Άρθρα & Συνεντεύξεις

Μια δυνατή λέξη από τα παλιά, αφιερωμένη σε εσένα!

 
dynatilexi01   Τα χρόνια πέρασαν πολύ γρήγορα κι εμείς αλλάξαμε, βουλιάξαμε στις επιθυμίες που μας επέβαλε η νέα μας ζωή και χάσαμε την αίσθηση, την ουσία, το να ερωτεύεσαι παράφορα, να δίνεσαι απλόχερα. Εγώ, από ένα αδαές, άσημο αγόρι, μεταμορφώθηκα σε ένα πανίσχυρο άντρα, που τρέφεται με την απληστία, την υπεροψία και που – τρομακτικά μόνος του – κρύβεται στο σκοτάδι. Επέλεξα να στύβω δυνατά τη ζωή, να πίνω με λαιμαργία χαρές και να φτύνω λύπες. Έπαψα να είμαι τρυφερός, ευαίσθητος, ρομαντικός και έγινα ένας αδίστακτος πολέμαρχος της λογικής. Εσύ, από μια δροσερή, εύθυμη κοπέλα, μεταμορφώθηκες σε μια σκληρή επαγγελματία, μια γυναίκα που έζησε έντονα χαρές και λύπες. Ακολούθησες το μονοπάτι εκείνο που χάραξε ένα αδυσώπητο κενό στην ψυχή σου, το μονοπάτι εκείνο που νόμιζες ότι θα σου δώσει λαμπρή σταδιοδρομία. Θυμάμαι αμυδρά το χαμόγελό σου, εκείνο που κάποτε μου έδινε ωκεανούς ευτυχίας, εκείνο που κάποτε ήταν μόνο για εμένα. Θυμάμαι το χαμόγελό σου και αναρωτιέμαι, γιατί, γιατί άφησες τα χρόνια να σε κρατήσουν μακριά μου; Ήταν η νεανική ανωριμότητα, η λαχταρά του να ανακαλύπτω ή μήπως μια σοφή κίνηση, ένα αέρινο χάδι, για να κρατήσει το πάθος ζωντανό, να μας ενώνει νοητά σε ένα γαλάζιο όνειρο; Ζήσαμε όμορφα μαζί και έχω να θυμάμαι από εσένα «απαλές» αναμνήσεις. Άλλες γλυκόπικρες, άλλες νόστιμες κι άλλες άγευστες. Μικρές δικές μας ιστορίες, βγαλμένες από μια αθώα εποχή. Παραδέχομαι ότι σε σκέπτομαι συχνά και προσπαθώ να φανταστώ πώς θα ήμασταν σήμερα μαζί. Ένα ευτυχισμένο, παντρεμένο ζευγάρι, με κουτσούβελα, δυο αγαπημένοι φίλοι, δύο εραστές; Σχεδόν αμέσως μετανιώνω, κάνω πίσω και δειλά με οικτίρω  που έδωσα μια σταγόνα όμορφης αισιοδοξίας στα συντρίμμια μιας ξεχασμένης αγάπης. Φαντάζομαι πως όλα έγιναν για κάποιο λόγο. Εσύ εκεί, ελάχιστα χιλιόμετρα μακριά από εμένα, αφήνεσαι στο ταλέντο που έχεις και ζωγραφίζεις με τέμπερες κάθε άχρωμη, βαρετή στιγμή της ζωής σου. Προχωράς παρακάτω με μια ευκολία που ζηλεύω και θαυμάζω ταυτόχρονα. Εγώ εδώ, ελάχιστα κοντά στα θέλω σου, προσπαθώ να περισώσω τη σαθρή καρδιά μου συλλέγοντας εμπειρίες και υποκατάστατα αγάπης από περιστασιακούς έρωτες αηδίας. Όσο και αν αρνούμαι να το παραδεχτώ, όσο και αν κρύβομαι πίσω από τη γκροτέσκα μάσκα της υπεροψίας, πονάω πολύ. Πονάω που κατάντησα ένα ανδρείκελο, ένα σκοτεινό πλάσμα του υποκόσμου.

dynatilexi02   Μια λέξη ξεπηδά από το μυαλό μου και με θράσος καλύπτει το όνομά σου. Είναι μια απλή λέξη, ωστόσο, προσβάλει με χυδαιότητα εσένα, εμένα, αυτό που είχαμε, αυτό που έχουμε. Πιέζομαι και προσπαθώ να βρω μια διέξοδο, μια διαφορετική λέξη που να εξηγεί αυτό που είσαι για εμένα. Σιωπή. Το μυαλό αρνείται να συμμετέχει, επαναλαμβάνει την ίδια ''χυδαία'' λέξη και προστάζει να συνέλθω. Αφήνω τη λογική και πάλι να μιλήσει για εμένα, δίχως ντροπή, δίχως φόβο. Πρώην! «Η πρώην σου» μου ψιθυρίζει, ελευθερώνοντας ένα δυνατό τυφώνα, ικανό να παρασύρει στο πέρασμά του αναμνήσεις και να ξεριζώσει συναισθήματα. Όμως εσύ δεν ήσουν σαν εκείνες, τις άλλες, τις πολλές. Εσύ δεν έγινες ποτέ πρώην, γιατί πολύ απλά, δεν έπαψα ποτέ να σε νοιάζομαι, να σε θέλω, να σε ονειρεύομαι και να σε αγαπ... Όχι, διάολε, όχι αυτή τη λέξη. Όχι αυτή την εχθρικά ύπουλη λέξη, που στο όνομά της χιλιάδες έχουν σκοτωθεί, έχουν υποφέρει και διεκδίκησαν ένα κίβδηλο φιλί της ζωής. Μια λέξη που στις μέρες μας έχει χάσει το νόημα και εκπορνεύεται στο βωμό της ανθρώπινης νοσηρότητας. Κλείνω τα μάτια οργισμένος και ένα διάχυτο, ζεστό χάδι εισχωρεί από τις χαραμάδες του κορμιού μου, στέλνοντας το θυμό στον αγύριστο. Το βλέμμα στρέφεται προς το καθιστικό και η πασίδηλη χαρά δεν κρύβεται πλέον. Οι παλιές φωτογραφίες! Εκεί στέκουν, βαθιά μέσα σ’ ένα ντουλάπι, πεταμένες, τσαλακωμένες, άχρωμες και κρύες. Έχω χρόνια να τις δω, να αντικρίσω το παρελθόν, να γευτώ το γλυκό πόνο που τρέφει την ψυχή μου. Φοβάμαι να τις κοιτάξω, φοβάμαι να ζωντανέψω εικόνες και ήχους, φοβάμαι να επιστρέψω πίσω στα παλιά. Ξεθώριασαν; Δεν ξέρω, δε με νοιάζει, δε θέλω να μάθω ή μήπως θέλω; Άραγε εσύ μπήκες ποτέ στον πειρασμό να τις πιάσεις στα χέρια σου, να τις δεις, να θυμηθείς; Ανοίγω δειλά το ντουλάπι και τραβώ γεμάτος δέος τα άλμπουμ. Τα πιο γλυκά χρόνια της ζωής μου περνάν γρήγορα από μπροστά μου σαν τρέιλερ κινηματογραφικής ταινίας και ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα αγκαλιάζει τον κουρελιασμένο εαυτό μου. Φίλοι, τοποθεσίες, γέλια, σκανδαλιές, καυτά φιλιά, όλα κάνουν ένα σάλτο και με ευκολία κερδίζουν μια αλμυρή σταγόνα από τα μάτια μου. Σταματώ συγκινημένος και χαζεύω την καλύτερη φωτογραφία μας. Καλοκαίρι, κάπου στις αρχές του Αυγούστου, σε ένα παραθαλάσσιο χωριό. Μπορώ να μυρίσω τη θαλάσσια αύρα, να γευτώ την αλμύρα, να ακούσω τις φωνές του κόσμου. Είναι  περίπου δώδεκα το μεσημέρι και στεκόμαστε υπερήφανοι στην παραλία, εκεί που σκάει απαλά το κύμα. Εσύ φοράς το υπέροχο λευκό φόρεμά σου και έχεις τα χέρια ανοιχτά με ένα γλυκό χαμόγελο. Εγώ σε κρατώ αγκαλιά φορώντας μια βερμούδα κι ένα μαύρο t-shirt που μου είχες κάνει δώρο εσύ, το προηγούμενο βράδυ. Με κοιτάς στα μάτια και δεν χρειάζεται να πεις τίποτα. Το βλέμμα σου τα λέει όλα. Πίσω μας, το απέραντο γαλάζιο απλώνεται και χάνεται στο βάθος. Λάμπουμε από ευτυχία και τα δροσερά πρόσωπά μας συσσωρεύουν μεγάλες ποσότητες έρωτα.
 
dynatilexi03   Ζωγραφίζω ένα πλατύ, αρωματισμένο με δυόσμο, χαμόγελο και έρχομαι να σε βρω, να κλέψω μια πολύτιμη σταγόνα από το νέκταρ της καρδίας σου. Το αυτοκίνητο κινείται γρήγορα, αστραπιαία, και σχεδόν με οδηγεί μόνο του κάτω από το γνώριμο δρόμο του σπιτιού σου. Όλα μοιάζουν ίδια, τρυφερά όπως τότε, πριν από… από... πόσα χρόνια πέρασαν, αγαπημένη; Πόσα χρόνια έχω να σε δω, να ακούσω τη φωνή σου, να σε αγκαλιάσω, να μυρίσω το απαλό άρωμα του κορμιού σου; Το μπακάλικο του κυρ-Σταμάτη είναι ακόμη εδώ, ο φούρνος που αγοράζαμε ψωμί, η καφετέρια που δώσαμε το πρώτο και τελευταίο μας φιλί. Ανοίγω την πόρτα του αυτοκινήτου και βγαίνω ατάραχος (μπορώ ακόμη να το ελέγξω). Προχωράω με βήμα σταθερό και κοιτάζω τη γειτονιά σου. Ένα κύμα νοσταλγίας με ταξιδεύει και πάλι, με οδηγεί στην ακτή του σπιτιού σου και αφήνω τη δειλή σανίδα μου στα κάγκελα της αυλής. «Ωραία, έφτασα, στέκομαι εδώ, μπροστά στο σπίτι της και απέχω μόλις μερικά μέτρα» σκέπτομαι τσαπατσούλικα καθώς κοιτάζω το μπαλκόνι σου. Υπάρχει φως μέσα. Ξάφνου η μπαλκονόπορτα ανοίγει και κρύβομαι πίσω από τον τοίχο της διπλανής οικοδομής. Η καρδιά τώρα χάνει τον έλεγχο, τώρα ζητά οπισθοχώρηση. Προσπαθώ να κοιτάξω διακριτικά, αλλά το σκοτάδι της νύχτας καλύπτει όσα πρέπει για να μην μπορώ να ξεχωρίσω καθαρά το πρόσωπο. Έχει μακριά μαλλιά και καμπύλες. Το σουλούπι μοιάζει θηλυκό και... Είσαι; Εσύ είσαι, διάολε; Εσένα κοιτάζω συγκινημένος, ή κάποια άλλη, μια νέα ιδιοκτήτρια; Η καρδιά προστάζει να φανερωθώ, μα το κορμί δεν υπακούει, με κρατάει αιχμάλωτο πίσω από τον τοίχο. Θέλω να πω τόσα πολλά και να κάνω άλλα τόσα. Σφίγγω τη γροθιά και δαγκώνω τα χείλη. «Θα το κάνω, θα της μιλήσω!» λέω μέσα μου και με ορμή ετοιμάζομαι να σε αντικρίσω, όταν μια δεύτερη φιγούρα βγαίνει από το σπίτι. Έχει κοντά μαλλιά και γεροδεμένο σώμα. Αυτή τη φορά το σουλούπι μοιάζει αρσενικό και έντρομος το κοιτάζω να πλησιάζει την κοπέλα. Την αγκαλιάζει τρυφερά και γέρνει το κεφάλι του στο δικό της. Της λέει κάτι ψιθυριστά και τη φιλά, της χαϊδεύει τα μαλλιά. Δείχνουν τόσο ευτυχισμένοι, τόσο ταιριαστοί. Χαμηλώνω το βλέμμα και γεμάτος ντροπή χάνομαι στις σκιές της νύχτας, περιπλανιέμαι στη γειτονιά σου και προσπαθώ να συναρμολογήσω τα σκόρπια κομμάτια μου. Ήσουν εσύ, εσένα είδα; Καμιά απάντηση! Το θεόρατο κύμα νοσταλγίας, εκείνο που με ταξίδεψε στην ακτή του σπιτιού σου, επιστρέφει και με παρασύρει στα βάθη του ωκεανού. Τα παγωμένα νερά μαστιγώνουν το κορμί μου και τα σαρκοφάγα ψάρια που καραδοκούν επιτίθενται στο λουκούλλειο γεύμα.  
 
dynatilexi04
 
   Σχεδόν αμέσως συνειδητοποιώ ότι όλο αυτό ήταν ένα λάθος, μια απελπισμένη κίνηση από πλευράς μου, που στόχο είχε να επουλώσει την ανασφάλειά μου. Μπορεί να ήσουν εσύ αυτή η κοπέλα, μπορεί και όχι, ωστόσο αυτό που είχαμε τελείωσε και αυτό μένει πίσω είναι η γλυκιά ανάμνηση. Αυτή δε σβήνει, δε διαβρώνεται, όπως άλλωστε και αυτή η ριμάδα η λέξη, το σ’ αγαπ... το σ’ αγαπ... Τι σημασία έχει; Δεν μπορώ να την ξεστομίσω, όμως τη νιώθω για εσένα, την πιστεύω και βαθιά μέσα μου την κατανοώ. Σε αυτό τον άδικο κόσμο, σε αυτή τη σαπίλα του εύκολου έρωτα, εσύ μου έδωσες κάτι που θα το κρατώ για πάντα μέσα μου. Μου έδωσες την ίδια τη λέξη, αυτή που στο όνομά της χιλιάδες έχουν σκοτωθεί, χιλιάδες έχουν υποφέρει. Αυτή που μου χάρισες χωρίς απαιτήσεις, χωρίς περικοπές, χωρίς ενδοιασμούς. Μόνο τώρα, στο τέλος, καταλαβαίνω το ποσό λάθος ήμουν, πόσο απερίσκεπτα έπραξα και χαράμισα τη ζωή μου πολεμώντας αυτή τη μικρή, όμορφη λέξη, που η δύναμή της ξεπερνά κατά πολύ οτιδήποτε διοικεί τούτο τον άγευστο κόσμο. Σ' ευχαριστώ, αγαπημένη, σ' ευχαριστώ για όλα όσα μου έδωσες, για όλα όσα μου έμαθες, μα πάνω απ όλα, σ' ευχαριστώ που ήρθες στη ζωή μου και μου έμαθες να αγαπ... να αγαπ... να πάρει, κάποια στιγμή θα μάθω να το λέω! Προχωράω σκεπτικός προς το αυτοκίνητο, όταν ξαφνικά, μια γυναικεία φωνή με παρακαλάει να τη βοηθήσω με το χαλασμένο όχημά της. Γυρίζω και την κοιτάζω με ευγένεια (η οποία σύντομα μεταμορφώνεται σε θαυμασμό). Κοιτάζω γοητευμένος το όμορφο πρόσωπό της να ελευθερώνει μια μεθυστική αύρα και το βελούδινο κορμί της ολοκληρώνει το αριστουργηματικό κρεσέντο θαυμασμού. Ξέρεις, αγαπημένη, σίγουρα δεν είναι εσύ και δεν θα υπάρξει καμιά σαν εσένα, αλλά κάτι μέσα μου λέει ότι μόλις πήρα το πολυπόθητο εισιτήριο της ευτυχίας. Κοιτάζω στο βάθος το σπίτι σου, οι δυο φιγούρες στέκουν ακόμη αγκαλιασμένες, έπειτα χαμογελώ και κατευθύνομαι προς την κοπέλα.
 
John Emmans
 
 

Facebook Comments

Άρθρα & Συνεντεύξεις