννοιες, τα παιδιά, τη φαινομενικά όμορφη ζωή της. Το είχε ανάγκη, το ήθελε πολύ. Έπλασε με το μυαλό της ένα ξεχωριστό μέρος, με όμορφες ακρογιαλιές, με γαλαζοπράσινα νερά και χρυσές αμμουδιές. Η εξωτική μυρωδιά μεθούσε την ηδονή για εξερεύνηση, την επιθυμία για εκτόνωση. Η γυναίκα επέστρεψε βίαια στο χλιδάτο αρχοντικό της και έσβησε τις όμορφες εικόνες της απόδρασης. «Η αυριανή μέρα θα είναι δύσκολη» σκέφτηκε και βγήκε στην αυλή. Οι ώρες που θα συναντούσε το νεαρό άντρα κυλούσαν αργά, βασανιστικά, τιμωρώντας την ελεεινή γυναίκα.
 
05   Σε μια παραλία του Αλίμου, η κόκκινη Yamaha στεκόταν σιωπηλή πάνω στην ψιλή αμμουδιά και ξεκούραζε τα εκατόν ογδόντα άγρια άλογα. Η νύχτα είχε σκορπίσει σκοτάδι και το ντροπαλό φεγγάρι προσπαθούσε να φωτίσει τις ερωτευμένες καρδιές. Ο Στέφανος ήταν ξαπλωμένος πάνω σε μια ξαπλώστρα και χάζευε τ' αστερία πλάι στη Χριστίνα. Η ήσυχη θάλασσα έστελνε το απαλό κύμα να γλύψει την ακτή και να επιστρέψει πίσω, να της φέρει γεύσεις από τον έξω κόσμο. Το ζευγάρι ερχόταν συχνά σε αυτή την παραλία, τους άρεσε να γεύονται γαλήνη, ομορφιά, αλμύρα. Η κοπέλα έπιασε σφιχτά το χέρι του καλού της και μίλησε.
- Έφτασε λοιπόν η μέρα που περίμενες εδώ και καιρό. Αύριο θα συναντήσεις τη γυναίκα εκείνη που σε άφησε μόνο, που σου αρνήθηκε την αγάπη. Γιατί, γιατί μπλέκεις σε αυτό το ανόητο παιχνίδι, γιατί ψάχνεις στα συντρίμμια να βρεις απαντήσεις; Θα πληγωθείς. Ο Στέφανος σήκωσε το μισό του σώμα και κοίταξε στο βάθος τη θάλασσα.
- Αυτή η γυναίκα δε σημαίνει τίποτα για εμένα πλέον. Θέλω να μάθω όμως γιατί φέρθηκε τόσο σκάρτα… Έχω πολλά κενά μέσα μου, πολλές ερωτήσεις, που μόνο αυτή θα απαντήσει.
- Ίσως έχει σύζυγο, παιδιά, θα μπορούσες να αντέξεις την απόρριψη; Η Χριστίνα σηκώθηκε και προχώρησε με κλάματα προς τη θάλασσα. Πίσω της, ο Στέφανος άνοιξε την αγκαλιά του και έκλεισε μέσα της το μικροκαμωμένο σώμα. Έπιασε με πάθος τα μάγουλα της και τη φίλησε.
- Εσύ είσαι η γυναίκα μου ό,τι και να γίνει, ό,τι και αν πάθω. Δε σ’ αλλάζω, ζωή μου, σε λατρεύω. Ένα αστέρι χάραξε για μερικά δευτερόλεπτα τη μαυρίλα του ουρανού και έσβησε μέσα στην αγκαλιά της νύχτας. Το ζευγάρι έμεινε για λίγα λεπτά αγκαλιασμένο μέσα στη θάλασσα και άφηνε το ανάλαφρο κύμα να βρέχει τα πόδια του. Ο Στέφανος ένιωσε ένα τρέμουλο, ένα σκίρτημα και επέτρεψε στο αδηφάγο άγχος να επιτεθεί χωρίς μάχη. Φοβήθηκε να αντικρίσει την αλήθεια, να βγάλει αυτό που έκρυβε μέσα του, να φωνάξει δυνατά. Αν η Χριστίνα είχε δίκιο, θα μπορούσε να αντέξει την απόρριψη, να πετάξει πέρα μακριά; Τι διάολο του συνέβαινε; Σήκωσε το χέρι του και κοίταξε το ρολόι. Ήταν περασμένες δυο. Μάζεψαν τα πράγματά τους και προχώρησαν χέρι χέρι προς τη μηχανή.  
 
06   Η νύχτα κύλησε γρήγορα και κατευθύνθηκε για άλλες γειτονιές, παραχωρώντας το θρόνο του ουρανού στον ήλιο. Οι ακτίνες του έπεφταν με υπερηφάνεια στη γη, προσπαθούσαν να ζεστάνουν τις παγωμένες επιθυμίες των εγωκεντρικών ψυχών. Για μια στιγμή η καυτή μπάλα απέκτησε ζωή, συνείδηση και μίλησε με την καυτερή γλώσσα της οργής. «Τι σαπίλα είναι αυτή, τι βρομιά κυβερνά αυτό τον ευγενικό πλανήτη που χάρισε απλόχερα ζωή; Η αηδία της ανθρώπινης παραφροσύνης μου προκαλεί θυμηδία. Πρωταγωνιστούν σε ένα μακάβριο παιχνίδι εξουσίας, αδιαφορούν για το μέλλον και επαναπαύονται αγγίζοντας τη θεία δύναμη της φύσης». Ο ήλιος σώπασε και κοίταξε εκείνη τη γυναίκα που προχωρούσε λυπημένη στους άδειους δρόμους της Αθήνας. Ένιωσε τον πόνο της, την αναστάτωση, το μπέρδεμα, τη σύγκρουση και τη λυπήθηκε. Έστειλε μερικά σύννεφα να καλύψουν τις καυτές ακτίνες του, να χαρίσουν δροσιά, να πάρουν για λίγο τη στενοχώρια. Η Αγγελική κοίταξε ψηλά και ένιωσε περίεργα, παράξενα, πρωτόγνωρα, σα να της μίλησε κάποια οντότητα ανώτερη από αυτή. Ήταν μαζί της, της ψιθύρισε κουράγιο. Τρόμαξε για λίγο και σκέφτηκε «τρελαίνομαι» μετά επιτάχυνε το βάδισμα. Είχε δώσει ραντεβού με το νεαρό άντρα σε μια καφέ μακριά από τα δικά της μέρη, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Όμως δεν ένιωθε ασφαλής, δεν μπορούσε. Έφτασε μερικά λεπτά νωρίτερα από το ραντεβού. Έκατσε στο γωνιακό τραπέζι και κοίταξε τον κατάλογο. Πάντα φυσικό χυμό έπαιρνε, σιχαινόταν τον καφέ σε όλες τις μορφές του, αλλά εκείνη την ημέρα είπε να κάνει μια εξαίρεση. Χρειαζόταν καφεΐνη για να ξυπνήσει, να πάρει κουράγιο. Ο σερβιτόρος την καλημέρισε με ένα ζεστό χαμόγελο. Εκείνη ήταν ψυχρή, αδιάφορη, διάβαζε και προσπαθούσε να κάνει τη σοφή επιλογή. Χαμένη στις επιλογές, θυμήθηκε την κόρη της, που την παρότρυνε να δοκιμάσει freddo. Κοντοστάθηκε για λίγο… «Είναι αυτά για την ηλικία μου»; Σκέφτηκε και έμεινε αναποφάσιστη. Σήκωσε το βλέμμα της και τόλμησε να παραγγείλει τον αναθεματισμένο καφέ. Κοίταξε γύρω της τον ελάχιστο κόσμο που προχωρούσε και έπιασε το smart phone  για να ελέγξει τα μηνύματα. Ο freddo έφτασε περιποιημένος και κάθισε στο τραπεζάκι μπροστά από τη γυναίκα. Έβγαλε ένα χαρτονόμισμα, πλήρωσε τον ευγενικό σερβιτόρο και κοίταξε περίεργα το ποτήρι. Το στριφογύρισε για να ελέγξει όλες τις πλευρές του και άγγιξε με τα χείλη της το περίεργο καλαμάκι. Η πρώτη ρουφηξιά έφερε αηδία, πίκρα και η Αγγελική θέλησε να το φτύσει, αλλά οι καλοί της τρόποι την ανάγκασαν να καταπιεί. Η κόκκινη Yamaha σταμάτησε έξω από το μαγαζί και το στομάχι της γυναίκας σφίχτηκε, ανακατεύτηκε. Ήταν αυτός!
 
07   Ο Στέφανος κατέβηκε από το ήρεμο θηρίο και προχώρησε προς το μαγαζί. Εκείνη έσφιξε τις γροθιές και η συγκίνηση επιτέθηκε χωρίς οίκτο. Αυτός είναι, σκέφτηκε κοφτά και έπιασε το στήθος για να ελέγξει την καρδιά που κόντευε να σπάσει. Είναι τόσο όμορφος, τόσο αγγελικά πλασμένος. Σκούπισε τα μάτια της και σήκωσε τρομαγμένα το χέρι. Ο νεαρός άντρας κοίταξε γύρω του και το βλέμμα εντόπισε το στόχο. Κοντοστάθηκε για λίγο, στραβοκατάπιε και άφησε το θάρρος να τον οδηγήσει στην αλήθεια. Η Αγγελική δεν άντεξε, δεν μπορούσε να ελέγξει τα συναισθήματα και αγκάλιασε σφιχτά το Στέφανο. Τον έσφιγγε με δύναμη και ψιθύριζε «αγόρι μου», «ψυχή μου» Εκείνος έμενε αμέτοχος, παγερός, αδιαφορούσε για τα κλάματα, τον ένοιαζε μόνο να μάθει το γιατί. Έπιασε απαλά τη γυναίκα και την απομάκρυνε από πάνω του. Το παγόβουνο χτύπησε με μίσος και η Αγγελική βούλιαξε στα κρύα νερά χωρίς σωσίβιο. Δεν περίμενε αυτή την αντίδραση, δεν πίστευε πως το αγόρι θα ήταν τόσο σκληρό απέναντι της. Μπορούσε να δεχτεί τα λάθη της, αλλά μια αγκαλιά, μια απλή, λυτή, όμορφη αγκαλιά, μπορούσε να της χαρίσει. Δεν κόστιζε πολλά. Κατέβασε το πρόσωπο της και κάθισε αργά στην καρέκλα. Ο Στέφανος προσπάθησε να ηρεμίσει από την ένταση. Έμεινε όρθιος και μίλησε πρώτος.
- Ώστε λοιπόν εσύ είσαι. Εσύ, η δειλή γυναίκα που με γέννησε, που με παράτησε στο ίδρυμα. Γιατί, μόνο αυτό απάντησε μου και θα φύγω βιαστικά, γιατί το έκανες; Η Αγγελική σκούπισε τα δάκρυα και σήκωσε το πρόσωπο για να αντιμετωπίσει το γιο της.  
- Είσαι πολύ σκληρός Στέφανε, άδικος, επιτίθεσαι χωρίς να ξέρεις και πληγώνεις μια γυναίκα που νιώθει απαίσια. Άφησε με να σου εξηγήσω, να σου πω την αλήθεια. Έχω δικαίωμα.
- Δεν έχεις κανένα δικαίωμα. Δικαίωμα έχουν μόνο οι γονείς μου. Οι υπέροχοι γονείς μου, που με αγκάλιασαν πραγματικά, που μου χάρισαν ζεστασιά, που με αποκάλεσαν παιδί τους. Αν ένα παιδί θεωρείται σκληρό και άδικο επειδή  επιτίθεται στη γυναίκα που τον παράτησε, τότε πες μου, τι θεωρείται μια μάνα που πετάει το νεογέννητο παιδί της σε ίδρυμα;
- Αν είναι να με προσβάλεις και να με μειώνεις, θα αποχωρήσω.
- Εμπρός κάντο, φύγε και ρίξε τις ευθύνες σε εμένα, είσαι καλή σε αυτό.  
- Νομίζεις ότι ήθελα να το κάνω; Πάλεψα να σε κρατήσω, αλλά οι γονείς μου δεν μπορούσαν να δεχτούν ένα εξώγαμο. Ήμουν μόλις δεκαεννέα χρονών, τι θα έλεγε ο κύκλος μας, ποιος θα με παντρευόταν; Ο πατέρας με ανάγκασε για το καλό της οικογένειας να σε δώσω για υιοθεσία. Εγώ δεν..
- Εγώ δεν! Αυτό κρατάω κυρία Αναγνωστοπούλου. Το εγώ, αυτό ήταν που σε ανάγκασε να με δώσεις, όχι ο πατέρας. Είναι κρίμα, γιατί πίστεψα για μια στιγμή ο ηλίθιος ότι αξίζεις μια ευκαιρία. Λυπάμαι για το χρόνο που ξόδεψα, για τη στενοχώρια που προκάλεσα στους δικούς μου ανθρώπους, λυπάμαι, που είσαι η πραγματική μου μάνα. Ο Στέφανος γύρισε και προχώρησε προς την έξοδο. Δεν άντεχε άλλο να βλέπει αυτή τη γυναίκα, να ακούει τις άχρηστες δικαιολογίες της. Πήρε τις απαντήσεις του και αυτό αρκούσε.    
 
08   Η Αγγελική ένιωσε φτηνή, ένοχη και ξέσπασε σε κλάματα. Έτρεξε πίσω του προσπαθώντας να σώσει την τελευταία σταγόνα αγάπης. Έπιασε το μπράτσο του και το τράβηξε με όση δύναμη είχε για να σταματήσει. Τον κοίταξε στα μάτια, του επιβλήθηκε και μίλησε.
-Στάσου σε παρακαλώ. Μη φεύγεις, συχώρεσέ με, άσε με να σου εξηγήσω λίγα πράγματα. Μόνο να καταλάβεις ότι μετάνιωσα πραγματικά και σε αγαπώ. Ο Στέφανος ένιωσε περίεργα ακούγοντας μια δυνατή λέξη όπως το «αγαπώ» να βγαίνει από τα χείλη της. Κάθισαν στο παγκάκι δίπλα στη μηχανή και της έδωσε την ευκαιρία να εξομολογηθεί. Εκείνη έγλυψε τα χείλη και έπιασε το χέρι του τρυφερά.
-  Μεγάλωσα σε μια ευκατάστατη οικογένεια. Ο πατέρας μου ήταν αυστηρός, μα και έντιμος άνθρωπος. Βοηθούσε τους πάντες και ο κόσμος τον σέβονταν. Μεγάλωσε εμένα και την μεγαλύτερη αδελφή μου με ήθος. Δε μας έλειψε ποτέ τίποτα, ή τουλάχιστον έτσι πιστεύαμε, μέχρι που μπήκαμε στην εφηβεία και θελήσαμε να μάθουμε τι είναι η αγάπη, ο έρωτας. Ήταν περίπου πριν τριάντα χρόνια. Ήμουν ένα άμυαλο, άβγαλτο κοριτσάκι που προσπαθούσε να εντυπωσιάσει, να κλέψει την παράσταση. Είχαμε πάει διακοπές στο πατρικό της μητέρας μου, στα Χανιά. Ένα βράδυ, βγήκαμε στα κλεφτά με τα ξαδέλφια μου και καταλήξαμε σε μια παραλία. Καθόμασταν γύρω από τη φωτιά και γελούσαμε, παίζαμε, σαχλαμαρίζαμε. Ήταν πολύ ζεστή ατμόσφαιρα και για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα ελεύθερη, μακριά από τον αυστηρό πατέρα. Ένας όμορφος νεαρός με πλησίασε και συστήθηκε. Λευτέρης, μου είπε και έκατσε με θράσος δίπλα μου. Φλερτάραμε άτσαλα, σχεδόν βριστήκαμε, μα μέσα μας έκαιγε το πάθος, η λαχταρά για περιπέτεια. Μόλις είχε απολυθεί από το στρατό και έψαχνε δουλειά στη γενέτειρά του. Ερωτεύτηκα τους τρόπους του, τη μεγαλοψυχία, το βελούδινο φιλί του. Ω, ναι! Φιλούσε υπέροχα και δε χόρταινα να κουρνιάζω στην αγκαλιά του. Τον έβλεπα σχεδόν κάθε μέρα στα κλεφτά και κάναμε όνειρα, έλεγε πως θα έρθει να με ζητήσει από τον πατέρα μου, να με κάνει γυναίκα του. Πιτσιρίκι ήμουν και πίστεψα τα λόγια χωρίς να σκεφτώ ότι η ζωή δεν είναι ένα παραμύθι με ευτυχισμένο τέλος, ένα «Και έζησαν αυτοί καλά»... Σύντομα οι διακοπές τελείωσαν και με κλάματα στα μάτια τον αποχαιρέτησα, του έδωσα το τελευταίο φιλί. Εκείνος με έσφιγγε στην αγκαλιά του και μου έλεγε πως θα έρθει στην Αθήνα να με βρει. Έφυγα από την Κρήτη αρχές Αυγούστου. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, ο Λευτέρης εμφανίστηκε από το πουθενά και ένα κύμα ευτυχίας με ταξίδεψε σε ερωτευμένους ωκεανούς αγάπης. Είχε βρει δουλειά στην οικοδομή και έμενε σε μια θεια του, μακριά από το δικό μου σπίτι. Η κρυφή μας σχέση προχώρησε γρήγορα και μέσα σε λίγους μήνες έχασα ό,τι πιο πολύτιμο είχα, την αθωότητά μου. Ο Λευτέρης ήταν πολύ καλό παιδί, ήρθε αμέσως να με ζητήσει από τον πατέρα, αλλά εκείνος αντί για ευχή έδωσε κατάρα. Τον απείλησε, τον έδιωξε και με χτύπησε. Στο κορμί μου υπάρχει ακόμη αποτυπωμένη η οργή του, το άδικο ξέσπασμα σε ένα ανυπεράσπιστο κορίτσι που έκανε το έγκλημα να ερωτευθεί. Με εξόρισε, με έριξε στην πυρά και φρόντισε να σβήσει τα ίχνη μου. Με έστειλε στην αδελφή του, ψηλά στην Αλεξανδρούπολη. Όμως μέσα μου, ένα κομμάτι του Λευτέρη έμεινε καλά κριμένο. Ήσουν εσύ, ο καρπός της αγάπης μας, το πλασματάκι που άλλαξε τη ζωή μου.
 
10   Η εγκυμοσύνη μου ήταν πολύ καλή και όταν το κατάλαβε η θεία Δέσποινα ειδοποίησε αμέσως τον πατέρα. Εκείνος με ανάγκασε να κάνω έκτρωση, να σε σκοτώσω, αλλά ήμουν ήδη πέντε μηνών και δε γινόταν αυτό. Ο γιατρός ήταν κάθετος. «Πρέπει να γεννήσει, μετά βλέπετε τι θα το κάνετε». Πίστεψα στο θαύμα, στη δύναμη της αγάπης μας. Άγγιζα απαλά την κοιλιά μου και σου μιλούσα, σου ψιθύριζα, σου τραγουδούσα. Περίμενα με αγωνία την ώρα που θα σε έσφιγγα στην αγκαλιά μου, που θα σου χάριζα το πρώτο φιλί. Ο Λευτέρης φυσικά δεν ήξερε τίποτα, έχασε τα ίχνη μου και προχώρησε τη ζωή του. Όταν γέννησα αντιμετώπισα εχθρικά πυρά και απειλές. «Αν δε το δώσεις για υιοθεσία», έλεγε ο πατέρας, «θα μάθουν όλοι ότι είσαι μια πόρνη με εξώγαμο, θα σε αποκληρώσω»! Στην αρχή δε φοβήθηκα. Γύρισα στην Αθήνα και με λαχτάρα έτρεξα να βρω το Λευτέρη. Δυστυχώς όμως, ήταν σε άλλη αγκαλιά. Τον είδα από μακριά να φιλάει μια κοπέλα και έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Έπραξα απερίσκεπτα και δεν πήγα να του μιλήσω, να του πω για εσένα. Ένιωσα μόνη, χωρίς κανέναν στο πλάι μου και φοβήθηκα Στέφανε, φοβήθηκα πως η ζωή σου θα ήταν άθλια μαζί μου, πως θα σε αντιμετώπιζαν ως το νόθο παιδί της πόρνης. Ο πατέρας μου υποσχέθηκε πως θα σε έδινε σε μια ξαδέλφη του και θα μπορούσα να σε βλέπω που και που. Μου είπε ψέματα, με κορόιδεψε και χωρίς να το ξέρω, υπέγραψα τα χαρτιά που σε έπαιρναν για πάντα από κοντά μου. Τον μίσησα πολύ γι αυτό που έκανε και ήμουν χάλια ψυχολογικά για πολύ καιρό, ώσπου μπήκε στη ζωή μου ο Μιχάλης Αναγνωστόπουλος, ο σύζυγός μου. Με έκανε να ξεχάσω το μίσος και να συγχωρέσω τον πατέρα. Δεν τόλμησα να του πω ποτέ για εσένα, ήμουν σίγουρη ότι θα με έδιωχνε, θα με θεωρούσε άτιμη. Παντρευτήκαμε, κάναμε δυο παιδιά και προχωρήσαμε ο ένας δίπλα στον άλλο. Αυτός πιστός φύλακας κι εγώ μια άθλια ψεύτρα, μια ελεεινή που δε βρήκε ποτέ το θάρρος να ψάξει το γιο της, να πει στην οικογένειά της την αλήθεια. Ένα χρόνο μετά την γέννηση της δεύτερης κόρης μου, συνάντησα τον πατέρα σου, ο οποίος είχε μάθει για εσένα και έψαχνε να σε βρει. Ήταν τόσο γλυκός, τόσο ήρεμος, μου μιλούσε ευγενικά και ρωτούσε για εσένα. Εγώ όμως ήμουν μια παντρεμένη κυρία και δεν μπορούσα να ρισκάρω να με σχολιάζει ο κόσμος. Του μίλησα άσχημα, του είπα ότι σε έδωσα για υιοθεσία, ότι σε μισούσα. Εσένα, το μικρό μου αγγελούδι. Τι ανόητη ήμουν, πόσο εγωιστικά φέρθηκα! Ο Λευτέρης έφυγε με χαμόγελο και μου απέδειξε πόσο σπουδαίος άνθρωπος ήταν. Έψαξε να σε βρει και μετά από λίγα χρόνια ο καρκίνος τον πήρε μακριά. Έκανα λάθη αγόρι μου, αλλά δεν έκαψα να σε αγαπώ.
 
   Ο Στέφανος σκούπισε τα υγρά του μάτια και σοκαρισμένος προχώρησε προς τη μηχανή του. Κοίταξε τη γυναίκα που προσπαθούσε να τον πείσει ότι ήταν η μάνα του και έπιασε το κράνος.
- Φεύγεις; είπε η Αγγελική και περίμενε μια απάντηση.
- Ήταν λάθος να έρθω να σε βρω, να ακούσω τα κίβδηλα λόγια σου. Ήμουν ο γιος σου κάποτε, τότε που με κουβαλούσες για εννέα μήνες μέσα σου κι σ' ευχαριστώ γι αυτό. Τώρα όμως είμαι ένας ξένος.
- Σε παρακαλώ, μην κάνεις το ίδιο λάθος με εμένα, μη με εγκαταλείπεις, όχι τώρα που σε βρήκα. Θα μιλήσω σιγά σιγά στο Μιχάλη και τα παιδιά, θα είμαστε μια όμορφη οικογένεια. Δώσε μου λίγο χρόνο.
- Σου έδωσα τριάντα χρόνια, φώναξε θυμωμένος ο Στέφανος και έσφιξε τις γροθιές του. Ακόμη και τώρα, στο τέλος, προσπαθείς να επουλώσεις τις πληγές σου, να πάρεις εξιλέωση. Γι αυτό φεύγω μακριά, κυρία Αναγνωστοπούλου. Ήταν το εγώ σου που με πρόδωσε τότε, το ίδιο που παλεύει τώρα να κερδίσει το τρόπαιο μιας χαμένης αγάπης. Γι αυτό με θέλεις στη ζωή σου, επειδή σου θυμίζω εκείνον που έδιωξες, τον πατέρα μου.
- Πάψε, πάψε, πως μπορείς και μιλάς έτσι; Είμαι η μάνα σου.
- Τη μάνα μου τη λένε κυρία Ευγενία και μένει στο Παγκράτι. Εσύ είσαι απλά ένα όνομα στο φύλλο υιοθέτησης. Ένα φάντασμα που τελικά μεταμορφώθηκε σε γάγγραινα ψυχής. Εύχομαι να είσαι καλά, εσύ και η οικογένειά σου. Αυτά θα είναι τα τελευταία μου λόγια. Σε συγχωρώ για ότι έκανες. Αντίο! Ο νεαρός άντρας φόρεσε το κράνος και έβαλε εμπρός το σαλεμένο, κόκκινο κτήνος του. Οι ρόδες τρίφτηκαν βίαια στην άσφαλτο και η μηχανή χάθηκε στο βάθος μουγκρίζοντας από πόνο. Η Αγγελική γονάτισε και ξέσπασε σε λυγμούς. Ήξερε πως ήταν η τελευταία φορά που έβλεπε τον όμορφο γιο της και αυτό τη σκότωνε. Οι περαστικοί μαζεύτηκαν γύρω της. «Είστε καλά κυρία, χρειάζεστε κάτι»; Ένα ζεστό αεράκι δρόσισε με ειρωνεία το πρόσωπο της γυναίκας και την επανέφερε ροκανίζοντας τις σκόρπιες σκέψεις. «Έφυγε», μουρμούρισε, «έφυγε και δεν πρόλαβα να τον ρωτήσω αν είναι ευτυχισμένος, αν πέρασε καλά παιδικά χρόνια, αν, αν, αν»…
 
John Emmans
 

Άρθρα & Συνεντεύξεις

Facebook Comments